Οι διαδοχικές κρίσεις άλλαξαν το τοπίο στην Υγεία και την ιατροτεχνολογία

Οι γεωπολιτικές αναταράξεις, η πανδημία του κορωνοϊού και η οικονομική ύφεση δοκίμασαν την αντοχή των επιχειρήσεων Υγείας, αλλά ανέδειξαν και την ανάγκη για ανθεκτικότητα, καινοτομία και συνεργασία. Οι ελληνικές θυγατρικές πολυεθνικών προσαρμόστηκαν επενδύοντας σε ευελιξία, ψηφιακά εργαλεία και στρατηγική διαχείριση κινδύνων.

Οι διαδοχικές κρίσεις άλλαξαν το τοπίο στην Υγεία και την ιατροτεχνολογία
  • Δημήτρης Νίκας

Οι κρίσεις των τελευταίων δεκαπέντε ετών -οικονομικές, υγειονομικές και γεωπολιτικές- διαμόρφωσαν ένα εντελώς νέο περιβάλλον για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο της Υγείας. Τα μνημόνια, η πανδημία Covid - 19 και, τα τελευταία χρόνια, οι συγκρούσεις δεν αποτέλεσαν απλώς διαδοχικές δυσκολίες, αλλά μια συνεχόμενη δοκιμασία αντοχής για τα συστήματα Υγείας, τις οικονομίες και τις ίδιες τις επιχειρήσεις.

Για τις ελληνικές θυγατρικές πολυεθνικών εταιρειών, ιδιαίτερα στον χώρο της ιατροτεχνολογίας, οι κρίσεις αυτές λειτούργησαν ταυτόχρονα ως απειλή αλλά και ως επιταχυντής αλλαγών. Θα πρέπει να ανατρέξουμε στην οικονομική κρίση του 2009 για να δούμε πόσο άλλαξε το τοπίο στην αγορά των ιατροτεχνολογικών, με την αποχώρηση πολλών μικρών επιχειρήσεων και τη σταδιακή εγκατάσταση πολυεθνικών.

Οι κρίσεις -και μάλιστα τέτοιου μεγέθους- συνήθως δεν αφήνουν καμία εταιρεία ανεπηρέαστη. Ωστόσο, οι οργανισμοί που διαθέτουν στρατηγικό σχεδιασμό, επιχειρησιακή ευελιξία και ισχυρούς μηχανισμούς διαχείρισης κινδύνου έχουν σαφώς μεγαλύτερες πιθανότητες να περιορίσουν τις απώλειες και να διατηρήσουν τη λειτουργική τους συνέχεια. Η οικονομική ισχύς μπορεί να παίζει κάποιο ρόλο, αλλά πιο σημαίνοντες παράγοντες είναι στοιχεία όπως ευελιξία, επένδυση σε ταλέντα, κουλτούρα συνεργασιών και διαχείρισης κινδύνων της εταιρείας.

Η πανδημία ανέδειξε ξεκάθαρα ότι η Υγεία αποτελεί πλέον κρίσιμο πυλώνα κοινωνικής και οικονομικής ασφάλειας. Οι εταιρείες ιατροτεχνολογικών θεραπειών και προϊόντων είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την κρίση. Κλήθηκαν από τα συστήματα Υγείας να απαντήσουν άμεσα και σε μεγάλη κλίμακα στις ανάγκες της πανδημίας.

Η πρόσβαση των ασθενών σε ιατροτεχνολογικά προϊόντα, διαγνωστικές εξετάσεις και καινοτόμες θεραπείες εξαρτήθηκε από την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων και από την αποτελεσματική συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Είδαμε επίσης ότι και μετά το πέρας της πανδημίας, οι εταιρείες, παρότι αντιμετώπισαν αυξήσεις του κόστους παραγωγής τους, ανταπεξήλθαν ικανοποιητικά.

Παράλληλα, οι γεωπολιτικές κρίσεις και οι πόλεμοι κατέδειξαν πόσο εύκολα μπορούν να διαταραχθούν οι διεθνείς ροές πρώτων υλών, εξοπλισμού και ενέργειας, επηρεάζοντας άμεσα το κόστος και τη διαθεσιμότητα προϊόντων.

Οι ελληνικές θυγατρικές πολυεθνικών οργανισμών έμαθαν αρκετά μέσα από αυτή τη μακρά περίοδο διαδοχικών κρίσεων, όμως, ήταν ήδη έτοιμες πολύ πριν από αυτές. Οι εταιρείες επέδειξαν υψηλά επίπεδα ανθεκτικότητας, είχαν επενδύσει εγκαίρως σε ψηφιακά εργαλεία, σε μηχανισμούς continuity planning και σε ευέλικτα μοντέλα εργασίας, και έτσι κατάφεραν να ανταποκριθούν αποτελεσματικότερα. Το δεύτερο σημαντικό μάθημα ήταν η αξία της τοπικής γνώσης. Παρότι οι στρατηγικές αποφάσεις συχνά λαμβάνονται σε κεντρικό επίπεδο, η κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων της ελληνικής αγοράς αποδείχθηκε καθοριστική για τη διαχείριση των προκλήσεων.

Ταυτόχρονα, η κρίση ανέδειξε και χρόνιες αδυναμίες του ελληνικού συστήματος Υγείας. Η υποχρηματοδότηση, η έλλειψη προβλεψιμότητας, οι καθυστερήσεις στις διαδικασίες και οι μηχανισμοί υποχρεωτικών επιστροφών και rebates δημιουργούν ένα περιβάλλον που περιορίζει τη δυνατότητα επενδύσεων και επηρεάζει την πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία. Στον χώρο της ιατροτεχνολογίας γίνεται πλέον σαφές ότι η καινοτομία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κόστος, αλλά ως επένδυση που ενισχύει την αποδοτικότητα του συστήματος Υγείας και βελτιώνει τα κλινικά αποτελέσματα.

Σε επίπεδο οικονομικών μεγεθών, κάθε κρίση αφήνει ισχυρό αποτύπωμα στις επιχειρήσεις. Οι πρώτοι δείκτες που επηρεάζονται είναι συνήθως η ρευστότητα, το λειτουργικό κόστος, οι χρόνοι πληρωμών και η σταθερότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας. Οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνουν σημαντικά το ενεργειακό και μεταφορικό κόστος, ενώ οι υγειονομικές κρίσεις προκαλούν ελλείψεις υλικών και καθυστερήσεις στην παραγωγή και διανομή.

Παράλληλα, η αβεβαιότητα επηρεάζει τις επενδύσεις και τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Ορισμένοι δείκτες μπορούν να επανέλθουν σχετικά γρήγορα. Άλλοι όμως, όπως η επενδυτική εμπιστοσύνη και η συνολική χρηματοδοτική σταθερότητα της αγοράς, χρειάζονται αρκετά χρόνια για να αποκατασταθούν πλήρως.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο ρόλος της Πολιτείας είναι καθοριστικός. Όπως προαναφέραμε, οι επιχειρήσεις χρειάζονται ένα σταθερό και προβλέψιμο ρυθμιστικό πλαίσιο, που να επιτρέπει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η επιτάχυνση των διαδικασιών αξιολόγησης και αποζημίωσης τεχνολογιών Υγείας, η αξιοποίηση σύγχρονων εργαλείων HTA, η ενίσχυση της ψηφιοποίησης και η δημιουργία κινήτρων για επενδύσεις και καινοτομία μπορούν να μειώσουν σημαντικά τις επιπτώσεις μιας κρίσης. Παράλληλα, απαιτείται μεγαλύτερη έμφαση στη στρατηγική συνεργασία μεταξύ Πολιτείας, βιομηχανίας, ακαδημαϊκής κοινότητας και επαγγελματιών Υγείας.

Το σημαντικότερο δίδαγμα όλων αυτών των ετών είναι ότι η ανθεκτικότητα ενός συστήματος Υγείας δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος των δαπανών, αλλά από την ικανότητά του να μαθαίνει, να προσαρμόζεται και να συνεργάζεται. Οι κρίσεις θα συνεχίσουν να υπάρχουν, με διαφορετική μορφή κάθε φορά. Το ζητούμενο είναι να δημιουργούμε συστήματα και οργανισμούς που βγαίνουν από αυτές πιο ώριμοι, πιο ανθεκτικοί και καλύτερα προετοιμασμένοι για το μέλλον.

*Ο κ. Δημήτρης Νίκας είναι Πρόεδρος Συνδέσμου Επιχειρήσεων Ιατρικών & Βιοτεχνολογικών Προϊόντων

 

v
Απόρρητο