Περισσότεροι ημιαγωγοί, λιγότερες κατασκευές

Η Κίνα επείγεται να στηρίξει την εύθραυστη ανάπτυξη της οικονομίας της και αλλάζει πορεία: αφήνει πίσω της τομείς όπως οι επενδύσεις σε ακίνητα και στρέφεται στη μεταποίηση. Αλλά δεν έχει καταφέρει ακόμα να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του υπερδανεισμού.

Περισσότεροι ημιαγωγοί, λιγότερες κατασκευές
  • Keith Bradsher*
Για πρώτη φορά από το 2005, οπότε ξεκίνησε η αυστηρή τήρηση αρχείων στην Κίνα, οι τράπεζες που ελέγχονται από το κράτος άρχισαν να μειώνουν σταθερά τον δανεισμό σε ακίνητα. Αντίθετα, τεράστια ποσά διοχετεύονται σε ιδιαίτερα σε ταχέως αναπτυσσόμενες βιομηχανίες όπως των ηλεκτρικών αυτοκινήτων και των ημιαγωγών.

Υπάρχουν κίνδυνοι στη συγκεκριμένη προσέγγιση: Η Κίνα έχει υπερπλεόνασμα εργοστασίων, πολύ περισσότερα απ’ όσα χρειάζεται για την εγχώρια αγορά της. Η μεγαλύτερη έμφαση στη μεταποίηση θα οδηγήσει πιθανώς σε περισσότερες εξαγωγές, μια αύξηση που θα μπορούσε να απειλήσει τους εμπορικούς εταίρους της Κίνας.

Ο επιπλέον κρατικός δανεισμός της Κίνας αποτελεί επίσης πρόκληση για τη Δύση, η οποία προσπαθεί να δώσει ώθηση σε επενδύσεις στους ίδιους κλάδους μέσω θεσμικών ρυθμίσεων όπως ο νόμος για την καταπολέμηση του πληθωρισμού (Inflation Reduction Act) της κυβέρνησης Biden.

Η στροφή προς τα δάνεια σε μεταποιητικές επιχειρήσεις υπογραμμίζει την απροθυμία του Πεκίνου να διασώσει την αγορά ακινήτων της Κίνας, που είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένη με χρέη. Οι κατασκευές και οι κατοικίες αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα τέταρτο της οικονομίας και πλέον υποφέρουν από απότομες μειώσεις στις τιμές, τις πωλήσεις και τις επενδύσεις.

Η επενδυτική ώθηση της Κίνας μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη ανάπτυξη τους επόμενους μήνες, αντισταθμίζοντας εν μέρει τα προβλήματα στον στεγαστικό τομέα. Ωστόσο, ο μεγαλύτερος δανεισμός της κεντρικής κυβέρνησης ως υποκατάστατο του ιδιωτικού δανεισμού, δεν θα βοηθήσει καθόλου στο να αμβλύνει τη μακροπρόθεσμη επιβράδυνση στην ανάπτυξη που προκαλείται από τη συσσώρευση χρέους.

«Δεν νομίζω ότι υπάρχει πρόβλημα όσον αφορά τη βραχυπρόθεσμη ανάπτυξη, αλλά πρέπει να ανησυχούμε για τη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη», δήλωσε ο Ding Shuang, επικεφαλής οικονομολόγος της Standard Chartered για την Κίνα, σε πρόσφατο forum Κινέζων οικονομολόγων και ειδικών σε χρηματοοικονομικά, στο Guangzhou.

Η στεγαστική κρίση της Κίνας έχει τις ρίζες της σε τέσσερις δεκαετίες κερδοσκοπίας, η οποία τροφοδοτούσε το χρέος και οδήγησε τις τιμές σε επίπεδα πολύ πάνω από αυτά που κανονικά θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν από τα ενοίκια ή τα εισοδήματα των νοικοκυριών. Οι αρχές της Κίνας προκάλεσαν την πρόσφατη παρακμή του κλάδου, περιορίζοντας τον δανεισμό πριν από αρκετά χρόνια, ενώ τώρα δεν είναι διατεθειμένοι να σώσουν τον κλάδο ξεκινώντας ακόμη μία πλημμύρα στεγαστικών δανείων.

Η κυβέρνηση της Κίνας πίστευε ότι η οικονομία θα ανακάμψει το 2023 αφότου οι ηγέτες της χώρας ήραν τους περισσότερους περιορισμούς «μηδενικής Covid» που έπληξαν την οικονομία πέρσι. Αλλά μετά από μια αρχική έκρηξη δραστηριότητας, η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε την άνοιξη και το καλοκαίρι. Τα τρωτά σημεία παραμένουν: η μεταποιητική δραστηριότητα υποχώρησε ξανά τον περασμένο μήνα, αφού παρουσίασε ανάπτυξη τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο.

Σε μια διάσκεψη υπό την προεδρία του Xi Jinping, το Κομμουνιστικό Κόμμα και κυβερνητικοί αξιωματούχοι συναντήθηκαν σε κλειστό κύκλο για να συζητήσουν τη χρηματοοικονομική πολιτική. Σύμφωνα με το επίσημο ανακοινωθέν μετά τη λήξη της σύσκεψης, στο συνέδριο αποφασίστηκε η διοχέτευση περισσότερων οικονομικών πόρων σε προηγμένες μεταποιητικές βιομηχανίες, καθώς και βοήθεια προς τις τοπικές κυβερνήσεις.

Ενώ η αγορά κατοικίας δοκιμάζεται, η κατασκευή εργοστασίων που τροφοδοτείται από τη χρηματοδότηση που υποστηρίζεται από την κυβέρνηση, βρίσκεται σε υψηλό ρυθμό.

Η Κίνα έχει ήδη κατασκευάσει αρκετά εργοστάσια ηλιακών πάνελ για να καλύψει τις ανάγκες όλου του κόσμου. Έχει κατασκευάσει αρκετά εργοστάσια αυτοκινήτων για να παράξει κάθε αυτοκίνητο που πωλείται στην Κίνα, την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και μέχρι το τέλος του 2024, η Κίνα θα έχει κατασκευάσει μέσα σε μόλις πέντε χρόνια τόσα πετροχημικά εργοστάσια όσα λειτουργούν τώρα στην Ευρώπη συν την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα.

Ένα ηλιακό και αιολικό πάρκο στο Weifang της Κίνας, στις 23 Οκτωβρίου 2023. Η Κίνα έχει ήδη αρκετά εργοστάσια ηλιακών πάνελ για να καλύψει τις ανάγκες ολόκληρου του κόσμου.

Οι οικονομολόγοι, στο συνέδριο στο Guangzhou, που διοργανώθηκε από το International Finance Forum, ένα κινέζικο think tank, αναγνώρισαν ότι η χώρα αντιμετώπισε προκλήσεις που είχε να ξανασυναντήσει από τα χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατο του Mao Zedong το 1976. Προέβλεψαν, ωστόσο, ότι οι μεγάλες επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες κατασκευής θα αποδώσουν καρπούς.

«Σήμερα έχουμε αντίστοιχες δυσκολίες με το 1978, οπότε το ερώτημα τώρα είναι: ποιο θα είναι το μέλλον της ανάπτυξης που βασίζεται στην καινοτομία;», είπε ο Zhang Yansheng, πρώην ανώτερος αξιωματούχος της υπηρεσίας οικονομικού σχεδιασμού της κεντρικής κυβέρνησης, που εργάζεται τώρα στο Κέντρο Διεθνών Οικονομικών Ανταλλαγών της Κίνας.

Η μετάβαση του κινεζικού τραπεζικού συστήματος από τα δάνεια για ακίνητη περιουσία στη μεταποίηση ξεκίνησε πριν από αρκετά χρόνια, δήλωσε ο Bert Hofman, διευθυντής του Ινστιτούτου Ανατολικής Ασίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης, στην εκδήλωση στο Guangzhou.

Πριν από την πανδημία, οι τράπεζες της Κίνας αύξαναν τον δανεισμό τους σε ακίνητα κατά περισσότερα από 700 δισ. δολάρια ετησίως. Τους 12 μήνες έως τον Σεπτέμβριο, το σύνολο των ανεξόφλητων δανείων προς ακίνητα μειώθηκε ελαφρά. Οι τράπεζες δάνειζαν λιγότερα σε εταιρείες ακινήτων και τα νοικοκυριά εξόφλησαν παλιά στεγαστικά δάνεια, ενώ έπαιρναν λιγότερα νέα.

Συγκριτικά, ο καθαρός δανεισμός σε βιομηχανικές εταιρείες εκτοξεύθηκε από 63 δισ. δολάρια τους πρώτους εννέα μήνες του 2019 σε 680 δισ. δολάρια τους πρώτους εννέα μήνες του τρέχοντος έτους. Αυτά τα χρήματα διατέθηκαν εν μέρει για την οικοδόμηση μιας βιομηχανίας ημιαγωγών, που μπορεί να επιτρέψει στην Κίνα να απογαλακτιστεί από τις εισαγωγές και να παρακάμψει τους αμερικανικούς ελέγχους εξαγωγών, καθώς και σε κατηγορίες όπως η κατασκευή ηλεκτρικών αυτοκινήτων και η ναυπηγική.

Πολλοί οικονομολόγοι έχουν εκφράσει την ανησυχία τους ότι η διοχέτευση επιπλέον κονδυλίων στη μεταποίηση ενδέχεται να μην αποκαταστήσει την ευρύτερη οικονομία. Ο τομέας των ακινήτων εξακολουθεί να παρακμάζει και είναι τόσο μεγάλος που η αντιστάθμιση των προβλημάτων του με την ανάπτυξη σε βιομηχανίες όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, που αντιστοιχεί στο 6%-7% της οικονομικής παραγωγής, δεν θα είναι εύκολη.

Η πληθώρα εργοστασίων απειλεί άλλες χώρες: μεγάλο μέρος της πρόσθετης παραγωγής είναι πιθανό να εξαχθεί επειδή τα περισσότερα κινεζικά νοικοκυριά έχουν περιορίσει τις δαπάνες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο, δεν είναι διατεθειμένες να δεχτούν περαιτέρω αυξήσεις στα εμπορικά τους ελλείμματα με την Κίνα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ερευνά ήδη τη χρήση κρατικών επιδοτήσεων από την κινεζική βιομηχανία ηλεκτρικών οχημάτων, ανοίγοντας ένα νέο εμπορικό ρήγμα μεταξύ Βρυξελλών και Πεκίνου.

Έχοντας επίγνωση αυτών των κινδύνων, η Κίνα προσελκύει τις αναπτυσσόμενες χώρες. Αυτές οι χώρες εξακολουθούν να έχουν μεγάλους, αλλά συχνά γηρασμένους μεταποιητικούς τομείς που παρέχουν μια ευκαιρία για εξαγωγές από τα νεόκτιστα, υψηλής απόδοσης εργοστάσια στην Κίνα. Πολλές αναπτυσσόμενες χώρες αγωνίζονται να επαναδιαπραγματευθούν τα μεγάλα χρέη προς το Πεκίνο για έργα υποδομής, γεγονός που τις θέτει σε μειονεκτική θέση στην προσπάθειά τους να αυξήσουν τους δασμούς στα κινεζικά προϊόντα.

Τα εργοστάσια της Κίνας κερδίζουν έδαφος εδώ και δεκαετίες. Το μερίδιο της χώρας στην παγκόσμια μεταποίηση έχει αυξηθεί σχεδόν πέντε φορές, στο 31% από το 2000, σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Βιομηχανικής Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών. Το μερίδιο των Ηνωμένων Πολιτειών μειώθηκε στο 16%, ενώ το μερίδιο των αναπτυσσόμενων χωρών χωρίς την Κίνα παρέμεινε στάσιμο, στο 19%.

Εγκαταλειμμένο εργοτάξιο στο Weifang της Κίνας. Μετά τη χαλάρωση του δανεισμού για στέγαση, οι Κινέζοι πολιτικοί είναι απρόθυμοι να αλλάξουν πορεία και να σώσουν την οικοδομική βιομηχανία.

Φυσικά, στην προσέγγιση της Κίνας δεν αλλάζει ένα σημείο: η εξάρτησή της από τον δανεισμό για να τροφοδοτήσει την ανάπτυξη.

Πολλοί αξιωματούχοι προσπάθησαν επανειλημμένα εδώ και χρόνια να δαμάσουν τον… εθισμό της χώρας στον δανεισμό. Ο Liu He, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, δεσμεύτηκε σε μια ομιλία του το 2018 ότι θα το κατορθώσουν μέσα σε τρία χρόνια. Όμως, το χρέος των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης έχει αυξηθεί από το 2020, φθάνοντας σχεδόν τα 8 τρισεκατομμύρια δολάρια πέρυσι και οι ημι-ανεξάρτητες δανειοληπτικές μονάδες των τοπικών κυβερνήσεων έχουν συσσωρεύσει τρισεκατομμύρια δολάρια περισσότερα σε δάνεια.

Το συνολικό χρέος της Κίνας έχει εκτιναχθεί έως ότου γίνει σημαντικά μεγαλύτερο, σε σχέση με την οικονομική παραγωγή της χώρας, από το χρέος στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε πολλές άλλες αναπτυγμένες χώρες.

Ο Yao Yang, διευθυντής της Εθνικής Σχολής Ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου, δήλωσε τον Σεπτέμβριο ότι οι προσπάθειες ελέγχου του χρέους δεν είχαν επιτυχία. «Μεταξύ 2014 και 2018, που θα έπρεπε να ήταν ένα παράθυρο για την εκτόνωση του χρέους, το χρέος εκτοξεύθηκε στα ύψη. Η κατάσταση έγινε χειρότερη μετά το 2020», είπε σε μια ομιλία του. «Αυτό δείχνει ότι τα προηγούμενα μέτρα για την εκτόνωση του χρέους ήταν αναποτελεσματικά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αντιπαραγωγικά».

*Ο Keith Bradsher είναι δημοσιογράφος των New York Times

v