Το μετέωρο βήμα της ψηφιοποίησης

«Ας αφήσουμε τους πανηγυρισμούς για μετά», τονίζει ο κ. Αντώνης Κοτζαμανίδης, Managing Director της Entersoft, για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της χώρας.

Το μετέωρο βήμα της ψηφιοποίησης
  • του Αντώνη Κοτζαμανίδη

Παρά τις διθυραμβικές ανακοινώσεις και τις υποσχέσεις για άλματα στον ψηφιακό μετασχηματισμό, η χώρα παραμένει ουραγός στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κρατώντας σταθερά την 25η θέση ανάμεσα σε 27 χώρες, σύμφωνα με τους δείκτες DESI (Δείκτες Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας της Ε.Ε.). Κι αυτό συμβαίνει παρά την όντως σημαντική βελτίωση που έχει γίνει στις ψηφιακές υπηρεσίες προς τους πολίτες.

Τηλεπικοινωνιακές υποδομές, ψηφιακές δεξιότητες του πληθυσμού, ψηφιακές υπηρεσίες του Δημοσίου, καθώς και ολοκλήρωση ψηφιακών τεχνολογιών στις επιχειρήσεις παραμένουν ακόμα σε χαμηλό επίπεδο συγκριτικά με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Να σημειωθεί εδώ ότι ο όρος «ευρωπαϊκός μέσος όρος» περιλαμβάνει, εδώ και χρόνια, χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες μας έχουν ξεπεράσει προ πολλού, πλην Ρουμανίας και Βουλγαρίας.

Στη διαδρομή για τον ψηφιακό μετασχηματισμό λειτουργήσαμε κλασικά ως Έλληνες. Μιλήσαμε, φωνάξαμε, δοξάσαμε το digitalization (ψηφιοποίηση) και μετά… κολλήσαμε. Κάναμε μια υπερπροσπάθεια λόγω της πανδημίας, βομβαρδιστήκαμε από νέες ψηφιακές υπηρεσίες που διευκόλυναν την καθημερινότητά μας και έκτοτε πανηγυρίζουμε, έχοντας ξεχάσει ότι δεν πρόκειται για αγώνα 100 μέτρων, αλλά για μαραθώνιο. Μαραθώνιο στον οποίο πρέπει για χρόνια να τρέχουμε με ταχύτητα αγώνα ημιαντοχής, αν θέλουμε να πλησιάσουμε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Στον τομέα των υποδομών, όλοι μας βλέπουμε χαμηλές ταχύτητες του Internet, ενώ οι οπτικές ίνες είναι πολύ μακριά από το να φθάσουν στα σπίτια μας, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων σε πυκνοκατοικημένες περιοχές μεγάλων πόλεων. Οι μεταρρυθμίσεις στις ψηφιακές υπηρεσίες έχουν κολλήσει εδώ και αρκετό καιρό, ενώ στις ψηφιακές δεξιότητες οι Έλληνες διακρίνονται περισσότερο σε ό,τι έχει να κάνει με τη χρήση του Internet για τα Social Media παρά για τις δεξιότητες παραγωγής περιεχομένου και eCommerce συναλλαγών.

Τέλος, οι ελληνικές επιχειρήσεις, σε μεγάλο ποσοστό, έχουν συστήματα χαμηλής τεχνολογικής ωριμότητας και δυσκολεύονται να υιοθετήσουν και να εκμεταλλευθούν καινοτομίες όπως IoT, Analytics, AI, eCommerce, μη έχοντας κατάλληλες υποδομές ERP, CRM, στις οποίες θα βασιστούν για να αναλύσουν δεδομένα και συμπεριφορές. Πάνω από το 40% των ελληνικών μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων έχουν παλαιολιθικής τεχνολογίας ή απλοϊκής λειτουργικότητας ERP-CRM συστήματα που αναπτύχθηκαν με γνώμονα τις τεχνολογίες της δεκαετίας του 1990. Ακόμα και την τεχνολογία του eInvoicing δεν την αξιοποιήσαμε σωστά, υιοθετώντας την πιο απλοϊκή της μορφή, που είναι η ενημέρωση της φορολογικής αρχής (ΑΑΔΕ MyData) για τα στοιχεία των τιμολογίων που έχουν φορολογικό -και μόνο- ενδιαφέρον.

Το τελευταίο είναι ίσως άλλο ένα κλασικό παράδειγμα για το πώς μένουν μισές οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα. Αντί να νομοθετήσουμε και να υιοθετήσουμε πλήρη συστήματα ηλεκτρονικής τιμολόγησης και ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ επιχειρήσεων (B2B EDI) και Δημοσίου (B2G), μείναμε στο πιο απλοϊκό πρώτο βήμα της ενημέρωσης της φορολογικής αρχής. Αυτό μπορεί να είναι μια ορθή μεταρρύθμιση για το Δημόσιο, αλλά δεν συμβάλλει καθόλου στην πρόοδο και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Υπάρχουν, όμως, και τα καλά νέα, που αν συνεχιστούν με γοργούς ρυθμούς, θα αλλάξουν την εικόνα της χώρας σε βάθος επταετίας. Η Ελλάδα βρίσκεται πια μεταξύ των τριών χωρών της Ε.Ε. με τον καλύτερο ρυθμό ανάπτυξης των ψηφιακών τεχνολογιών, ενώ είναι μία από τις τέσσερις χώρες με τον μεγαλύτερο δεσμευμένο προϋπολογισμό από το Ταμείο Ανάκαμψης για έργα ψηφιακού μετασχηματισμού των επιχειρήσεων. Τέλος, για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια, το νέο ΕΣΠΑ θα έχει ειδικά προγράμματα που θα αφορούν αποκλειστικά τον ψηφιακό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων.

Λεφτά υπάρχουν, λοιπόν, για την ψηφιακή μετάβαση και απομένουν δύο καθοριστικά επιπλέον βήματα. Το πρώτο έχει να κάνει με την ικανότητα των φορέων του Δημοσίου να τρέξουν γρήγορα τις προκηρύξεις και τις αναθέσεις των έργων. Η μέχρι τώρα εμπειρία με τα πρώτα προγράμματα του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ δεν είναι θετική. Απαιτείται ταχύτερος ρυθμός.

Το δεύτερο έχει να κάνει με την ψηφιακή κουλτούρα των επιχειρήσεων, τη διάθεσή τους να απορροφήσουν τους πόρους και να τους εκμεταλλευθούν σωστά, για την πραγματική ψηφιακή αναβάθμισή τους και όχι για τη συντήρηση υπαρκτών υποδομών.

Σε αυτό τεράστια ευθύνη φέρουν και οι εταιρείες πληροφορικής. Πολλές από αυτές και κυρίως οι μικρές εταιρείες, οι οποίες αποτελούν διανομείς-μεταπωλητές των μεγαλύτερων, δεν έχουν επενδύσει τα τελευταία χρόνια σε γνώσεις ικανές να στηρίξουν την αναβάθμιση σε προηγμένες τεχνολογίες. Με αυτό τον τρόπο, συμβάλλουν καθοριστικά στη διατήρηση της αδράνειας των χαμηλού επιπέδου τεχνολογιών μέσα στις επιχειρήσεις.

Γι’ αυτό είναι ευθύνη κυρίως των μεγαλύτερων εταιρειών όπως είναι και η Entersoft, να πάψουν να συντηρούν το παρελθόν και να βοηθήσουν να αναδειχθεί η σημασία του δύσκολου δρόμου. Δηλαδή της μαζικής τεχνολογικής αναβάθμισης των συστημάτων των επιχειρήσεων της χώρας και, μέσω αυτής, της ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας και ανταγωνιστικότητάς τους. Κι επειδή για την επιτυχία της αναβάθμισης αυτής θα κληθούν να εργαστούν στελέχη όχι αναγκαστικά εξοπλισμένα με ψηφιακές δεξιότητες, θα χρειαστεί να υλοποιηθούν εύκολα προσβάσιμα, οριζόντια, δωρεάν, διαδικτυακά, προγράμματα κατάρτισης των ανθρώπων, με σκοπό όχι μόνο να μπορούν να διαχειριστούν αλλά και να «αγκαλιάσουν» τις συντελούμενες αλλαγές.

Ας αφήσουμε, λοιπόν, τους πανηγυρισμούς για μετά. Προσωπικά θεωρώ ότι πρέπει να τεθεί ένας φιλόδοξος στόχος απ’ όλα τα κόμματα εξουσίας: να ξεπεράσει η Ελλάδα τον ευρωπαϊκό μέσο όρο μέσα στα επόμενα 5-7 χρόνια. Μέχρι τότε, θα πρέπει όλοι να δουλέψουν σκληρά, χωρίς πανηγυρισμούς, για να κάνουν τον στόχο απολύτως εφικτό.

 

v