Η ευρωπαϊκή φαρμακοβιομηχανία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, όπου η ισορροπία ανάμεσα στην καινοτομία, την πρόσβαση των ασθενών και τη βιωσιμότητα των συστημάτων Υγείας δοκιμάζεται περισσότερο από ποτέ. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά και βαθιά πολιτικό, καθώς συνδέεται άμεσα με τη δημόσια Υγεία και την ικανότητα της Ευρώπης να ανταποκρίνεται σε κρίσεις, εξασφαλίζοντας σύγχρονες και αποτελεσματικές θεραπείες για τους πολίτες της.
Σε ένα περιβάλλον έντονων παγκόσμιων και ευρωπαϊκών ανακατατάξεων, διαμορφώνεται μια ολοένα και πιο αβέβαιη εικόνα για το μέλλον της οικονομίας και της κοινωνίας. Οι γεωπολιτικές εντάσεις στην ευρύτερη γειτονιά μας παραμένουν σε εξέλιξη χωρίς σαφή προοπτική αποκλιμάκωσης, ενώ η αμερικανική πολιτική, υπό τον πρόεδρο Τραμπ, χαρακτηρίζεται από έντονες διακυμάνσεις.
Παράλληλα, ο παγκόσμιος οικονομικός χάρτης αναδιαμορφώνεται με τρόπο που επηρεάζει άμεσα τη φαρμακοβιομηχανία, ιδίως υπό το πρίσμα της αρχής MFN (Most Favoured Nation) και των πρόσφατων διεθνών συμφωνιών για τις τιμές των φαρμάκων. Οι εξελίξεις αυτές, μαζί με τις πιέσεις για μείωση τιμών και αλλαγή του μοντέλου αποζημίωσης, δεν περιορίζονται μόνο σε επιλεγμένες χώρες αλλά αναμένεται να επηρεάσουν συνολικά την Ευρώπη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Φαρμακευτική Νομοθεσία, όπως διαμορφώθηκε πρόσφατα με τη συμφωνία για το καθεστώς πατέντας και το ανώτατο όριο προστασίας στα 11 έτη, αποτελεί μια βελτίωση σε σχέση με τις αρχικές προτάσεις, δεν καλύπτει επαρκώς όμως το χάσμα ανταγωνιστικότητας με τις ΗΠΑ και την Κίνα. Όλες οι ενδείξεις συνηγορούν πως αυτό δεν μικραίνει αλλά διευρύνεται. Και αυτό συμβαίνει σε μια στιγμή που η Ευρώπη επιδιώκει την ενίσχυση της στρατηγικής της αυτονομίας, ενώ τα συστήματα Υγείας καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στους δημοσιονομικούς περιορισμούς και την ανάγκη πρόσβασης σε καινοτόμες αλλά ακριβές θεραπείες.
Η πανδημία της Covid-19 λειτούργησε ως καταλύτης καταιγιστικών εξελίξεων, ενώ ανέδειξε διαχρονικές αδυναμίες και μας έμαθε κρίσιμα διδάγματα. Έφερε στο προσκήνιο την υποχρηματοδότηση των συστημάτων Υγείας, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, αλλά και την ανάγκη βελτίωσης της αποδοτικότητάς τους, μέσω πιο ορθολογικής και αποτελεσματικής διαχείρισης των πόρων.
Παράλληλα, ανέδειξε τη σημασία της ενίσχυσης της πρωτοβάθμιας φροντίδας Υγείας, της πρόληψης και του ελέγχου των χρόνιων νοσημάτων, καθώς και της καλύτερης προετοιμασίας για μελλοντικές υγειονομικές κρίσεις.
Επιπλέον, κατέδειξε τις αδυναμίες των εφοδιαστικών αλυσίδων και την εξάρτηση από περιορισμένες γεωγραφικές περιοχές για πρώτες ύλες, ενισχύοντας την ανάγκη για μεγαλύτερη παραγωγική αυτάρκεια και διαφοροποίηση. Υπάρχουν όμως και θετικές πτυχές, όπως η ταχεία ανάπτυξη εμβολίων, η οποία ανέδειξε τη δυναμική της καινοτομίας, ιδίως όταν συνοδεύεται από αποτελεσματικό συντονισμό μεταξύ κρατών, ρυθμιστικών αρχών και φαρμακοβιομηχανίας.

Δεν χωρά αμφιβολία πως βρισκόμαστε στην εποχή της «Φαρμακευτικής Αναγέννησης», με πάνω από 7.000 νέα μόρια να βρίσκονται σε ανάπτυξη παγκοσμίως. Η φαρμακευτική έρευνα εισέρχεται σε μια νέα, ιδιαίτερα δυναμική φάση. Η αξιοποίηση της ΑΙ (Τεχνητής Νοημοσύνης) και των Real World Evidence (Δεδομένων Πραγματικού Κόσμου) δημιουργεί τις προϋποθέσεις για επιτάχυνση της ανάπτυξης νέων θεραπειών και για πιο τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων, μετατρέποντας την τεχνολογία σε καθοριστικό παράγοντα προόδου προς όφελος των ασθενών.
Όμως οι δυνατότητες αυτές είναι στη διάθεση όλων και η Ευρώπη κινδυνεύει να αποδυναμωθεί περαιτέρω, εάν δεν προχωρήσει σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Αν και εξακολουθεί να παράγει σημαντικό ποσοστό πρωτότυπων φαρμάκων παγκοσμίως, η πορεία αυτή φαίνεται φθίνουσα, ενώ το υφιστάμενο πλαίσιο δεν ευνοεί την ταχεία και ισότιμη πρόσβαση στην καινοτομία.
Ο κατακερματισμός των συστημάτων τιμολόγησης και αποζημίωσης -με 27 διαφορετικά εθνικά μοντέλα- δημιουργεί καθυστερήσεις και ανισότητες, με αποτέλεσμα οι ασθενείς στις οικονομικά ασθενέστερες χώρες της Ευρώπης να αντιμετωπίζουν συχνά μεγαλύτερους χρόνους αναμονής για νέες θεραπείες σε σχέση με τους ασθενείς στις πιο εύρωστες οικονομικά χώρες. Αυτό αναδεικνύει την ανάγκη για ένα πιο ευέλικτο και συντονισμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο, που θα επιτρέπει την ταχύτερη διάθεση των νέων θεραπειών σε όλους τους Ευρωπαίους πολίτες.
Είναι σαφές πως η ευρωπαϊκή φαρμακοβιομηχανία χρειάζεται κίνητρα για την ενίσχυση των επενδύσεων στην έρευνα και ανάπτυξη και τα συστήματα Υγείας χρειάζονται περισσότερη χρηματοδότηση ώστε να στηριχθεί η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, αλλά και να θωρακιστεί για την αποτελεσματική αντιμετώπιση μελλοντικών υγειονομικών κρίσεων.
Η απώλεια της ανταγωνιστικότητας, βέβαια, δεν είναι ο πιο σημαντικός κίνδυνος, αλλά οι πιθανές καθυστερήσεις στην πρόσβαση στην καινοτομία, με άμεσες επιπτώσεις για τους ασθενείς και τα συστήματα Υγείας.
Μόνο με ενίσχυση της συνεργασίας όλων των εμπλεκόμενων μερών μπορούν να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που αναδεικνύονται -και στη χώρα μας οι προκλήσεις αυτές βρίσκονται στον υπερθετικό βαθμό.
Ο ΣΦΕΕ αλλά και οι εταιρείες-μέλη του παραμένουν σταθερά προσηλωμένοι στον συνεχή διάλογο με τους αρμόδιους φορείς και στη στενή συνεργασία με ευρωπαϊκούς και εθνικούς θεσμούς, καθώς μόνο μέσα από συγκλίσεις και συντονισμένες δράσεις μπορεί να διασφαλιστεί ότι η καινοτομία θα φτάνει έγκαιρα στους ασθενείς και θα υποστηρίζει ουσιαστικά τη βιωσιμότητα του συστήματος Υγείας.
*Ο Ολύμπιος Παπαδημητρίου είναι Πρόεδρος του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ)