ΣΔΙΤ και Παραχωρήσεις ως κινητήριοι μοχλοί ανάπτυξης

Ανάπτυξη στη σύγχρονη διεθνοποιημένη οικονομία με τις εταιρείες απλά να αναλαμβάνουν δημόσια έργα δεν νοείται, τονίζει ο γενικός διευθυντής της ΓΕΚ Τέρνα Μάνος Μουστάκας στην Ειδική Εκδοση Business Review του Euro2day.gr και των New York Times. Γιατί προκρίνονται τα μοντέλα ΣΔΙΤ και Παραχωρήσεων.

ΣΔΙΤ και Παραχωρήσεις ως κινητήριοι μοχλοί ανάπτυξης
  • Μάνος Μουστάκας*

Η υλοποίηση μεγάλων επενδύσεων µε μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων είναι ο ουσιαστικός τρόπος ανάπτυξης, τονίζει ο Μάνος Μουστάκας, Γενικός Διευθυντής Επιχειρηματικής Ανάπτυξης και Εκτελεστικό Μέλος του Δ.Σ. του Ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, επισημαίνοντας ότι αυτή ακριβώς τη στρατηγική εφαρμόζει ήδη με επιτυχία ο όμιλος. Εξηγεί ακόμα τα προβλήματα και τα «παράπλευρα» οφέλη των διαγωνισμών (όπως η ανάδειξη των πραγματικά ισχυρών εταιρειών), σχολιάζει το «απαρχαιωμένο» μοντέλο της κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας και μιλά για το αποτύπωμα του ομίλου στην ελληνική οικονομία.

 

O κ. Στέφανος Μάνος, μαζί με τον αείμνηστο Τζαννή Τζαννετάκη στην κυβέρνηση του Κων/νου Μητσοτάκη, πρωτοπόρησαν πριν από περίπου 30 χρόνια, όταν εγκαθίδρυσαν στην Ελλάδα τα μεγάλα έργα με συνεργασία Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ).

Τι είναι, όμως, αυτά τα μεγάλα έργα; Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι τα έργα αυτά αφορούν σε ιδιωτικές επενδύσεις με πολλαπλασιαστική αξία για την εγχώρια οικονομία και όχι δημόσια έργα που απλά αναλαμβάνει με το αζημίωτο μία εταιρεία. Πρόκειται για έργα παραχωρήσεων και ιδιωτικοποιήσεων, αντικείμενα συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού φορέα, τα οποία αποτελούν ιδιωτικές επενδύσεις της εκάστοτε αναδόχου εταιρείας. Η ανάδοχος επιλέγεται σε κάθε έργο μέσω ανοιχτών, διεθνών διαγωνιστικών διαδικασιών, οι οποίες, αν και συνήθως διενεργούνται από το ΤΑΙΠΕΔ, εμπλέκουν συναρμόδια υπουργεία, επιβλέποντες φορείς, αρχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης και αρμόδιες υπηρεσίες.

Οι διαγωνισμοί αυτοί προσελκύουν μεγάλο αριθμό (συνήθως διεθνών) ενδιαφερόμενων σχημάτων, που προστρέχουν να προεπιλεγούν για να υποβάλουν την οικονομική προσφορά τους. Το Ελληνικό Δημόσιο και το ΤΑΙΠΕΔ, ως φορέας διαχείρισης των διαγωνιστικών διαδικασιών, θέτουν υψηλές απαιτήσεις τόσο σε ό,τι αφορά τις προδιαγραφές και το επίπεδο υλοποίησης των επενδύσεων, όσο και για το χρηματικό αντίτιμο που αναμένουν από τους διαγωνιζόμενους.

Αποτέλεσμα των «σκληρών» αυτών διαδικασιών είναι -συνήθως- να καταλήγουν να υποβάλλουν αξιόμαχη (ή, ενίοτε, έστω να υποβάλλουν) προσφορά μόνο ένας με δύο εκ των αρχικών επτά με οκτώ διαγωνιζόμενων.

Χαρακτηριστικά, από τους επτά ενδιαφερόμενους για την Εγνατία Οδό, προσφορά κατέθεσαν μόλις δύο, από τους έξι ενδιαφερόμενους για τη ΛΑΡΚΟ, προσφορά κατέθεσαν μόλις δύο -και μάλιστα ο ένας εξ αυτών κατέβηκε μόνο στον διαγωνισμό για τα μεταλλεία- και στον διαγωνισμό για την Αττική Οδό από τους οκτώ ενδιαφερόμενους, «αξιόμαχη» προσφορά άνω των 3 δισ. ευρώ κατέθεσαν μόλις δύο.

Αυτός ο συνδυασμός των υψηλών απαιτήσεων σε ό,τι αφορά στην ανάληψη ευθυνών και ρίσκου και της δυνατότητας/απόφασης υποβολής ανταγωνιστικού τιμήματος ξεχωρίζει αυτούς που μπορούν να «ακολουθήσουν» από τους υπόλοιπους, που εγκαταλείπουν τη διαγωνιστική διαδικασία στο μέσο της.

Σήμερα, σε σχέση με το παρελθόν, οι διαγωνισμοί είναι πιο πολύπλοκοι. Τα εμπλεκόμενα μέρη έχουν αυξηθεί (αρμόδιες υπηρεσίες Ε.Ε. κ.λπ.), οι διαδικασίες έχουν γίνει πιο σύνθετες, με περισσότερα ενδιάμεσα βήματα, και αυτό οδηγεί σε μεγαλύτερους χρόνους υλοποίησης των διαγωνισμών.

Οι προαπαιτούμενες ενέργειες εκ μέρους του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για να φτάσουν τα έργα στην ημερομηνία διαγωνισμού και, ακόμα περισσότερο, για να φτάσουν να υπογραφούν με την ανάδοχο, είναι πολλές και δύσκολες, ενώ τα πράγματα περιπλέκονται περαιτέρω όταν προ-δημοπρασιακές ενέργειες ωρίμανσης υλοποιούνται καθυστερημένα.

Επιπροσθέτως, η πάντα απαραίτητη διαφάνεια διαδικασιών και αποφάσεων σημαίνει αναγκαστικά ότι πρέπει να υπομένουμε (με χαμόγελο) την επίκτητη καθυστέρηση προσφυγών και ενστάσεων από μέρη που θεωρούν ότι αδικούνται. Οι προσφυγές, πάντως, δεν απαλλάσσουν την ελληνική πολιτεία από τις ευθύνες της, αφού ποικίλλουν τα παραδείγματα έργων που δημοπρατήθηκαν χωρίς εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, χωρίς ώριμες μελέτες, ενώ δεν λείπουν οι περιπτώσεις όπου η ολοκλήρωση διεθνών διαγωνισμών παραχώρησης δεν προχωρά γιατί το (ευρύτερο) Ελληνικό Δημόσιο καθυστερεί στην υλοποίηση προαπαιτούμενων που το ίδιο έθεσε.

Ανάπτυξη στη σύγχρονη διεθνοποιημένη οικονομία με τις εταιρείες απλά να αναλαμβάνουν δημόσια έργα -άρα απλά να εισπράττουν από τα κρατικά ταμεία «φουσκώνοντας» το ανεκτέλεστό τους- δεν νοείται. Το μοντέλο των ΣΔΙΤ και των Παραχωρήσεων συνδυάζει το καλύτερο των δύο κόσμων -του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα-, επιτρέποντας την υλοποίηση μεγάλων επενδύσεων με μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων, την άμεση εισροή σημαντικών εσόδων στα δημόσια ταμεία και τη δημιουργία πολλαπλάσιας αξίας σε βάθος δεκαετιών για την οικονομία, την κοινωνία και τις επιχειρήσεις.

Η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ έχει από καιρό υιοθετήσει ως πυρήνα της επιχειρηματικής της στρατηγικής αυτή την προσέγγιση και δεν αρκείται απλά στο να αναλαμβάνει δημόσια έργα. Στην ουσία ισχύει το αντίθετο. Το κατασκευαστικό ανεκτέλεστο της εταιρείας αποτελείται κατά 65% από αντικείμενο προερχόμενο από ιδιωτικά έργα, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων αφορά σε ίδιες επενδύσεις.

Πάνω από 6 δισ. ευρώ εισφέρονται στα ταμεία του Δημοσίου σήμερα από τις μεγάλες επενδύσεις του Ομίλου, ενώ στον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2024, από τα εκτιμώμενα αντίστοιχα έσοδα του ελληνικού κράτους συνολικού ύψους 5,77 δισ. ευρώ, τα 4,62 δισ. ευρώ θα προέλθουν από τις ιδιωτικές επενδύσεις της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στην ελληνική οικονομία και συγκεκριμένα από τα τιμήματα που θα καταβάλει ο Όμιλος για την παραχώρηση της Εγνατίας και της Αττικής Οδού. Ταυτόχρονα, όπως συνέβη με την αναβίωση της δις πτωχευμένης ιστορικής εξορυκτικής βιομηχανίας Σκαλιστήρη (πλέον ΤΕΡΝΑ Λευκόλιθοι), την οποία εξυγιάναμε σε μία δυναμική εξαγωγική εταιρεία, σήμερα εξετάζουμε τη βέλτιστη λύση για την αναβίωση της ΛΑΡΚΟ.

Θα είχαμε ισχυρότερη οικονομία στη χώρα μας, αν είχαμε κι άλλες εταιρείες που να επενδύουν τόσο έντονα σε έργα με αντίστοιχα μεγάλη πολλαπλασιαστική επιρροή στην ανάπτυξη της Ελλάδας. Επίσης, θα είχαμε ταχύτερη ανάκαμψη σε δύσκολες περιόδους, όπως π.χ. κατά την πρόσφατη ελληνική κρίση, κατά την οποία η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ήταν ίσως η μοναδική εταιρεία που όχι μόνο κράτησε όλη τη ρευστότητά της στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, αλλά συνέχισε να επενδύει απρόσκοπτα στην Ελλάδα.

 

*Ο Μάνος Μουστάκας είναι Γενικός Διευθυντής Επιχειρηματικής Ανάπτυξης και Εκτελεστικό Μέλος του Δ.Σ. του Ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ

v