Ένα μεγάλο και χρόνιο κενό του ασφαλιστικού συστήματος αναμένεται να καλύψει εντός του 2026 το υπουργείο Εργασίας, που προωθεί την επέκταση του επιδόματος ασθένειας και στους μη μισθωτούς.
Η αλλαγή θα θεσμοθετηθεί είτε μέσω του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών του ΕΦΚΑ είτε με νομοθετική ρύθμιση, καθώς με το Νόμο Κατρούγκαλου και παρά την ενοποίηση του συνόλου των Ασφαλιστικών Ταμείων στον ΕΦΚΑ, το καθεστώς επιδόματος ασθένειας, όπως και μια σειρά από σημαντικές παροχές σε είδος και σε χρήμα, παραμένει βαθιά άνισο.
Έτσι, οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα (πρώην ΙΚΑ) λαμβάνουν κλιμακωτή κάλυψη, με συμμετοχή τόσο του εργοδότη όσο και του ΕΦΚΑ, όπου μετά τον πρώτο μήνα ασθένειας το εισόδημά τους περιορίζεται στο 50% του ημερομισθίου. Στους εργαζόμενους του Δημόσιου τομέα, καταβάλλεται το 100% του μισθού, με κάλυψη του εργοδότη, ενώ ειδικές κατηγορίες -όπως οι δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι σε ΔΕΚΟ- απολαμβάνουν πλήρη κάλυψη από τον ΕΦΚΑ.
Στον αντίποδα, οι μη μισθωτοί βρίσκονται σχεδόν καθολικά εκτός συστήματος. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν δικαιούνται επίδομα ασθένειας, οι αγρότες δεν καλύπτονται ούτε για ασθένεια ούτε για εργατικό ατύχημα, ενώ και μηχανικοί, γιατροί και δικηγόροι στερούνται παροχής, με ελάχιστες εξαιρέσεις.
Το αποτέλεσμα είναι ότι πάνω από 1,3 εκατ. ασφαλισμένοι δεν έχουν καμία εισοδηματική προστασία σε περίπτωση σοβαρής ασθένειας.
Σε σύγκριση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, διαπιστώνεται πως στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες το επίδομα ασθένειας ξεκινά να καταβάλλεται από την πρώτη ή τη δεύτερη ημέρα, καλύπτει από 60% έως και 100% των αποδοχών και μπορεί να διαρκέσει από έξι μήνες έως και δύο ή τρία χρόνια.
Η Γερμανία, για παράδειγμα, καταβάλλει πλήρη μισθό για έξι εβδομάδες και στη συνέχεια περίπου 70% για μακροχρόνια ασθένεια. Στη Σουηδία και στη Φινλανδία, τα ποσοστά αναπλήρωσης προσεγγίζουν το 80%, με μεγάλη διάρκεια κάλυψης. Ακόμη και χώρες με χαμηλότερο εισόδημα, όπως η Πορτογαλία, παρέχουν επίδομα ασθένειας σε όλους τους εργαζόμενους, συμπεριλαμβανομένων των αυτοαπασχολούμενων.
Αντίθετα, η Ελλάδα παραμένει από τις ελάχιστες χώρες όπου η ασθένεια για τους μη μισθωτούς θεωρείται προσωπικό ρίσκο και όχι ασφαλιστικός κίνδυνος.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στο υπουργείο Εργασίας εξετάζονται εναλλακτικά σενάρια, με κοινό παρονομαστή τη στοχευμένη και δημοσιονομικά ελεγχόμενη επέκταση του επιδόματος. Η επικρατέστερη προσέγγιση προβλέπει χορήγηση επιδόματος ασθένειας σε όλους τους μη μισθωτούς από την 31η ημέρα ανικανότητας, με βάση το τεκμαρτό ημερομίσθιο της ασφαλιστικής κλάσης και μετά από γνωμοδότηση υγειονομικής επιτροπής.
Στην πράξη, πρόκειται για επίδομα «βαριάς ασθένειας», που καλύπτει τις περιπτώσεις όπου η απώλεια εισοδήματος γίνεται πραγματικά κρίσιμη.
Αναλυτικά, στις αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου αλλά και στο πόρισμα που έχει συνταχθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας εφαρμογής ενιαίου κανονισμού στον ΕΦΚΑ (καθυστερεί από το 2017 και δεν αναμένεται να εφαρμοστεί άμεσα) έχουν θέσει ως πρόταση, τα εξής σενάρια:
Οι μισθωτοί
Επέκταση των ισχυόντων του τέως ΙΚΑ σε όλους τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα (ΔΕΚΟ, τράπεζες, ΕΤΑΠ-ΜΜΕ), με εξαίρεση του Δημόσιο που θα παραμείνει ως έχει.
Να σημειωθεί ότι τώρα στο πρώην ΙΚΑ ΕΤΑΜ, από την 1η έως την 3η ημέρα, το 50% του ημερομισθίου καλύπτεται από τον εργοδότη. Από την 4η έως τη 18η ημέρα, το 25% του ημερομισθίου δίνεται από τον ΕΦΚΑ και το 75% από τον εργοδότη. Από τη 19η έως την 30ή ημέρα η καταβολή είναι 50% - 50% ενώ από την 30ή ημέρα και μετά, ο μισθωτός λαμβάνει μόνο το 50% του ημερομισθίου του από τον ΕΦΚΑ. Σε δημόσιο και δήμους (πρώην ΟΠΑΔ και ΤΥΔΚΥ) δίνεται το 100% του μισθού, από το Δημόσιο. Σε τράπεζες και ΔΕΚΟ (πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ) το 60% του μισθού καλύπτεται από τον ΕΦΚΑ για τις τράπεζες και συμπληρώνει τον μισθό ο εργοδότης.
Για κάποιες ΔΕΚΟ, όπως η ΔΕΗ, πληρώνει το σύνολο του ημερομισθίου ο εργοδότης, ενώ στους δημοσιογράφους (ΕΤΑΠ-ΜΜΕ) το 100% του μισθού δίνεται από τον ΕΦΚΑ.
Μη μισθωτοί
Σενάριο 1
Παροχή ασθένειας και ατυχήματος κατ’ αναλογία με το τέως ΙΚΑ, με βάση υπολογισμού το τεκμαρτό ημερομίσθιο βάσει ασφαλιστικής κλάσης αλλά για βεβαιωμένες ημέρες ανικανότητας για εργασία, μεγαλύτερες από 30 ημέρες. Στην πράξη, το επίδομα θα καταβάλλεται από την 31η ημέρα ανικανότητας και μετά.
Κερδισμένοι με αυτό το σενάριο θα είναι οι αγρότες, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι μηχανικοί, οι γιατροί και οι δικηγόροι της επαρχίας.
Σενάριο 2
Ίδιο με το Σενάριο 1 αλλά για βεβαιωμένες ημέρες ανικανότητας πάνω από 15. Δηλαδή η πληρωμή του επιδόματος θα γίνεται από τη 16η ημέρα.
Σενάριο 3
Παροχή μόνο εργατικού ατυχήματος, κατ’ αναλογία του τέως ΟΑΕΕ, αλλά με βάση υπολογισμού το τεκμαρτό ημερομίσθιο και για βεβαιωμένες ημέρες ανικανότητας για εργασία, πάνω από 30 ημέρες. Δηλαδή, η πληρωμή θα γίνεται από την 1η ημέρα, εφόσον υπάρχει αναρρωτική άδεια άνω των 30. Κερδισμένοι θα είναι αγρότες, μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι της επαρχίας.
Με συντηρητικές παραδοχές και λαμβάνοντας ως ένα πιθανό τεκμαρτό ημερομίσθιο της τάξης των 35 ευρώ, ένας ελεύθερος επαγγελματίας θα μπορεί να λάβει ένα επίδομα κοντά στα 17,5 ευρώ την ημέρα, με μέση διάρκεια καταβολής τις 30 ημέρες. Το ετήσιο κόστος, ακόμη και αν το λάβει το 5% των μη μισθωτών, εκτιμάται στα 30-40 εκατ. ευρώ.