Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Σχεδόν προ επταετίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέλαβε την διακυβέρνηση του τόπου με εντολή «να τα αλλάξει όλα». Το παρελθόν της χώρας αλλά και η τετραετία ΣΥΡΙΖΑ που είχε προηγηθεί το επέβαλαν.
Από αυτά «τα όλα», σήμερα τι έχει πράγματι αλλάξει;
Δίχως να παραβλέψουμε την ταχύτερη του ευρωπαϊκού μέσου όρου ανάπτυξη της οικονομίας και την όντως σημαντική μείωση της ανεργίας, εξελίξεις που αποδίδονται μερικώς και στο φαινόμενο του «συμπιεσμένου ελατηρίου» στο οποίο είχε υποβληθεί η ελληνική οικονομία εξαιτίας των μνημονιακών της ετών, τι πραγματικά άλλαξε;
Ο κ. Μητσοτάκης είχε την τύχη να διαχειριστεί στην διάρκεια αυτών των ετών ένα μυθώδες ποσό περίπου 60 δισ. ευρώ (ΕΣΠΑ 2021-2027, 26,7 δισ. ευρώ κοινοτική συνδρομή και εθνική συμμετοχή και Ταμείο Ανάκαμψης με επιχορηγήσεις ύψους 18,2 δισ. ευρώ και δάνεια 12,7 δισ. ευρώ). Όπως επίσης είχε μία ισχυρή λαϊκή εντολή και μία, σχεδόν, ανύπαρκτη αντιπολίτευση.
Παρ’ όλα αυτά και παρ’ όλες τις μεταρρυθμίσεις που όντως επιχείρησε, με ενδεχομένως κυριότερη αυτήν της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, τι έχει αλλάξει στην χώρα;
Ούτε το παραγωγικό της μοντέλο έχει αλλάξει, γεγονός που αντικατοπτρίζεται και στο εξακολουθητικά βαθιά ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο, (έλλειμμα 34,61 δισ. ευρώ με αύξηση 7,9% το 2024, ΕΛΣΤΑΤ), ούτε υπήρξαν ουσιαστικές τομές στην βελτίωση της λειτουργίας του κράτους, με χαρακτηριστικότερη ενδεχομένως αυτήν του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, ούτε διαχρονικές παθογένειες, όπως το πελατειακό σύστημα και η διαφθορά, έχουν αντιμετωπιστεί.
Η περίπτωση του τρόπου λειτουργίας του ΟΠΕΚΕΠΕ επί σειρά ετών και βεβαίως επί διακυβέρνησης Μητσοτάκη, είναι απολύτως χαρακτηριστική ενώ εξακολουθεί να είναι βαθιά προβληματική και η λειτουργία των τομέων υγείας και παιδείας.
Αντίθετα, στην διάρκεια των τελευταίων ετών η ακρίβεια έχει καταστεί το κυριότερο πρόβλημα των πολιτών, που πλέον και με κοινοτική βούλα «ξύνουν τον πάτο του βαρελιού» από πλευράς αγοραστικής δύναμης, παρά τις όποιες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό. Εξόχως περιγραφική, δε, του στεγαστικού προβλήματος που αντιμετωπίζει η ελληνική οικογένεια είναι η έκθεση του ΚΕΦΙΜ που δημοσιεύεται σήμερα.
Πλέον, εν μέσω υπουργικών παραιτήσεων, σκανδάλων και «βροχής» δικογραφιών, με κυριότερες του ΟΠΕΚΕΠΕ και των υποκλοπών, η κυβέρνηση εμφανίζεται να αναζητά τον πλέον δόκιμο, για την ίδια, χρόνο διεξαγωγής των επόμενων βουλευτικών εκλογών.
Παρά τις πρωθυπουργικές διαβεβαιώσεις περί εξάντλησης της νομίμου θητείας της παρούσας κυβέρνησης, οι υποσχέσεις περί νέων πακέτων παροχών, τόσο πριν το καλοκαίρι όσο και στην ΔΕΘ, καλλιεργούν την πεποίθηση ότι η χώρα θα οδεύσει στις κάλπες το φθινόπωρο και πάντως πριν την εκπνοή του έτους.
Για την ακρίβεια, από εκεί που ο σημερινός πρωθυπουργός κόλαζε την προηγούμενη διακυβέρνηση για τις παροχές που μοίραζε, τα διάφορα «pass» έχουν καταστεί συνώνυμα της δικής του θητείας στο Μέγαρο Μαξίμου.
Το δε ατυχές της υπόθεσης είναι ότι πλέον, ακόμη κι αν εξαντλήσει την πλήρη διάρκεια της θητείας της κυβέρνησής του, δεν προλαβαίνει. Ούτε καν τις βάσεις για έναν αναπροσανατολισμό της οικονομίας έχει τον χρόνο να θέσει.
Πλέον, δε, όποτε κι αν οι πολίτες προσεγγίσουν την κάλπη, είτε την πρώτη, είτε την δεύτερη, η οποία πλέον θεωρείται βεβαία, δεν θα διαθέτει και την ξεκάθαρη εντολή που έλαβε δυο φορές κατά το παρελθόν. Τουλάχιστον, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις.
Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι το διακύβευμα των επόμενων εκλογών είναι «σταθερότητα ή ακυβερνησία», οι πολίτες δεν εμφανίζονται πρόθυμοι να συγχωρήσουν τον χαμένο χρόνο της διακυβέρνησης Μητσοτάκη. Τώρα, το ποιος μπορεί να προσφέρει μία βιώσιμη και ολοκληρωμένη «εναλλακτική»… είναι ένα άλλο ερώτημα.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.