Όταν η γιαγιά και ο παππούς «σώζουν» το δημογραφικό

Σήμερα, που οι παππούδες γίνονται σε μεγάλο βαθμό η «πολιτική» στήριξης της ελληνικής οικογένειας, το πρόβλημα απλώς μετατίθεται περαστασιακά στους ώμους των μεγαλύτερων. Πού βρίσκεται η πραγματική λύση για τα σύγχρονα εργαζόμενα ζευγάρια.

Όταν η γιαγιά και ο παππούς «σώζουν» το δημογραφικό
  • Στέφανος Παπαναστασίου

Οι σύγχρονες οικογένειες στη χώρα μας αντιμετωπίζουν μεγάλες προκλήσεις εξαιτίας των ραγδαίων κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών. Ίσως μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις είναι η εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής.

Τα νοικοκυριά διπλής καριέρας, όπου και οι δύο γονείς εργάζονται, βρίσκονται αντιμέτωπα με την ανάγκη φροντίδας των παιδιών τους και την ισορροπία μεταξύ οικογενειακής και εργασιακής ζωής (Cherpas, 1985; Gilbert, 1994).

Παραδοσιακά, η κάλυψη αυτής της ανάγκης γινόταν με τη συνδρομή του παππού και της γιαγιάς. Σύμφωνα με τον Esping-Andersen (van Kersbergen & Kis, 2013), σε πιο παραδοσιακά συστήματα η φροντίδα παιδιών γίνεται κυρίως από την οικογένεια (π.χ. παππούς/γιαγιά). Τέτοια παραδείγματα χωρών προσφέρουν η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία.

Σε πιο ανεπτυγμένα κοινωνικά κράτη, το κράτος παρέχει δομές παιδικής φροντίδας (δημόσιοι παιδικοί σταθμοί, κ.λπ.). Η ύπαρξη παιδικής φροντίδας βοηθά τα νοικοκυριά διπλής καριέρας να συνδυάσουν εργασία και οικογένεια (π.χ. σκανδιναβικές χώρες). Η έλλειψη επαρκών υπηρεσιών παιδικής φροντίδας μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερη συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό. Επιπλέον, μικρής διάρκειας γονικές άδειες συχνά ωθούν τις γυναίκες να μείνουν περισσότερο εκτός εργασίας για να φροντίσουν τα παιδιά.

Όσο η συνύπαρξη παππού/γιαγιάς και παιδιών βασίζεται στον συναισθηματικό δεσμό, όπως διατυπώθηκε από τον Bowlby (Dijken, 2026), αναμένονται θετικά αποτελέσματα για την ανάπτυξη των παιδιών. Ο Bowlby υποστήριξε ότι πρόκειται για έναν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό που αναπτύσσεται ανάμεσα στο παιδί και το άτομο φροντίδας (συνήθως γονέας ή άλλο σημαντικό πρόσωπο). Ο δεσμός αυτός έχει βιολογική βάση, δηλαδή βοηθά στην επιβίωση και την προστασία του παιδιού. Δημιουργείται ήδη από τους πρώτους μήνες ζωής και επηρεάζει τη μελλοντική ανάπτυξη.

Όταν όμως ο δεσμός αυτός εκλείπει, θα πρέπει το κοινωνικό κράτος να δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για τη φροντίδα των παιδιών. Οι μονάδες παιδικής φροντίδας είναι κρίσιμες για τα παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας, διότι σε αυτές τις ηλικίες γίνεται η ανατομική και λειτουργική ανάπτυξη του εγκεφάλου των παιδιών.

Τα τελευταία χρόνια, στην Ελλάδα έχουν ξεκινήσει να λειτουργούν δομές παιδικής φροντίδας, όπως τα Κέντρα Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών, τα ολοήμερα σχολεία, κ.λπ. Η αποτελεσματικότητα των δομών αυτών εξαρτάται από το πόσο προσφέρουν ερεθίσματα για τη γνωστική διέγερση των παιδιών. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτούν μια μετάβαση από τον γνήσιο οικογενειασμό (pure familism).

Όπως αναφέρεται στη βιβλιογραφία (βλ. μια επισκόπηση σε Papatheodorou & Papanastasiou, 2016), η συμμετοχή σε μονάδες παιδικής φροντίδας κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής των παιδιών μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις σε γνωστικό και μη-γνωστικό επίπεδο.

Ένας τρόπος να αντιμετωπιστούν οι αρνητικές επιπτώσεις της παιδικής φροντίδας τον πρώτο χρόνο της ζωής των παιδιών είναι οι γονικές άδειες από την εργασία. Μια πολιτική που είναι προσανατολισμένη στην παροχή γονικών αδειών εμφανίζεται ως ενδεδειγμένη επιλογή για το αντιστάθμισμα των ενδεχόμενων επιδράσεων της απασχόλησης της μητέρας και της παιδικής φροντίδας κατά τον πρώτο χρόνο. Οι σκανδιναβικές χώρες είναι ενδεικτικές περιπτώσεις χορήγησης επαρκών γονικών αδειών. Αντίθετα, οι γονικές άδειες που χορηγούνται για διαστήματα μικρότερα του ενός έτους συχνά οδηγούν στην απόσυρση των γυναικών από την αγορά εργασίας για χάρη της φροντίδας των παιδιών.

Ωστόσο, οι πολιτικές που είναι φιλικές προς τις γυναίκες από μόνες τους δεν μπορούν να προσφέρουν εξ ολοκλήρου το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Οι άντρες-πατέρες μπορούν και οφείλουν να παίξουν σημαντικό ρόλο μέσα από την ανακατανομή του χρόνου ανάμεσα στην εργασία και το σπίτι, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια της ζωής των παιδιών (Gornick & Meyers, 2003).

Η πλειονότητα των αντρών γνωρίζει ότι έχει δικαίωμα σε γονικές άδειες, αλλά δεν επωφελείται εξαιτίας της απώλειας εισοδήματος. Η ενδεδειγμένη λύση βρίσκεται στην ενίσχυση της φροντίδας των παιδιών από την πλευρά του πατέρα με άδειες από την εργασία που θα αποζημιώνονται ικανοποιητικά σε σχέση με τον μισθό, διαφοροποιώντας επίσης και τον τρόπο σκέψης σε σχέση με τους ρόλους των φύλων.

Στις οικογένειες όπου εργάζονται και οι δύο γονείς, η φροντίδα των παιδιών είναι αναγκαστικά κοινή ευθύνη. Η λύση δεν αφορά μόνο κοινωνικές πολιτικές, αλλά και την ανακατανομή του χρόνου μεταξύ εργασίας και σπιτιού από τους άνδρες. Οφέλη για το παιδί από την παρουσία ενός ενεργού πατέρα στη φροντίδα είναι ότι ενισχύει τον συναισθηματικό δεσμό και συμβάλλει στην υγιή ανάπτυξη του παιδιού. Επίσης, υπάρχει ανάγκη για αλλαγή αντιλήψεων σχετικά με τους ρόλους των φύλων και μεγαλύτερη αποδοχή ότι η φροντίδα των παιδιών είναι ευθύνη και των δύο γονέων.

*Ο Στέφανος Παπαναστασίου είναι Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

 

v
Απόρρητο