Η επένδυση στη βιοφαρμακευτική καινοτομία είναι ένας κρίσιμος παράγοντας που διαμορφώνει τη δημόσια Υγεία και επηρεάζει την αναπτυξιακή στρατηγική κάθε χώρας. Ο διαρκώς εντεινόμενος διεθνής ανταγωνισμός για καινοτομία στη βιοτεχνολογία μπαίνει σε ένα νέο πλαίσιο, στο οποίο αναπόφευκτα πλέον συνυπολογίζονται οι γεωπολιτικές και μακροοικονομικές προκλήσεις.
Αυτό αποτυπώνεται με τη νέα συνθήκη που έχει επιφέρει το MFN σχετικά με τις τιμές των φαρμάκων στην Ευρώπη, αλλά και με τη νέα φαρμακευτική πολιτική που υιοθετεί η Ευρώπη, η οποία προσπαθεί να προστατεύσει την ανταγωνιστικότητά της απέναντι στην Κίνα και τις ΗΠΑ. Με σημαντικές πρωτοβουλίες όπως το Biotech Act για τις κλινικές μελέτες, την αναθεώρηση της φαρμακευτικής νομοθεσίας για την εισαγωγή πρωτοποριακών μέτρων επιβράβευσης όπως το Transfer Exclusivity Vouchers για καινοτόμα αντιβιοτικά, η Ευρώπη ενισχύει και υποστηρίζει την ανταγωνιστικότητα, την καινοτομία και τη βιωσιμότητα της φαρμακευτικής βιομηχανίας.
Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και σε εθνικό επίπεδο, όπου χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία έχουν προχωρήσει σε επίσημες συμφωνίες που προάγουν τη φαρμακευτική καινοτομία με διαφορετικούς τρόπους. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο η κυβέρνηση υπέγραψε τον διπλασιασμό του κονδυλίου για νέα φάρμακα και τη μείωση των συνολικών επιστροφών από τις φαρμακευτικές εταιρείες με μέγιστο το 15%, ενώ στην Ιρλανδία η κυβέρνηση υπέγραψε τη σταδιακή επιτάχυνση της αποζημίωσης νέων φαρμάκων στις 180 μέρες.
Η Ευρώπη λοιπόν υιοθετεί μια τελείως διαφορετική προσέγγιση σχετικά με τη φαρμακευτική καινοτομία, την οποία θα μπορούσε να ενστερνιστεί και η χώρα μας. Γι’ αυτό απαιτείται μια νέα προσέγγιση που θα διασφαλίζει τη βιωσιμότητα της αλυσίδας φαρμάκου βασισμένη σε πυλώνες όπως: επαρκή και ρεαλιστική χρηματοδότηση, καλύτερο έλεγχο της ζήτησης, αξιοποίηση των δεδομένων και της ψηφιακής τεχνολογίας, σύγχρονα μοντέλα αποζημίωσης με βάση την αξία και όχι μόνο το κόστος, ενίσχυση της πρόληψης αλλά και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις και κλινικές μελέτες.
Πολύς λόγος γίνεται το τελευταίο διάστημα όχι μόνο στη χώρα μας αλλά σε όλη την Ευρώπη για την ανάγκη προσέλκυσης περισσότερων κλινικών μελετών πρώτα για τους ασθενείς αλλά και για το σύστημα Υγείας και την ανάπτυξη του οικοσυστήματος φαρμακευτικής έρευνας και καινοτομίας.
Παρόλο που η χώρα μας διαθέτει το κατάλληλο επιστημονικό δυναμικό, και το σύστημα Υγείας έχει σημαντικές δυνατότητες για απορρόφηση κλινικών μελετών, οι επενδύσεις για το 2025 ήταν περίπου στα 160 εκατ. ευρώ, ενώ θα μπορούσε να είναι σημαντικά υψηλότερες, αν υπήρχε ένα πιο σταθερό και ελκυστικό περιβάλλον, με έμφαση στην ταχύτητα, την προβλεψιμότητα και τα ουσιαστικά κίνητρα για επενδύσεις στην κλινική έρευνα.

Αναμφισβήτητα, πρωτοβουλίες της Πολιτείας όπως η δημιουργία ηλεκτρονικής πλατφόρμας για τις κλινικές μελέτες ή τα ειδικά γραφεία Κλινικών Μελετών στα μεγάλα νοσοκομεία της χώρας, είναι στη σωστή κατεύθυνση. Επίσης στοχευμένα κίνητρα όπως το επενδυτικό clawback βοηθούν σημαντικά, όμως χρειάζεται επανασχεδιασμός του μέτρου με μεγαλύτερο προσανατολισμό σε επενδύσεις που συνδέονται με έρευνα και καινοτομία, όπως επενδύσεις σε κλινικές μελέτες.
H Pfizer στην Ελλάδα στηρίζει κάθε πρωτοβουλία που στόχο έχει την προώθηση των κλινικών μελετών στη χώρα μας, όπως αυτή της «Συμμαχίας για την Προώθηση της Αξίας των Κλινικών Μελετών» της Ένωσης Ασθενών Ελλάδας σε συνεργασία με την Ιατρική Εταιρεία Αθηνών και τη HACRO. Παράλληλα, με το παγκόσμιο Κέντρο Έρευνας & Ανάπτυξης στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, η Pfizer μεταφέρει τεχνογνωσία και διεθνή εμπειρία από κλινικές μελέτες που γίνονται σε όλο τον κόσμο. Πρόσφατα, μάλιστα, μετά από πρόταση της Pfizer υλοποιήθηκε συνάντηση του EFPIA Research & Innovation working Group στο παγκόσμιο κέντρο της εταιρείας στη Θεσσαλονίκη, με αντικείμενο το νέο πλαίσιο για την ενίσχυση των Κλινικών Μελετών στην Ευρώπη.
Το ίδιο σημαντική είναι και η στροφή προς την πρόληψη. Η Ελλάδα γερνά γρήγορα: το 24% του πληθυσμού είναι ήδη άνω των 65 ετών και οι προβολές δείχνουν ότι το ποσοστό αυτό μπορεί να φτάσει το 34% έως το 2060. Σε ένα τέτοιο δημογραφικό περιβάλλον, η ενίσχυση της πρόληψης και ιδιαίτερα του εμβολιασμού ενηλίκων δεν αποτελεί συμπληρωματική πολιτική, αλλά προϋπόθεση βιωσιμότητας για το σύστημα Υγείας.
Σημαντικά βήματα έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια με έμφαση στην πρόληψη, με προγράμματα όπως το ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ, αλλά απαιτείται μια συνεκτική εθνική στρατηγική που θα επικεντρώνεται στην πρόληψη και θα αναδεικνύει τον εμβολιασμό ως βασική προτεραιότητα.
Πρόσφατη μελέτη στην Ελλάδα έδειξε πως αν καταφέρναμε στη χώρα μας να φτάσουμε τα ιδανικά επίπεδα εμβολιαστικής κάλυψης (75%, σύμφωνα με τον ΠΟΥ) έναντι των αναπνευστικών νοσημάτων (RSV, Covid-19, πνευμονιόκοκκος και γρίπη) σε ενήλικες άνω των 60 ετών, θα αποτρέπαμε 18 χιλιάδες θανάτους, θα είχαμε 1 εκατομμύριο λιγότερες ημέρες νοσηλείας και θα κερδίζαμε συνολικά 33 δισ. ευρώ σε καθαρά κοινωνικά οφέλη.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα πληρέστερα προγράμματα εμβολιασμού στην Ευρώπη και επιταχυνόμενες διαδικασίες αποζημίωσης των συνιστώμενων εμβολίων, εξασφαλίζοντας πρόσβαση στους πολίτες σε πολύτιμα εμβόλια. Αυτό όμως που χρειάζεται να γίνει είναι ο καθορισμός ετήσιων στόχων και η συστηματική καταγραφή και παρακολούθηση της προόδου των εμβολιασμών από την Πολιτεία, με ανάλογη ανάληψη δράσεων όπου υπάρχει μειωμένη απόδοση. Μέτρα όπως καμπάνιες ενημέρωσης, ενίσχυση του θεσμού του προσωπικού γιατρού, ποιοτικοί δείκτες στην πρωτοβάθμια φροντίδα, σωστή λειτουργία του μητρώου εμβολιασμού ενηλίκων και αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας με αυτοματοποιημένες ειδοποιήσεις, ειδικά σε ομάδες υψηλού κινδύνου, είναι κάποια από τα μέτρα που θα συμβάλουν στην ενίσχυση της πρόληψης μέσω του εμβολιασμού των ενηλίκων.
Είναι λοιπόν απαραίτητη μια νέα, συνεκτική εθνική στρατηγική για το φάρμακο, που θα βλέπει την καινοτομία, την πρόληψη και την πρόσβαση όχι ως κόστος προς περιορισμό αλλά ως επένδυση στην υγεία, στην παραγωγικότητα και στο μέλλον της χώρας.
*Ο κ. Βασίλης Τζινιέρης είναι πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος Pfizer Hellas