Μονογονεϊκές οικογένειες: Προκλήσεις και ο ρόλος της κοινότητας

Οι οικογένειες με έναν γονέα εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, αναδεικνύοντας την ανάγκη για πιο στοχευμένες πολιτικές στήριξης και ισχυρότερα δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης.

Μονογονεϊκές οικογένειες: Προκλήσεις και ο ρόλος της κοινότητας
  • Εύη Χατζηβαρνάβα

 

Οι μονογονεϊκές οικογένειες αποτελούν μία από τις κοινωνικές ομάδες που αντιμετωπίζουν πολύ υψηλό κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα. Η ευαλωτότητά τους δεν οφείλεται στη μονογονεϊκότητα καθαυτή, αλλά στη συσσώρευση παραγόντων όπως η οικονομική επισφάλεια, οι δυσκολίες πρόσβασης στην αγορά εργασίας και στις υπηρεσίες φροντίδας παιδιών, η υπερφόρτωση πολλαπλών ρόλων, η ψυχοκοινωνική επιβάρυνση και η περιορισμένη διαθεσιμότητα κοινωνικών δικτύων υποστήριξης.

Οι παράγοντες αυτοί αλληλεπιδρούν και αλληλοενισχύονται, δημιουργώντας συχνά έναν φαύλο κύκλο κοινωνικού αποκλεισμού, από τον οποίο είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εξέλθει μια οικογένεια χωρίς εξωτερική υποστήριξη.

Στη χώρα μας δεν υφίσταται ένα ενιαίο και ολοκληρωμένο πλαίσιο πολιτικών αποκλειστικά για τις μονογονεϊκές οικογένειες. Η στήριξή τους παρέχεται κυρίως μέσα από οριζόντιες πολιτικές οικογενειακής και κοινωνικής προστασίας, στις οποίες οι μονογονείς συχνά αναγνωρίζονται ως ομάδα προτεραιότητας. Παρότι το σύστημα αυτό έχει εξελιχθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από αποσπασματικότητα και περιορισμένο συντονισμό.

Η οικογενειακή πολιτική στην Ελλάδα έχει αναμφίβολα ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια. Ο εξορθολογισμός του συστήματος προνοιακών παροχών, η σημαντική αύξηση των οικογενειακών επιδομάτων και η διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων έχουν επεκτείνει την πρόσβαση των οικογενειών σε οικονομική υποστήριξη.

Παράλληλα, η αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας οδήγησε στην ανάπτυξη πολιτικών συμφιλίωσης επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, όπως οι γονικές άδειες, οι ευέλικτες μορφές εργασίας, οι υπηρεσίες προσχολικής αγωγής και φροντίδας, τα Κέντρα Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών (ΚΔΑΠ), το πρόγραμμα vouchers για τη δωρεάν φιλοξενία παιδιών, τα ολοήμερα σχολεία και, πιο πρόσφατα, το πρόγραμμα «Νταντάδες της Γειτονιάς».

Συμπληρωματικά λειτουργούν πολιτικές στέγασης, το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα και οι λοιπές παροχές του ΟΠΕΚΑ, οι οποίες, παρότι δεν απευθύνονται αποκλειστικά σε οικογένειες με παιδιά, συμβάλλουν ουσιαστικά στην κοινωνική προστασία τους.

Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα μιας κοινωνικής πολιτικής δεν κρίνεται μόνο από την ύπαρξή της αλλά κυρίως από τον βαθμό στον οποίο μειώνει τις ανισότητες και τις επιβαρύνσεις που συνεπάγεται η ανατροφή των παιδιών. Χωρίς τις παραπάνω πολιτικές, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου τα παραδοσιακά οικογενειακά δίκτυα υποστήριξης έχουν αποδυναμωθεί, το βάρος για τους γονείς θα ήταν σαφώς μεγαλύτερο. Παρ' όλα αυτά, η ανατροφή των παιδιών εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση, κυρίως λόγω του αυξημένου κόστους διαβίωσης, με ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες για τις μονογονεϊκές και τις πολύτεκνες οικογένειες.

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα. Το 2024, ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού για τα νοικοκυριά χωρίς εξαρτώμενα παιδιά ανήλθε στο 19,9%, ενώ για ένα νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο παιδιά έφτασε το 26,3%.

Στις μονογονεϊκές οικογένειες με ένα τουλάχιστον εξαρτώμενο παιδί, το ποσοστό ανέρχεται στο ιδιαίτερα υψηλό 36,1%. Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν ότι οι υφιστάμενες πολιτικές δεν έχουν κατορθώσει ακόμη να αντισταθμίσουν επαρκώς το οικονομικό και κοινωνικό κόστος της ανατροφής των παιδιών. Ενδεικτικά, στην Κύπρο, το αντίστοιχο ποσοστό κινδύνου για νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά είναι σημαντικά χαμηλότερο, γεγονός που καταδεικνύει ότι αποτελεσματικότερες πολιτικές είναι εφικτές.

Εξίσου σημαντικό ζήτημα αποτελεί η εφαρμογή των πολιτικών. Η ύπαρξη μέτρων δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την ουσιαστική αξιοποίησή τους. Παραμένουν ερωτήματα σχετικά με την προσβασιμότητα, την ευελιξία και την επάρκεια των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Για παράδειγμα, πολλές από τις άδειες φροντίδας αφορούν αποκλειστικά εργαζόμενους που καλύπτονται από το επίσημο ασφαλιστικό σύστημα και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Τι συμβαίνει όμως με τους γονείς που εργάζονται περιστασιακά, είναι άνεργοι ή απασχολούνται σε επισφαλείς μορφές εργασίας; Πώς αντιμετωπίζονται οι έκτακτες ανάγκες φροντίδας ενός παιδιού, όταν η απουσία από την εργασία συνεπάγεται απώλεια εισοδήματος; Και πόσο ευέλικτοι είναι στην πράξη οι εργοδότες και οι δημόσιες υπηρεσίες απέναντι στις ιδιαίτερες ανάγκες των μονογονεϊκών οικογενειών;

Η καθημερινότητα ενός γονέα που μεγαλώνει μόνος του τα παιδιά του είναι συχνά μια συνεχής προσπάθεια εξισορρόπησης ανάμεσα στον περιορισμένο χρόνο, στους ανεπαρκείς οικονομικούς πόρους και στις αυξημένες απαιτήσεις της φροντίδας και της διαπαιδαγώγησης. Όταν απουσιάζει η υποστήριξη από την ευρύτερη οικογένεια ή από το κοινωνικό περιβάλλον, η ψυχολογική πίεση και το άγχος αυξάνονται σημαντικά, με πιθανές συνέπειες τόσο για την ευημερία του γονέα όσο και αυτή των παιδιών. Ταυτόχρονα, οι δημογραφικές και κοινωνικές αλλαγές καθιστούν ολοένα και λιγότερο διαθέσιμα τα παραδοσιακά οικογενειακά δίκτυα αλληλεγγύης.

Για τον λόγο αυτό, η τοπική κοινότητα αποκτά καθοριστικό ρόλο. Οι δημόσιες κοινωνικές υπηρεσίες, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα άτυπα δίκτυα αλληλοϋποστήριξης μπορούν, μέσα από συνεργασία και συντονισμό, να λειτουργήσουν ως ένα συνεκτικό δίχτυ προστασίας για τις μονογονεϊκές οικογένειες. Ειδικότερα, μπορούν να:

-ενημερώνουν τις οικογένειες για τα δικαιώματα, τις παροχές και τις διαθέσιμες υπηρεσίες,

- εντοπίζουν και να προσεγγίζουν τις περισσότερο απομονωμένες ή περιθωριοποιημένες οικογένειες,

- ενδυναμώνουν τους γονείς και να περιορίζουν το αίσθημα μοναξιάς και απομόνωσης,

- αναπτύσσουν εξατομικευμένες λύσεις που ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε οικογένειας,

- συνηγορούν για τα δικαιώματα των παιδιών και των οικογενειών,

- ευαισθητοποιούν την τοπική κοινωνία για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι μονογονεϊκές οικογένειες,

- αξιολογούν στην πράξη την αποτελεσματικότητα των δημόσιων πολιτικών και να αναδεικνύουν τα κενά ή τις δυσκολίες εφαρμογής τους.

Η ενίσχυση της ευημερίας των μονογονέων, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής των παιδιών, αποτελεί επένδυση με μακροπρόθεσμα κοινωνικά οφέλη. Βελτιώνει τις αναπτυξιακές, εκπαιδευτικές και κοινωνικές ευκαιρίες των παιδιών, ενισχύει την κοινωνική συνοχή και συμβάλλει στην πρόληψη της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Η επίτευξη αυτού του στόχου προϋποθέτει συντονισμένες πολιτικές σε εθνικό επίπεδο, αλλά και ισχυρά τοπικά δίκτυα υποστήριξης που θα μετατρέπουν τα θεσμικά δικαιώματα σε ουσιαστική βοήθεια για κάθε οικογένεια.

*Η Εύη Χατζηβαρνάβα είναι Κοινωνιολόγος

 

v
Απόρρητο