Πώς θα φτιάξουμε ένα νέο, αναγεννημένο ΕΣΥ

Η υγειονομική θωράκιση αναδεικνύεται σε ζήτημα ασφάλειας, όμως το Εθνικό Σύστημα Υγείας παραμένει χωρίς στρατηγική, με την ανάγκη για ριζική ανασυγκρότηση να γίνεται ολοένα πιο επιτακτική.

Πώς θα φτιάξουμε ένα νέο, αναγεννημένο ΕΣΥ
  • Ιωάννης Τσίμαρης

Η πανδημία, η οικονομική κρίση και οι γεωπολιτικές αναταράξεις απέδειξαν με τον πιο σκληρό τρόπο ότι η Υγεία είναι υποδομή εθνικής ασφάλειας. Ωστόσο, το Εθνικό Σύστημα Υγείας εξακολουθεί να λειτουργεί σαν να μην υπάρχουν απειλές, δημογραφική γήρανση, αύξηση των χρόνιων νοσημάτων ή κλιματική κρίση.

Η καθημερινότητα στα νοσοκομεία -με μεγάλες αναμονές, άνιση πρόσβαση και εξουθενωμένο προσωπικό- δείχνει ότι δεν μάθαμε ούτε από την Covid-19 ούτε από τη φυγή χιλιάδων γιατρών στο εξωτερικό. Η δημόσια συζήτηση παραμένει θορυβώδης και αποσπασματική. Η απουσία ενιαίας, μακροπρόθεσμης στρατηγικής αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνεται την Υγεία ως εθνική προτεραιότητα αλλά ως επικοινωνιακό εργαλείο.

Το ΠΑΣΟΚ προτάσσει τη ρήξη με την αδράνεια και προτείνει λύσεις για ένα νέο, αναγεννημένο ΕΣΥ:

Πρώτη προτεραιότητα είναι η δημιουργία μιας εθνικής στρατηγικής για τα δεδομένα στον τομέα της Υγείας, ώστε να είναι δυνατή η χάραξη πολιτικής βασισμένης σε αξιόπιστα και διαρκώς επικαιροποιημένα στοιχεία. Σήμερα, η χώρα στερείται ολοκληρωμένης επιδημιολογικής εικόνας, γεγονός που οδηγεί αναπόφευκτα σε πολιτικές χωρίς σαφή στόχευση. Η δημιουργία ενός ενιαίου συστήματος διαχείρισης δεδομένων Υγείας, που θα διασυνδέει δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση.

Παράλληλα, η ανάπτυξη εθνικής βιοτράπεζας και η ουσιαστική αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να μεταμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και αξιολογούνται οι πολιτικές Υγείας, ενισχύοντας την πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία.

Το υπουργείο πρέπει να αλλάξει ρόλο. Να πάψει να είναι διοικητικός διαμεσολαβητής και να γίνει πραγματικό επιτελικό κέντρο. Η σημερινή πολυδιάσπαση παράγει σύγχυση, καθυστερήσεις, έλλειψη ευθύνης.

Ο ΕΟΠΥΥ πρέπει να εξελιχθεί σε έναν ενεργό και απαιτητικό αγοραστή υπηρεσιών Υγείας, που θα θέτει ποιοτικά κριτήρια και θα αξιολογεί συστηματικά τα αποτελέσματα. Η συγχώνευση ή αναδιάρθρωση οργανισμών όπου απαιτείται, σε συνδυασμό με την καθιέρωση σαφών δεικτών απόδοσης, θα ενισχύσει τη διαφάνεια και τη λογοδοσία σε όλα τα επίπεδα.

Ιδιαίτερη έμφαση οφείλουμε να δώσουμε στο ανθρώπινο δυναμικό, που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του συστήματος. Η απουσία στρατηγικής για την κατανομή των γιατρών, των νοσηλευτών και των λοιπών επαγγελματιών Υγείας έχει οδηγήσει σε έντονες ανισορροπίες, τόσο γεωγραφικές όσο και σε επίπεδο ειδικοτήτων. Είναι αναγκαία η σύνδεση των πραγματικών αναγκών του πληθυσμού με τον σχεδιασμό της ιατρικής εκπαίδευσης και της ειδίκευσης.

Παράλληλα, πρέπει να επενδύσουμε ουσιαστικά στη συνεχή επιμόρφωση, ιδίως σε τομείς όπως η ανάλυση δεδομένων, η χρήση νέων τεχνολογιών και η διεπιστημονική συνεργασία. Για να αναχαιτιστεί το brain drain, απαιτούνται στοχευμένα οικονομικά, επιστημονικά και θεσμικά κίνητρα για την παραμονή και την επιστροφή των επαγγελματιών Υγείας.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο ενός αποτελεσματικού συστήματος Υγείας, ωστόσο στη χώρα μας παραμένει αδύναμη και αποσπασματική. Η εφαρμογή του θεσμού του προσωπικού γιατρού έχει καλύψει μόλις το 58,1% του πληθυσμού.

Ο προσωπικός γιατρός αποτελεί έναν κρίκο μόνο της αλυσίδας της ΠΦΥ και από μόνος του δεν επαρκεί για να καλύψει τις σύγχρονες ανάγκες, ιδιαίτερα σε μια κοινωνία με αυξανόμενη πολυνοσηρότητα. Απαιτείται μετάβαση σε ομαδικά, διεπιστημονικά σχήματα φροντίδας, όπου γιατροί διαφορετικών ειδικοτήτων, νοσηλευτές και άλλοι επαγγελματίες συνεργάζονται για την ολιστική διαχείριση του ασθενούς, πετυχαίνοντας καλύτερη πρόληψη και αποσυμφόρηση των νοσοκομείων.

Στο επίπεδο των νοσοκομείων, οι ανισότητες είναι πλέον δομικές. Ένας μικρός αριθμός μεγάλων νοσοκομείων διαχειρίζεται τη συντριπτική πλειονότητα των περιστατικών, γεγονός που οδηγεί σε υπερφόρτωση και υποβάθμιση των υπηρεσιών. Αυτό επιβάλλει μια συνολική αναδιοργάνωση του νοσοκομειακού χάρτη, με ενίσχυση των μεγάλων μονάδων αλλά και ουσιαστική αναβάθμιση των περιφερειακών δομών.

Η διοίκηση των νοσοκομείων πρέπει να εκσυγχρονιστεί με πραγματικά αξιοκρατική επιλογή διοικήσεων και συστηματική αξιολόγηση. Η κατάργηση των ορίων ιδιωτικού-δημοσίου τομέα έχει εντείνει την άνιση πρόσβαση και την εμπορευματοποίηση της φροντίδας. Ο ιδιωτικός τομέας πρέπει να εντάσσεται σε ένα σαφές και αυστηρό πλαίσιο συνεργασίας, με διασφαλισμένη ποιότητα, κανόνες και έλεγχο.

Στον τομέα του φαρμάκου, η δημόσια συζήτηση παραμένει εγκλωβισμένη σε μια στενή δημοσιονομική προσέγγιση, με επίκεντρο μηχανισμούς όπως το clawback. Ωστόσο, μια σύγχρονη φαρμακευτική πολιτική οφείλει να είναι ταυτόχρονα βιώσιμη και αναπτυξιακή. Η ενίσχυση του ρόλου των αρμόδιων φορέων, η προσέλκυση επενδύσεων, η ανάπτυξη κλινικών δοκιμών και η ουσιαστική αξιοποίηση της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός πιο αποτελεσματικού και καινοτόμου περιβάλλοντος προς όφελος της οικονομίας και των ασθενών.

Τέλος, η δημόσια Υγεία και η πρόληψη πρέπει να πάψουν να αποτελούν δευτερεύουσες προτεραιότητες και να τεθούν στην προμετωπίδα του στρατηγικού σχεδιασμού. Τα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου αποτελούν σημαντικό βήμα, αλλά απαιτούν συνεχή αξιολόγηση ως προς την αποτελεσματικότητα και την ισότιμη πρόσβαση. Παράλληλα, η ιατρική εκπαίδευση οφείλει να εκσυγχρονιστεί ριζικά, ώστε οι νέοι γιατροί να ανταποκριθούν στις προκλήσεις των επόμενων δεκαετιών.

Όλα τα παραπάνω δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι πολιτικές επιλογές που καθορίζουν το κοινωνικό συμβόλαιο. Καλούμαστε να απαντήσουμε αν θέλουμε ένα ΕΣΥ που προστατεύει όλους ή ένα σύστημα που επιβιώνει χάρη στην ιδιωτική αγορά και την ατομική δυνατότητα πληρωμής.

Η θέση δεν μπορεί να είναι αμφίσημη. Η υγεία είναι δημόσιο αγαθό και θεμελιώδες δικαίωμα. Κάθε υποχώρηση από αυτή την αρχή έχει κοινωνικό κόστος που δεν κατανέμεται ισότιμα.

Το ΕΣΥ μπορεί να μετασχηματιστεί. Αλλά αυτό απαιτεί σύγκρουση με συμφέροντα, πολιτική βούληση και σταθερό σχέδιο. Όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις, όχι διαχείριση φθοράς. Μόνο τότε θα μπορέσει το σύστημα να ξανακερδίσει το βασικό του κεφάλαιο: την εμπιστοσύνη των πολιτών. Την ίδια εμπιστοσύνη που κέρδισε όταν γεννήθηκε από το ΠΑΣΟΚ και τον αείμνηστο Γιώργο Γεννηματά.

*Ο Ιωάννης Τσίμαρης είναι Βουλευτής Ιωαννίνων και κοινοβουλευτικός υπεύθυνος του τομέα Υγείας ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής

 

v
Απόρρητο