Οι προκλήσεις της αναπτυξιακής προοπτικής

Η µετάβαση σε νέο αναπτυξιακό πρότυπο δεν θα είναι αναίμακτη, προειδοποιεί ο πρόεδρος των SMERemediumCap & Grant Thornton Ν. Καραμούζης στην Ειδική Εκδοση Business Review του Euro2day.gr και των New York Times. Τι πρέπει να αλλάξει.

Οι προκλήσεις της αναπτυξιακής προοπτικής
  • Νίκος Καραμούζης*

Τα σημεία που αποτελούν τροχοπέδη για να επιτύχει η Ελλάδα υψηλούς και βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης αναλύει ο Νίκος Καραμούζης, Πρόεδρος των SMERemediumCap & Grant Thornton. Αφού εξηγεί το θετικό momentum στην οικονομία, αναφέρεται εκτενώς στο επενδυτικό κενό, στην προβληματική παραγωγική δομή, στο δημογραφικό ζήτημα, στην έλλειψη επενδυτικών κινήτρων, στις κρίσιμες μεταρρυθμίσεις που αργούν, αλλά και στο διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον του διεθνούς ανταγωνισμού.

 

Η χώρα μας έχει αναμφισβήτητα εισέλθει σε έναν ενάρετο κύκλο οικονομικής σταθερότητας και αναπτυξιακής προοπτικής, μετά την περιπέτεια της κρίσης της περασμένης δεκαετίας. Παρά την επιστροφή στην κανονικότητα, η χώρα αντιμετωπίζει μια σειρά από αναπτυξιακές προκλήσεις και χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες, που λειτουργούν ανασχετικά για τη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική και την επίτευξη υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης.

Στα θετικά της χώρας και της κυβέρνησης καταγράφονται σήμερα η πολιτική σταθερότητα και κυβερνησιμότητα, η διαμόρφωση φιλικών συνθηκών για την οικονομία της αγοράς, οι θετικές προσδοκίες και το καλό επενδυτικό κλίμα, η αυξανόμενη προσέλκυση ξένων επενδύσεων, η φιλική μεταστροφή της κοινωνίας υπέρ μεταρρυθμίσεων που αποτελούσαν συγκρουσιακό κοινωνικό ταμπού στο παρελθόν (π.χ. ιδιωτικοποιήσεις), ο θετικός ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας (άνω του 2%, σημαντικά υψηλότερος συγκριτικά με τον μέσο ρυθμό αύξησης στην Ευρωζώνη), η επιστροφή σε επενδυτική βαθμίδα μετά από 13 δύσκολα χρόνια, η δυνατότητα απρόσκοπτου διεθνούς δανεισμού με βελτιωμένους όρους (π.χ. με κόστος χαμηλότερο της Ιταλίας και σχεδόν εφάμιλλο της Πορτογαλίας και της Ισπανίας).

Ακόμα, η μείωση των άμεσων φορολογικών συντελεστών (κυρίως των επιχειρήσεων), η επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων (π.χ. τράπεζες, ενέργεια), η εξασφάλιση σημαντικών ευρωπαϊκών επενδυτικών πόρων σε δάνεια και επιδοτήσεις που ξεπερνούν τα 36 δισ. ευρώ μέσω του ελληνικού προγράμματος του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), η διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας και η μείωση του λόγου δημοσίου χρέους/ΑΕΠ στο 171%, με πτωτική δυναμική και, τέλος, η παράλληλη βελτίωση μισθών, τιμών των ακινήτων και χρηματιστηριακών αξιών, καθώς και η σταθερή μείωση της ανεργίας, με θετικές επιδράσεις στη δυνητική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Τέλος, το πρωτοφανές ιστορικά πλεόνασμα ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα (δάνεια προς καταθέσεις στο 53%), που συνοδεύεται από εντυπωσιακή ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών.

Αλλά συνυπάρχουν παράλληλα στην οικονομία δυσκολίες και αβεβαιότητες όπως η ακρίβεια, το υψηλό κόστος δανεισμού, η οικονομική στασιμότητα στην Ευρώπη όπου κατευθύνεται το 60% των εξαγωγών μας, οι έντονες γεωπολιτικές συγκρούσεις στην περιοχή μας, η εντεινόμενη κλιματική κρίση που απαιτεί σημαντικές επενδύσεις για την πράσινη μετάβαση (η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ υπολογίζει αναγκαίες επενδύσεις στην Ευρωζώνη ύψους 620 δισ. ευρώ κάθε χρόνο μέχρι το τέλος της δεκαετίας), το ακόμα σημαντικό ύψος μη εξυπηρετούμενων δανείων (κοντά στα 100 δισ. ευρώ) που εντείνουν το κοινωνικό πρόβλημα, και ένα αναχρονιστικό φορολογικό σύστημα που οξύνει τις κοινωνικές αδικίες και ανέχεται την εκτεταμένη φοροδιαφυγή.

Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα διατήρησε επί μακρόν ένα ξεπερασμένο παραγωγικό πρότυπο, που στηρίχθηκε στην υπερβολική ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση (στο 78% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωζώνη), στον κρατισμό και στις δημόσιες δαπάνες, στην παροχή εγχώριων υπηρεσιών, στις δραστηριότητες εντάσεως εργασίας και στα διεθνώς μη εμπορεύσιμα αγαθά και τις υπηρεσίες.

Ο ρόλος της βιομηχανίας, της μεταποίησης, του αγροτικού τομέα, των εξαγωγών αγαθών, των επενδύσεων, των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών, των προϊόντων σημαντικής εγχώριας προστιθέμενης αξίας και τεχνολογικής αιχμής, παραμένει ακόμα και σήμερα περιορισμένος (π.χ. η μεταποίηση αποτελεί μόνο το 10% του ΑΕΠ και ο αγροτικός τομέας μόνο το 1,5%). Η κύρια επίπτωση είναι το χρόνιο πρόβλημα χαμηλής παραγωγικότητας και διεθνούς ανταγωνιστικότητας, με αποτέλεσμα ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ να περιορίζεται στο 1% τα τελευταία 50 χρόνια.

Αλλά πώς ανατρέπεις τις παραπάνω δυσμενείς οικονομικές τάσεις και παραγωγικές δομές; Ο μόνος αποτελεσματικός δρόμος είναι η δυναμική αντιμετώπιση των χρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας. Χωρίς ουσιαστικές τομές και μεταρρυθμίσεις, χωρίς έναν μεγάλο παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας, θα ήταν ουτοπικό να περιμένουμε την επίτευξη υψηλών και διατηρήσιμων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης στο μέλλον.

Αλλά ποιες είναι οι κρίσιμες διαχρονικές δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας; Η χώρα πρωτίστως αντιμετωπίζει ένα μεγάλο επενδυτικό και αποταμιευτικό κενό, που την οδηγεί σε παγίδα χαμηλής τροχιάς ανάπτυξης. Ο σχηματισμός επενδύσεων παγίων κεφαλαίων και η εθνική αποταμίευση, ως ποσοστό του ΑΕΠ, παραμένουν συγκριτικά στα χαμηλότερα επίπεδα της Ευρωζώνης, 13,9% και 10,6% αντίστοιχα για το 2022. Το επενδυτικό κενό της χώρας υπολογίζεται σε 100 δισ. ευρώ.

Χωρίς σημαντική αύξηση της εγχώριας αποταμίευσης (με παράλληλο περιορισμό της πολύ υψηλής ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης), η οποία θα συνοδεύεται, αφενός, από μια εκρηκτική, διαχρονική αύξηση του σχηματισμού επενδύσεων πάγιων κεφαλαίων ως ποσοστό του ΑΕΠ (άνω του 22%-23% ετησίως) και αφετέρου, από μια δυναμική αύξηση των εξαγωγών αγαθών, ώστε να υπεραντισταθμιστεί αναπτυξιακά η πτώση της κατανάλωσης, δεν πρέπει να περιμένουμε ούτε αναπτυξιακή δυναμική, ούτε σημαντική βελτίωση της παραγωγικότητας της οικονομίας. Το διευρυμένο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών επιβεβαιώνει καθημερινά την ανταγωνιστική υστέρηση της χώρας.

Επιπροσθέτως, η Ελλάδα αντιμετωπίζει οξύτατο δημογραφικό πρόβλημα (ο πληθυσμός μειώνεται κατά 40.000-50.000 ετησίως), γήρανση του πληθυσμού και σοβαρή έλλειψη εργατικού δυναμικού, η οποία πυροδοτεί σταδιακά υψηλότερο κόστος εργασίας σε μια χώρα με παραγωγική βάση εντάσεως εργασίας. Η αντιμετώπιση του προβλήματος είναι σύνθετη και απαιτεί συνδυασμό πολιτικών αύξησης της προσφοράς εργασίας (π.χ. νέοι, γυναίκες), με στοχευμένη μεταναστευτική πολιτική προσέλκυσης εργαζομένων και υλοποίηση μεγάλων ξένων και εγχώριων επενδύσεων εντάσεως κεφαλαίου και τεχνολογίας, που θα υποκαθιστούν σταδιακά την εργασία.

Μια επίσης μεγάλη πρόκληση είναι το γεγονός ότι η ελληνική παραγωγική δομή κυριαρχείται από σχετικά μικρές επιχειρήσεις, με χαμηλή παραγωγικότητα, εξαγωγικό δυναμισμό, βαθμό ψηφιοποίησης και εφαρμογής τεχνολογιών αιχμής. Ceteris paribus, οι μικρότερες επιχειρήσεις δεν έχουν την ευχέρεια να προσελκύσουν το αναγκαίο στελεχιακό δυναμικό και να υλοποιήσουν τις απαιτούμενες επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση, στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στις αρχές ESG και στην εξωστρεφή δυναμική ανάπτυξη.

Χρειάζονται νέα δανειακά και μετοχικά κεφάλαια και από θεσμικούς επενδυτές. Απαιτείται η υλοποίηση πολυεπίπεδης δέσμης κινήτρων για να διαμορφώσουμε ισχυρότερα και εξωστρεφή εταιρικά σχήματα, με δυνατότητες μεγάλων επενδύσεων, άντλησης κεφαλαίων από τις αγορές και ανταγωνιστική εμπορική παρουσία στις διεθνείς αγορές. Τέτοιες πρωτοβουλίες πιθανόν να συναντήσουν τις αντιστάσεις των μικρομεσαίων και μικρών οικογενειακών επιχειρηματικών σχημάτων, που ίσως δεν έχουν αντιληφθεί πλήρως το τσουνάμι που έρχεται και τη σημασία των αλλαγών που συντελούνται στην παγκόσμια οικονομική αρχιτεκτονική.

Επιπλέον, υπάρχει μια σειρά από κρίσιμες μεταρρυθμίσεις που καθυστερούν για χρόνια στη χώρα μας, συναντώντας αντιστάσεις συντεχνιών και συμφερόντων, με επιπτώσεις για την οικονομική δυναμική. Σε αυτές συμπεριλαμβάνονται ο χαμηλός βαθμός ανταγωνισμού σε αρκετές εγχώριες αγορές, η δραστική αναπτυξιακή αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και γης (σήμερα τρέχουμε με ταχύτητες… αραμπά), ώστε να αυξηθεί σημαντικά η προσφορά επενδυτικών ευκαιριών, οι μεταρρυθμίσεις σε επτά κρίσιμους τομείς της οικονομίας (δημόσια διοίκηση, παιδεία, αγροτικός τομέας, ΔΕΚΟ, υγεία, δικαιοσύνη, γραφειοκρατία - πολυνομία - φοροδιαφυγή), αναβάθμιση των κοινωνικών και οικονομικών υποδομών (λιμάνια, αεροδρόμια, ακτοπλοϊκές συνδέσεις, ψηφιακές επικοινωνίες, διαχείριση απορριμμάτων, δίκτυα ύδρευσης, μονάδες αφαλάτωσης, βιολογικοί καθαρισμοί).

Επιπροσθέτως, λόγω του σημαντικού αποταμιευτικού και επενδυτικού κενού, η χώρα χρειάζεται και μια ταχύτατη αύξηση των ξένων επενδύσεων σε νέες παραγωγικές μονάδες και όχι μόνο σε ακίνητα και υφιστάμενες επιχειρήσεις, καθώς και προσέλκυση σημαντικών ξένων χρηματοδοτικών κεφαλαίων.

Ο χαμηλός ρυθμός μεσοπρόθεσμης ανάπτυξης της οικονομίας δεν μεταβάλλεται ούτε με συμβατικές παρεμβάσεις οικονομικής πολιτικής ρουτίνας ούτε με ευκαιριακές ή λαϊκιστικές προσεγγίσεις που «χαϊδεύουν αυτιά». Χρειαζόμαστε «να σπάσουμε αυγά», να πούμε αλήθειες και να αναλάβουμε εμπροσθοβαρώς σημαντικές μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, έξω και πάνω από τα συμβατικά και τα καθιερωμένα, ώστε να γίνει η χώρα σημαντικός πόλος έλξης ξένων και εγχώριων επενδύσεων, με προοπτική ευημερίας για τους πολλούς.

Το τρέχον διεθνές οικονομικό περιβάλλον δεν είναι ευνοϊκό και οι συντελούμενοι μετασχηματισμοί στην τεχνολογία και την ενέργεια, αφενός, είναι διαταρακτικοί και χωρίς πρόσφατο ιστορικό προηγούμενο, αφετέρου, αλλάζουν ριζικά την αρχιτεκτονική της παγκόσμιας οικονομίας και τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Δηλαδή διαμορφώνονται νέα ανταγωνιστικά δεδομένα, άρα χρειαζόμαστε εντονότερες, στοχευμένες και ταχύτερες πρωτοβουλίες και μεταρρυθμίσεις.

Η μετάβαση σε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο επενδύσεων, εξωστρέφειας και εγχώριας προστιθέμενης αξίας δεν θα είναι αναίμακτη και χρειαζόμαστε ισχυρή πολιτική βούληση, σχέδιο και αποφασιστικότητα να συγκρουστούμε με τις αναχρονιστικές αντιλήψεις, καθώς και έμπειρη ομάδα να υλοποιήσει τις αναγκαίες αλλαγές. Το έργο είναι απαιτητικό, γιατί προϋποθέτει τη μεταφορά παραγωγικών πόρων από τον καταναλωτή και τον δημόσιο τομέα στις επενδύσεις και τις εξαγωγές, από την παροχή μη εμπορεύσιμων εγχώριων υπηρεσιών στη βιομηχανία, τη μεταποίηση, τις τεχνολογίες αιχμής, τις υποδομές και την αγροτική παραγωγή, και από τα μη εμπορεύσιμα διεθνώς αγαθά και υπηρεσίες στα εμπορεύσιμα.

Παράλληλα, απαιτείται να αναβαθμιστεί η τεχνολογική και η ενεργειακή ποιότητα της παραγωγικής δομής, με σημαντικές επενδύσεις στην ψηφιακή και πράσινη μετάβαση, στην έρευνα και τεχνολογία (R&D), στη βιωσιμότητα και στο πλαίσιο ESG και στη μαζική μετεκπαίδευση του εργατικού δυναμικού, με την ανάπτυξη νέων δεξιοτήτων και ικανοτήτων και με την παράλληλη αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος και της τεχνικής εκπαίδευσης.

Είμαι βέβαιος ότι η σημερινή κυβέρνηση και οι πολίτες της χώρας μόνο να κερδίσουν θα έχουν από τη συγκροτημένη, συμπεριληπτική, νέα αναπτυξιακή δυναμική και την υλοποίηση των κρίσιμων και αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.

* Ο κ. Νίκος Καραμούζης είναι Πρόεδρος των SMERemediumCap & Grant Thornton.

v