Πού έχει δίκιο ο Γ. Στουρνάρας για την οικονομία

Η ελληνική οικονομία χρεοκόπησε, με ευθύνη περισσότερο του εγχώριου συστήματος παρά εξωγενών παραγόντων. Τα μνημόνια, η αβεβαιότητα και η επόμενη μέρα. Τι πρέπει να κρατήσουμε από την έκθεση της ΤτΕ. Γράφει ο Κ. Μποτόπουλος.

Πού έχει δίκιο ο Γ. Στουρνάρας για την οικονομία
  • του Κώστα Μποτόπουλου*

Σε πείσμα των προκατειλημμένων και των προπαγανδιστών, δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο εναργής, ψύχραιμη και εμπροσθοβαρής αποτύπωση της κατάστασης και των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας, μετά την πρόσφατη συμφωνία εξόδου από το Τρίτο Μνημόνιο, από αυτή που εμπεριέχεται στην ενδιάμεση Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Αντί να ψάχνει για υπονοούμενα και αφορμές για σκιαμαχίες, η κυβέρνηση θα είχε κάθε λόγο να αδράξει τα διδάγματα, αλλά και τη σανίδα, που της προσφέρονται.

Η Έκθεση δεν ωραιοποιεί αλλά και δεν αδικεί την πρόοδο που, παρά τις παλινωδίες, επιτεύχθηκε από σειρά κυβερνήσεων, από τις οποίες δεν αποκλείεται και η σημερινή:

α) η συμφωνία εξόδου και η ολοκλήρωση, όπως έγινε, του προγράμματος διαθέτουν τη δυναμική («αναμένεται») να στηρίξουν την ομαλή έξοδο στις αγορές και να προωθήσουν τις μεταρρυθμίσεις που έχουν ξεκινήσει αλλά δεν έχουν ολοκληρωθεί. Αυτά τα δύο -ομαλοποίηση της οικονομίας και «οικειοποίηση» των μεταρρυθμίσεων (να προχωρήσουν επειδή τις πιστεύει η ελληνική πλευρά κι όχι επειδή τις επιβάλλουν οι εταίροι)- είναι οι βασικές προϋποθέσεις της ανάπτυξης, που, διόλου τυχαία, παραμένει ακόμα αβέβαια,

β) η οκταετής πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών, παρά τα σκαμπανεβάσματα και τις δολιχοδρομήσεις, ενίσχυσαν, τελικά, «την αξιοπιστία της χώρας όσον αφορά τη δυνατότητα τήρησης των δεσμεύσεών της». Ακόμα κι αν ήταν ημιτελής και δεν έφερε την ανάπτυξη, κι ακόμα κι αν η «τήρηση των δεσμεύσεων» δεν συνδεόταν με πίστη σε αυτές, η βελτίωση της αξιοπιστίας έναντι των εταίρων και των αγορών έχει αυτόνομη θετική σημασία,

γ) οι εξελίξεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, παρά την οπισθοχώρηση της κερδοφορίας των τραπεζών, την πίεση από τους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων και τον βραχνά των κόκκινων δανείων, πήραν σιγά σιγά ανοδική πορεία: αύξηση των καταθέσεων, σταθεροποίηση των πιστώσεων, μείωση της εξάρτησης από την έκτακτη χρηματοδότηση της Τράπεζας της Ελλάδος μέσω ELA, ύπαρξη σχεδίου για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων υποχρεώσεων,

δ) παρά την αβεβαιότητα, τόσο η επιτάχυνση της οικονομικής δραστηριότητας μεσοπρόθεσμα, όσο και οι δημοσιονομικοί στόχοι που είχαν τεθεί από το πρόγραμμα «αναμένεται να επιτευχθούν». Μετάφραση: οι κόποι, παρά τα πισωγυρίσματα, δεν πήγαν χαμένοι -δεν υπάρχει πιο ρεαλιστικά αισιόδοξη θέαση της πραγματικότητας από αυτήν.

Η Έκθεση, ωστόσο, θα αδικούσε τον εαυτό της, και την αλήθεια, αν δεν υπογράμμιζε και τα προβλήματα που υπάρχουν και απαιτούν εγρήγορση:

α) η οικονομία είναι ακόμα ευάλωτη. Η εξάρτησή της από εξωγενείς παράγοντες (το είδαμε σε σχέση με την ιταλική αποσταθεροποίηση) παραμένει μεγάλη, το κόστος δανεισμού δεν έχει ξεφύγει από τον κίνδυνο του εκτροχιασμού, το δημόσιο χρέος είναι ένα βουνό που απλώς κάνουμε ότι δεν το βλέπουμε, η αναπτυξιακή πορεία δεν είναι στέρεη,

β) τα θετικά της συμφωνίας θα χάσουν τη δυναμική τους εφόσον δεν συνεχισθούν και δεν βελτιωθούν, στη «μεταμνημονιακή» περίοδο αλλά από την αρχή της, δύο εξελίξεις που αυτή τη στιγμή είναι μετέωρες: η δημοσιονομική και μεταρρυθμιστική προσπάθεια και η μεσο-μακροπρόθεσμη ελάφρυνση του χρέους. Εδώ υπεισέρχεται το ζήτημα των πρωτογενών πλεονασμάτων, που από κάποιους «κύκλους» θεωρήθηκε κακόπιστη κριτική, ενώ δεν αποτελεί παρά διατύπωση του αυτονόητου: πράγματι τα υψηλά πλεονάσματα θα μπορούσαν να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση κάποιας «ασφάλειας», που με τη σειρά της θα μπορούσε να φέρει τη διόλου άγνωστη στη χώρα μας αλλά απολύτως απευκτέα δημοσιονομική χαλάρωση. Πράγματι τα πλεονάσματα αφαιρούν ανάσα και πόρους από την οικονομία και πράγματι η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι δεν μπορούν να διατηρηθούν σε υψηλά και προκαθορισμένα επίπεδα επί μακρό χρόνο και πράγματι η «οικονομική πολιτική μέσω πλεονασμάτων» αποτελεί τη «μεγαλύτερη επισφάλεια στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους μακροπρόθεσμα»,

γ) στον τραπεζικό τομέα, παρά τη σταδιακή εξισορρόπηση, και ευκαιρίες χάθηκαν και κίνδυνοι ακόμα υπάρχουν. Χαμένες ευκαιρίες: η μείωση του κόστους δανεισμού μέσω συμμετοχής στα διάφορα προγράμματα τόνωσης της ρευστότητας εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η αποφυγή δημιουργίας «ενός τόσο υψηλού ταμειακού αποθέματος ασφαλείας, το οποίο επιβάρυνε σημαντικά το δημόσιο χρέος αλλά και το κόστος χρηματοδότησης του Δημοσίου». Κίνδυνοι: ο εφησυχασμός (να θεωρηθεί, για παράδειγμα, το θετικό αποτέλεσμα των πρόσφατων stress tests της ΕΚΤ ως οριστική κατάφαση κεφαλαιακής επάρκειας και διαχειριστικής ποιότητας των συστημικών τραπεζών), η απόθεση στον αυτόματο πιλότο της μείωσης των κόκκινων δανείων, η αποκοπή από τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας.

Η μεγαλύτερη, ωστόσο, αξία της Έκθεσης έγκειται σε δύο πρακτικές προτάσεις που έχουν με το μέρος τους την οικονομική λογική και θα αναπλήρωναν, σχεδόν άμεσα, ένα μέρος από την αναπτυξιακή υστέρηση:

α) όσον αφορά τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους αλλά και το βραχυπρόθεσμο κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών, είναι όχι απλώς χρήσιμη αλλά απαραίτητη η διατήρηση της παρέκκλισης (waiver) για την αποδοχή των ελληνικών κρατικών ομολόγων ως εξασφαλίσεων (collateral) στις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος. Αυτό θα μπορούσε -και πάλι: όχι άκοπα- να γίνει μέσω της «ερμηνείας» ότι την παρέκκλιση δικαιολογούν τα στοιχεία της ενισχυμένης εποπτείας και της «αιρεσιμότητας» (conditionality) που, αντικειμενικά, ενυπάρχουν στη συμφωνία εξόδου: η εποπτεία θα είναι τακτική, πιο ουσιαστική και για περισσότερο χρόνο από ό,τι στις άλλες χώρες που βγήκαν από Μνημόνιο, οι δε περίοδοι χάριτος, μειώσεις επιτοκίων κ.λπ. συνδέονται άμεσα με την τήρηση των δεσμεύσεων και την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων. Η προσπάθεια αυτή δεν συνιστά «από την πίσω πόρτα» δικαίωση της υποστήριξης προς την προληπτική γραμμή στήριξης, αλλά, αντίθετα, αποτελεί μια πολύτιμη συμβολή στη συλλογική επιδίωξη να σταθούμε επιτέλους στα πόδια μας,

β) όσον αφορά το περίφημο «μείγμα πολιτικής» που όλοι, εκτός από τους φανατικούς ή τους εθελοτυφλούντες, γνωρίζουν ότι, έστω και με μεγάλη καθυστέρηση, πρέπει να αλλάξει για να αποκτήσει η ελληνική οικονομία αναπτυξιακή δυναμική, οι προτάσεις της Έκθεσης είναι λιγότερο πρωτότυπες αλλά εξίσου χρήσιμες: «μείωση της υπερβολικής εξάρτησης της δημοσιονομικής προσαρμογής από τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές», άνοιγμα και εξωστρέφεια για βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, «επιθετική πολιτική προσέλκυσης στρατηγικών ξένων άμεσων επενδύσεων» (όχι μόνο άρση εμποδίων αλλά αλλαγή νοοτροπίας και παροχή κινήτρων), δημιουργία θέσεων εργασίας μέσω της παραγωγής και όχι μέσω επιδοτήσεων και ημίμετρων. Και πάλι η κρούση των ανοικτών θυρών είναι αναγκαίο να εκληφθεί ως προσφορά και όχι ως θεσμική ή πολιτική υπέρβαση ρόλου.

Η ελληνική οικονομία χρεοκόπησε, με ευθύνη του εγχώριου περισσότερο συστήματος παρά εξωγενών παραγόντων, πάλεψε, συχνά ανορθόδοξα και με αντίσταση στη λογική και την ενότητα, και τώρα έχει ένα παράθυρο ανόρθωσης, αλλά με πολλές ακόμα δυσκολίες και αβεβαιότητες. Αυτή η εικόνα της πραγματικότητας είναι παρακαταθήκη για να αφήσουμε πίσω μας τα χειρότερα και να οικοδομήσουμε, μέσα από την τέφρα, το εφικτό.

*Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι Συνταγματολόγος, πρ. Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus