Η Ελλάδα σε συρρίκνωση, οι γείτονες σε ανάπτυξη

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη μεγαλύτερη δημογραφική συρρίκνωση στην Ανατολική Μεσόγειο, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για άμεσες και ολοκληρωμένες πολιτικές στήριξης της οικογένειας και της τεκνοποίησης.

Η Ελλάδα σε συρρίκνωση, οι γείτονες σε ανάπτυξη
  • Δρ Φαίη Μακαντάση

H Ανατολική Μεσόγειος, ένα σταυροδρόμι πολιτισμών και γεωπολιτικών εντάσεων, αποτελεί ταυτόχρονα και μια περιοχή έντονων δημογραφικών αντιθέσεων.

Ενώ η διεθνής προσοχή εστιάζει συχνά στις ενεργειακές και στρατιωτικές ισορροπίες, κάτω από την επιφάνεια εκτυλίσσεται μια αθόρυβη, αλλά εξίσου καθοριστική, διαφοροποίηση, που θα διαμορφώσει το μέλλον της περιοχής: η δημογραφική της πορεία.

Από τη μία πλευρά, χώρες με νεανικούς, ταχέως αυξανόμενους πληθυσμούς και υψηλή γονιμότητα, και από την άλλη, έθνη που αντιμετωπίζουν τη σκληρή πραγματικότητα της γήρανσης, της υπογεννητικότητας και της πληθυσμιακής συρρίκνωσης. Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία, η Ελλάδα κατέχει μια ανησυχητικά πρωταγωνιστική θέση, με τους δημογραφικούς της δείκτες να αποκλίνουν δραματικά από εκείνους των περισσότερων γειτόνων της.

Η καρδιά του δημογραφικού ζητήματος βρίσκεται στον δείκτη ολικής γονιμότητας (ΔΟΓ), τον μέσο αριθμό παιδιών που γεννά μια γυναίκα κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής ζωής της. Το όριο για τη διατήρηση ενός πληθυσμού σταθερού, χωρίς να υπολογίζεται η μετανάστευση, είναι το 2,1.

Τα δεδομένα για την Ανατολική Μεσόγειο αποκαλύπτουν ένα πραγματικό χάσμα. Το Ισραήλ και η Αίγυπτος παρουσιάζουν εντυπωσιακή δημογραφική δυναμική, με δείκτες γονιμότητας που αγγίζουν το 2,87 και 2,73 αντίστοιχα για το 2024. Οι αριθμοί αυτοί εξασφαλίζουν όχι μόνο την αναπλήρωση των γενεών αλλά και μια ισχυρή πληθυσμιακή αύξηση για τις επόμενες δεκαετίες. Ακόμη και ο Λίβανος, παρά τις πολλαπλές κρίσεις που αντιμετωπίζει, διατηρεί έναν δείκτη στο 2,2, οριακά πάνω από το όριο αναπλήρωσης.

Στον αντίποδα, η εικόνα για την Ελλάδα και την Κύπρο είναι αποκαρδιωτική. Με δείκτες γονιμότητας στο 1,24 και 1,38 αντίστοιχα, οι δύο χώρες βρίσκονται βαθιά κάτω από το όριο της «ακραία χαμηλής γονιμότητας» (1,3), όπου ο πληθυσμός μιας χώρας μειώνεται στον μισό στα 44 χρόνια, ceteris paribus. Η κατάσταση στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς καμία από τις 52 περιφερειακές ενότητες της χώρας δεν βρίσκεται πάνω από το όριο αναπλήρωσης, ενώ οι 25 βρίσκονται κάτω και από το όριο του 1,3.

Εξίσου εντυπωσιακή είναι η πρόσφατη πτώση της Τουρκίας, η οποία, ενώ ιστορικά είχε υψηλή γονιμότητα, είδε τον δείκτη της να υποχωρεί στο 1,48 το 2024, σηματοδοτώντας μια ραγδαία δημογραφική μετάβαση, που τη φέρνει πιο κοντά στα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Αυτή η διαίρεση στη γονιμότητα μεταφράζεται άμεσα στην ηλικιακή πυραμίδα κάθε χώρας. Η Ελλάδα βιώνει μια έντονη διαδικασία γήρανσης. Το ποσοστό του πληθυσμού άνω των 65 ετών, που ήταν μόλις 7% το 1951, εκτοξεύθηκε στο 21% το 2015 και προβλέπεται να φτάσει το 30-33% μέχρι το 2050. Αυτό σημαίνει ότι σύντομα ένας στους τρεις κατοίκους της χώρας θα είναι συνταξιούχος, μια εξέλιξη που ασκεί αφόρητη πίεση στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης και υγείας. Η μέση ηλικία στη χώρα έχει αυξηθεί από τα 30 έτη το 1951 στα 43,5 σήμερα, και αναμένεται να αγγίξει τα 50 έτη το 2050.

Αντιθέτως, η Αίγυπτος παραμένει μια εξαιρετικά νεανική χώρα, με το 32% του πληθυσμού της να είναι κάτω των 15 ετών και μόλις το 6% να είναι άνω των 65. Παρόμοια, το Ισραήλ διατηρεί μια νεανική δομή, με το 28% του πληθυσμού του να είναι κάτω των 15 ετών. Αυτοί οι νεανικοί πληθυσμοί αποτελούν μια τεράστια δεξαμενή εργατικού δυναμικού και μια κινητήρια δύναμη για την οικονομική ανάπτυξη, αν και ταυτόχρονα δημιουργούν προκλήσεις για την εκπαίδευση και την απασχόληση.

Οι προβολές για το μέλλον είναι αποκαλυπτικές της απόκλισης. Ο πληθυσμός της Αιγύπτου αναμένεται να εκτοξευθεί από τα 106,3 εκατομμύρια σήμερα στα 147,4 εκατομμύρια το 2050. Το Ισραήλ θα δει τον πληθυσμό του να αυξάνεται από 9,9 σε 14,1 εκατομμύρια, ενώ η Τουρκία θα ξεπεράσει τα 100 εκατομμύρια, φτάνοντας τα 103,9.

Για την Ελλάδα, η πορεία είναι αντίστροφη. Για πρώτη φορά μεταπολεμικά, από το 2011, ο πληθυσμός της χώρας μειώνεται σταθερά. Από 10,8 εκατομμύρια το 2011, έπεσε στα 10,48 το 2021. Οι προβλέψεις για το 2050 είναι δυσοίωνες: το ενδιάμεσο σενάριο τοποθετεί τον πληθυσμό στα 8,8 εκατομμύρια, ενώ το απαισιόδοξο σενάριο μιλά για μόλις 8,3 εκατομμύρια. Αυτή η συρρίκνωση, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη γήρανση, συνιστά μια υπαρξιακή απειλή για την οικονομική και κοινωνική βιωσιμότητα της χώρας.

Η ελληνική περίπτωση επιδεινώνεται και από άλλους παράγοντες. Το φυσικό ισοζύγιο (γεννήσεις μείον θάνατοι) είναι αρνητικό εδώ και χρόνια, με τους θανάτους να υπερβαίνουν κατά πολύ τις γεννήσεις.

Παράλληλα, παρατηρείται μια σαφής τάση αναβολής της τεκνοποίησης. Η μέση ηλικία της Ελληνίδας κατά την απόκτηση του πρώτου της παιδιού έχει αυξηθεί στα 31 έτη, από 29 το 2009, ενώ σχεδόν μία στις τέσσερις γεννήσεις προέρχεται από μητέρες ηλικίας 35-39 ετών. Αυτό περιορίζει το χρονικό παράθυρο για την απόκτηση δεύτερου ή τρίτου παιδιού, συμβάλλοντας περαιτέρω στη χαμηλή γονιμότητα.

Συμπερασματικά, η Ανατολική Μεσόγειος είναι μια περιοχή δημογραφικά «δύο ταχυτήτων». Από τη μία, χώρες όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις της διαχείρισης ενός ραγδαία αυξανόμενου και νεανικού πληθυσμού. Από την άλλη, η Ελλάδα, η Κύπρος και πλέον και η Τουρκία, βρίσκονται αντιμέτωπες με το φάσμα της δημογραφικής κατάρρευσης.

Για την Ελλάδα ειδικότερα, η κατάσταση δεν είναι απλώς ένα στατιστικό πρόβλημα, αλλά μια εθνική πρόκληση πρώτου μεγέθους. Η αντιστροφή αυτής της πορείας απαιτεί άμεσες και ολιστικές πολιτικές που θα στηρίζουν την οικογένεια, θα εναρμονίζουν την επαγγελματική με την οικογενειακή ζωή και θα δημιουργούν ένα περιβάλλον ελπίδας και αισιοδοξίας για τις νέες γενιές. Χωρίς αυτές, η δημογραφική συρρίκνωση απειλεί να υπονομεύσει το μέλλον της χώρας σε μια περιοχή που, δημογραφικά, κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.

*H Δρ Φαίη Μακαντάση είναι διευθύντρια Ερευνών διαΝΕΟσις

 

v
Απόρρητο