Συνέντευξη στη Δέσποινα Καραγιαννοπούλου
Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία βρίσκεται σε μια συνεχή αναδόμηση λόγω των κρίσεων. Με ποιο «οπλοστάσιο» μπορεί σήμερα μια ελληνική εταιρεία να ανταπεξέλθει;
Είναι δεδομένο ότι καμία παραγωγική φαρμακοβιομηχανία, ελληνική ή ευρωπαϊκή, δεν μπορεί πλέον να επιχειρεί έχοντας εξασφαλίσει ότι οι αγορές, οι πρώτες ύλες, η ενέργεια και οι μεταφορές θα είναι πάντα διαθέσιμες, φθηνές και προβλέψιμες. Η τελευταία δεκαετία απέδειξε ότι η ανθεκτικότητα αποτελεί πλέον βασικό περιουσιακό στοιχείο μιας επιχείρησης, σχεδόν ισοδύναμο με την παραγωγική δυναμικότητα.
Μια ελληνική εταιρεία, προκειμένου να ανταπεξέλθει στο σημερινό πολύ ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον, χρειάζεται να συνδυάζει επενδύσεις σε έρευνα, παραγωγή και συστήματα διασφάλισης ποιότητας, με ανθρώπινο δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης, ενσωμάτωση σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων στο σύνολο των δραστηριοτήτων της και πρόσβαση σε ευέλικτα χρηματοδοτικά εργαλεία. Χρειάζεται επίσης ένα προβλέψιμο πλαίσιο φαρμακευτικής πολιτικής με επαρκή χρηματοδότηση, προκειμένου να καλυφθεί σταδιακά το συσσωρευμένο κενό της προηγούμενης δεκαετίας, και κίνητρα για επενδύσεις.
Οι πρόσφατες κρίσεις έδειξαν ότι η φαρμακοβιομηχανία αποτελεί υποδομή υγειονομικής ασφάλειας. Γι’ αυτό τον λόγο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν μια επιχείρηση μπορεί να απορροφήσει έναν κραδασμό, αλλά αν το θεσμικό και χρηματοδοτικό περιβάλλον τής επιτρέπει να προετοιμάζεται, να προγραμματίζει και να επενδύει.
Ποια μαθήματα πήραν οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες από την κρίση; Το πάθημα έγινε μάθημα;
Το βασικό μάθημα είναι ότι το φάρμακο είναι αγαθό κρίσιμης σημασίας, με κοινωνική, οικονομική και γεωπολιτική διάσταση. Τα μνημόνια και η δημοσιονομική προσαρμογή ανέδειξαν τις αρνητικές επιπτώσεις της υπερβολικής πίεσης των τιμών και της υποχρηματοδότησης ειδικά για τη βιωσιμότητα των οικονομικών καταξιωμένων φαρμάκων.
Η πανδημία έδειξε τι σημαίνει εξάρτηση από τις εισαγωγές δραστικών ουσιών και φαρμάκων από τρίτες χώρες εφοδιασμού εκτός Ε.Ε. Πρέπει να τονιστεί ότι η ύπαρξη παραγωγικής φαρμακοβιομηχανίας στη χώρα μας εξασφάλισε την επάρκεια της αγοράς και την κάλυψη των αναγκών.
Οι πολεμικές συρράξεις μάς δείχνουν πόσο γρήγορα μια περιφερειακή κρίση μπορεί να καταλήξει σε πρόβλημα κόστους, διαθεσιμότητας των φαρμάκων και υγειονομικής ασφάλειας για ολόκληρη την Ευρώπη. Η Ευρώπη πλέον αναγνωρίζει καθαρά ότι η πρόσβαση των ασθενών, η ασφάλεια εφοδιασμού, η ανταγωνιστικότητα της παραγωγής και η βιωσιμότητα του φαρμακευτικού οικοσυστήματος πρέπει να αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο μιας ενιαίας ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Στο διαρκώς μεταβαλλόμενο αυτό περιβάλλον, οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες υλοποιούν μια σειρά από σημαντικές επενδύσεις ύψους 1,8 δισ. μέχρι το 2028, εκσυγχρονίζονται, αναπτύσσουν νέες παραγωγικές και ερευνητικές δομές, αναβαθμίζονται τεχνολογικά, επενδύουν στο ανθρώπινο δυναμικό, ενισχύουν τις εξαγωγές τους.
Ασφαλώς, αυτό από μόνο του δεν αρκεί: Είναι δεδομένο ότι παρά τις «ενέσεις» στους φαρμακευτικούς προϋπολογισμούς των τελευταίων ετών, το δημόσιο σύστημα φαρμακευτικής φροντίδας παραμένει υποχρηματοδοτούμενο. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε υψηλές υποχρεωτικές επιστροφές rebate και clawback, που σε συνδυασμό με τη δραματική αύξηση του κόστους παραγωγής λόγω ενέργειας και ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας διαμορφώνουν ένα περιβάλλον έντονων προκλήσεων.
Αναμένεται να υπάρξουν μεσο-μακροπρόθεσμα επιπτώσεις στην Υγεία λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή;
Είναι δεδομένο ότι ακόμη και αν μια πολεμική κρίση λήξει άμεσα, οι επιπτώσεις της δεν λήγουν την επόμενη ημέρα καθώς οι αλυσίδες εφοδιασμού χρειάζονται χρόνο για να επανέλθουν. Οι καθυστερήσεις στις μεταφορές, η αύξηση του κόστους ενέργειας, οι διακυμάνσεις στις πρώτες ύλες, οι ασφαλιστικές επιβαρύνσεις και η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές μπορούν να δημιουργήσουν πιέσεις για μήνες ή και χρόνια. Στον φαρμακευτικό κλάδο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς πρόκειται για ένα επιχειρηματικό περιβάλλον με αυστηρές προδιαγραφές, εγκρίσεις, ποιοτικούς ελέγχους και χρονοβόρες κανονιστικές διαδικασίες.
Στο πλαίσιο αυτό, η διασφάλιση της επάρκειας προϋποθέτει την ύπαρξη μηχανισμών για την έγκαιρη πρόβλεψη της ζήτησης, την ύπαρξη αποθεμάτων ασφαλείας, παραγωγική βάση στην Ευρώπη και έξυπνα συστήματα προμηθειών που δεν επιβραβεύουν μόνο τη χαμηλότερη τιμή αλλά τη συνολικότερη προστιθέμενη αξία που προκύπτει. Αυτή άλλωστε είναι και η κατεύθυνση της νέας ευρωπαϊκής προσέγγισης για τα κρίσιμα φάρμακα: λιγότερη εξάρτηση, περισσότερη παραγωγική ανθεκτικότητα, καλύτερος συντονισμός μεταξύ κρατών-μελών. Για χώρες όπως η Ελλάδα, που διαθέτουν υπαρκτή παραγωγική βάση, η συγκυρία αυτή αποτελεί ευκαιρία για την ανάδειξη της εγχώριας παραγωγής σε κρίσιμο κρίκο της ευρωπαϊκής υγειονομικής ασφάλειας.
Η Πολιτεία με ποιες παρεμβάσεις θα μπορούσε να θωρακίσει τις ελληνικές παραγωγικές δυνάμεις του κλάδου;
Η Πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίσει την ελληνική φαρμακοβιομηχανία ως κρίσιμη παραγωγική υποδομή της χώρας. Αυτό σημαίνει ότι, πέρα από το γενικό πλαίσιο φαρμακευτικής πολιτικής, απαιτούνται στοχευμένες παρεμβάσεις που ενισχύουν την παραγωγική ανθεκτικότητα: επιτάχυνση αδειοδοτήσεων για νέες μονάδες και επεκτάσεις, καλύτερη αξιοποίηση ευρωπαϊκών και εθνικών χρηματοδοτικών εργαλείων, κίνητρα για επενδύσεις σε τεχνολογία, ποιότητα, ψηφιοποίηση και πράσινη μετάβαση, καθώς και αναγνώριση της εγχώριας παραγωγής ως κρίσιμης παραμέτρου για την ασφάλεια του εφοδιασμού της αγοράς και της κάλυψης των αναγκών.
Σε ό,τι αφορά στο ενεργειακό κόστος, είναι απαραίτητη η ξεκάθαρη βιομηχανική στόχευση, ειδικά στην παραγωγή φαρμάκων, η οποία αποτελεί δραστηριότητα υψηλών προδιαγραφών, με σταθερές απαιτήσεις λειτουργίας, ελέγχου ποιότητας, αποθήκευσης και ασφάλειας. Η φαρμακοβιομηχανία δεν μπορεί να διακόπτει ή να μεταβάλλει εύκολα τη λειτουργία της ανάλογα με τη συγκυρία της αγοράς ενέργειας.
Για τον λόγο αυτό, θα μπορούσαν να εξεταστούν συμβάσεις σταθερού ενεργειακού κόστους για παραγωγικές μονάδες, ειδικά τιμολόγια για ενεργοβόρες βιομηχανικές δραστηριότητες στρατηγικής σημασίας, μηχανισμοί αντιστάθμισης σε περιόδους ακραίων διακυμάνσεων, καθώς και ταχύτερη αδειοδότηση έργων αυτοπαραγωγής και ενεργειακού συμψηφισμού. Παράλληλα, η στήριξη επενδύσεων σε ΑΠΕ, αποθήκευση ενέργειας και ενεργειακή αναβάθμιση εγκαταστάσεων μπορεί να μειώσει μόνιμα το κόστος και όχι απλώς να επιδοτήσει προσωρινά το πρόβλημα.
Το ζητούμενο δεν είναι μια αποσπασματική ενίσχυση λόγω της αρνητικής συγκυρίας, αλλά μια συνεκτική πολιτική βιομηχανικής ανθεκτικότητας. Η Ελλάδα διαθέτει παραγωγικές φαρμακοβιομηχανίες με τεχνογνωσία, εξαγωγικό αποτύπωμα και σημαντικό επενδυτικό πρόγραμμα. Σε μια εποχή που η Ευρώπη αναζητά τρόπους να μειώσει τις εξαρτήσεις της και να ενισχύσει την ασφάλεια εφοδιασμού, η ελληνική παραγωγή φαρμάκου μπορεί να αποτελέσει μέρος της ευρωπαϊκής λύσης. Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται λιγότερη γραφειοκρατία, λιγότερη ενεργειακή αβεβαιότητα και περισσότερος χώρος για παραγωγή, επενδύσεις και ανάπτυξη.