Η ανταγωνιστικότητα δεν είναι µόνο εθνικό αλλά και ευρωπαϊκό ζήτηµα

Τα «μαξιλάρια» για την οικονομία μετά το Ταμείο Ανάκαμψης και οι κινήσεις για αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Ποιες είναι οι προκλήσεις και οι προτεραιότητες για το Eurogroup. Ο υπουργός Οικονομικών μιλά στην Ειδική Εκδοση Business Review του Euro2day.gr και των New York Times.

Η ανταγωνιστικότητα δεν είναι µόνο εθνικό αλλά και ευρωπαϊκό ζήτηµα
  • Συνέντευξη στον Γιώργο Παπανικολάου

Σε μια συγκυρία όπου η Ευρωζώνη αναζητά νέο αναπτυξιακό βηματισμό, με αυξημένες επενδυτικές ανάγκες και έντονη γεωπολιτική αβεβαιότητα, ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος του Eurogroup και Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Kυριάκος Πιερρακάκης σκιαγραφεί τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες και τοποθετείται για τις κρίσιμες επιλογές της ελληνικής οικονομικής πολιτικής.

Σε μια περίοδο χαμηλής ευρωπαϊκής ανάπτυξης, αυξημένων επενδυτικών αναγκών και έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, ποια είναι η βασική σας προτεραιότητα ως Προέδρου του Eurogroup;

Η βασική μου προτεραιότητα είναι να διασφαλίσουμε ότι η δημοσιονομική σταθερότητα και η ανάπτυξη δεν αντιμετωπίζονται ως αντικρουόμενοι στόχοι αλλά ως αλληλοσυμπληρούμενοι. Η Ευρωζώνη χρειάζεται αξιόπιστους κανόνες, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται τη δυνατότητα να επενδύει στο μέλλον της. Οι προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας, χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, μεγάλες ανάγκες για επενδύσεις στην άμυνα, στην ενεργειακή και στην ψηφιακή μετάβαση, απαιτούν συντονισμό και κοινή στρατηγική. Ο ρόλος του Eurogroup είναι να λειτουργεί ως χώρος συνεννόησης, ώστε οι κανόνες να εφαρμόζονται με αξιοπιστία, σύνεση και με δεδομένη την ιδιαίτερη έμφαση που πρέπει να δίνεται στη δημοσιονομική σταθερότητα. Επίσης, η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο σε εθνικό επίπεδο. Χρειαζόμαστε βαθύτερη ευρωπαϊκή αγορά κεφαλαίων, καλύτερο συντονισμό των επενδυτικών εργαλείων και ένα πλαίσιο που να επιτρέπει τη δημιουργία ισχυρών ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, ικανών να σταθούν στον διεθνή ανταγωνισμό. Αυτός είναι ο δρόμος ώστε η σταθερότητα να συνδυαστεί με ανάπτυξη και τα οφέλη να γίνουν ακόμη περισσότερο αισθητά στο σύνολο των πολιτών της Ευρωζώνης.

Ελάχιστοι αντιλέγουν ότι η οικονομική κατάσταση της χώρας έχει βελτιωθεί, ιδίως σε δημοσιονομικό επίπεδο, τα τελευταία χρόνια. Αναπτύσσεται ωστόσο κριτική, πολιτική και όχι μόνο, για τα υπερπλεονάσματα που παρουσιάζει η χώρα. Για ποιο λόγο τα επιλέγει η κυβέρνηση, αντί να αυξήσει τις επενδύσεις ή να μειώσει τους φόρους;

Το πλεόνασμα του 2024 βασίστηκε στην ουσιαστική πρόοδο που πετύχαμε στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και στη συνολική βελτίωση της λειτουργίας της οικονομίας. Η αύξηση των δηλωμένων εισοδημάτων, η σημαντική μείωση της ανεργίας και η διεύρυνση της φορολογικής βάσης, σε συνδυασμό με πιο αποτελεσματικούς ελέγχους και τη χρήση σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων, οδήγησαν σε υψηλότερα δημόσια έσοδα από εκείνα που είχαν αρχικά προβλεφθεί. Αυτό το αποτέλεσμα μας έδωσε τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουμε τα μέτρα που ανακοινώθηκαν τον Απρίλιο, την επιστροφή ενός ενοικίου και την ενίσχυση των 250 ευρώ στους συνταξιούχους, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα. Ακριβώς για τον ίδιο λόγο, μπορούμε σήμερα να προχωρούμε στη μεγαλύτερη μείωση φορολογικών συντελεστών στη Μεταπολίτευση. Η στρατηγική μας είναι ξεκάθαρη: Να επιστρέφουμε τον δημοσιονομικό χώρο στην κοινωνία και στην πραγματική οικονομία. Συγκεκριμένα, το πρωτογενές πλεόνασμα μειώθηκε από 4,7% πέρυσι στο 3,7% φέτος και προβλέπεται να υποχωρήσει περαιτέρω στο 2,8% τον επόμενο χρόνο.

Δεύτερο σημείο στο οποίο εστιάζεται η κριτική αφορά το λεγόμενο «μοντέλο» της οικονομίας, το οποίο παραμένει συγκεντρωμένο στην κατανάλωση και τις δραστηριότητες, των υπηρεσιών, με μια ενίσχυση του Real Estate που όμως μοιάζει με δίκοπο μαχαίρι. Ποια είναι τα εμπόδια που δυσχεραίνουν τη μετάβαση σε μια πιο παραγωγική, πιο «διεθνώς ανταγωνιστική» οικονομία;

Η ελληνική οικονομία πράγματι εμφάνιζε διαχρονικά υψηλή εξάρτηση από την κατανάλωση. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ήδη από το 2024 τα επίπεδα της κατανάλωσης προσέγγισαν εκείνα του 2010. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 50% σε σύγκριση με το 2010. Παράλληλα, η αναπτυξιακή δυναμική στηρίζεται όλο και περισσότερο στον εξωτερικό τομέα. Οι εξαγωγές εκτιμάται ότι θα αυξάνονται με ρυθμό περίπου 4,5% ετησίως την περίοδο 2026-2029, ενώ ο ρυθμός αύξησης των εισαγωγών επιβραδύνεται σταδιακά από 4,6% το 2026 σε 1,9% το 2029, συμβάλλοντας στη βελτίωση του ισοζυγίου πληρωμών.

Οι εξελίξεις αυτές αποτυπώνουν μια ουσιαστική μεταβολή στο αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας. Η ελληνική παραγωγική βάση αποκτά σταδιακά αλλά σταθερά πιο εξωστρεφή προσανατολισμό, με μεγαλύτερη συμμετοχή των εξαγωγών στη μεγέθυνση της οικονομίας και μικρότερη εξάρτηση από την εσωτερική κατανάλωση. Οι δυσκολίες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις δεν είναι συγκυριακές, αλλά κυρίως διαρθρωτικές. Αφορούν την ανάγκη για τη δημιουργία μηχανισμών λειτουργίας μεγαλύτερης κλίμακας και εξωστρέφειας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, λόγω των προκλήσεων της χαμηλής κεφαλαιακής επάρκειας, της καθυστέρησης στην υιοθέτηση νέων τεχνολογικών και ψηφιακών εργαλείων και των εμποδίων στη διασύνδεση έρευνας και αγοράς.

Η εικόνα, λοιπόν, αλλάζει και η κατεύθυνση είναι σαφής. Ωστόσο, η μετάβαση σε ένα νέο, πιο ανθεκτικό και εξωστρεφές παραγωγικό μοντέλο δεν έχει ολοκληρωθεί. Απομένουν ακόμη πολλά να γίνουν και αυτό προϋποθέτει συνεπή και συνεχή μεταρρυθμιστική προσπάθεια, ώστε η πρόοδος που έχει επιτευχθεί κατά τη διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να συνεχιστεί και να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερο βάθος, διάρκεια και μόνιμα χαρακτηριστικά για την ελληνική οικονομία.

«Μετά τη μεγάλη αύξηση των επενδύσεων το 2026, η Ελλάδα θα συγκλίνει σε μεγάλο βαθμό με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο μερίδιο των επενδύσεων προς ΑΕΠ, περιορίζοντας ένα διαχρονικό επενδυτικό έλλειμμα της περιόδου της κρίσης».

Παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα, σύμφωνα με τον ΣΕΒ, αποτελούν το κλειδί για την αύξηση της ανάπτυξης αλλά και των μισθών. Πώς μπορεί το κράτος να συνδράμει αυτή την προσπάθεια, που ασφαλώς αφορά και τους ίδιους τους επιχειρηματίες; Παρεμπιπτόντως, είστε ικανοποιημένος από τη συμμετοχή εγχώριων κεφαλαίων στην επενδυτική και επιχειρηματική δραστηριότητα;

Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας δεν είναι ζήτημα ενός μέτρου ή μιας αποσπασματικής πολιτικής. Προϋποθέτει σταθερούς κανόνες, συνεπή φορολογική πολιτική και επενδύσεις σε υποδομές που αυξάνουν την παραγωγικότητα της οικονομίας. Αυτός είναι ο ρόλος του κράτους: να δημιουργεί το περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν οι επιχειρήσεις. Το εγχώριο αλλά και το διεθνές επιχειρηματικό κεφάλαιο έχει επιστρέψει ενεργά. Η αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων, που εκτιμάται στο 5,7% το 2025 και στο 10,2% το 2026, δεν είναι τυχαία. Είναι αποτέλεσμα ενός σταθερού φορολογικού και επιχειρηματικού πλαισίου που μειώνει την αβεβαιότητα και επιτρέπει στον ιδιωτικό τομέα να σχεδιάζει με ορίζοντα.

Μετά τη μεγάλη αύξηση των επενδύσεων το 2026, η Ελλάδα θα συγκλίνει σε μεγάλο βαθμό με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο μερίδιο των επενδύσεων προς ΑΕΠ, περιορίζοντας ένα διαχρονικό επενδυτικό έλλειμμα της περιόδου της κρίσης. Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε 17,7% το 2026 και 18,1% το 2027, από μόλις 11% το 2019.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αλλαγή στη σύνθεση των επενδύσεων. Το 2026, οι συνολικές επενδύσεις εκτιμώνται σε 46 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 18 δισ. ευρώ δημόσιες (39%) και 28 δισ. ευρώ ιδιωτικές (61%). Μέχρι το 2029, οι συνολικές επενδύσεις αυξάνονται σε 51,7 δισ. ευρώ, με τις δημόσιες να περιορίζονται σε 11,2 δισ. ευρώ (22%) και τις ιδιωτικές να ανέρχονται σε 40,5 δισ. ευρώ (78%), αποτυπώνοντας τον δομικό μετασχηματισμό της οικονομίας. Πρόκειται, βεβαίως, για τις σημερινές εκτιμήσεις, οι οποίες στην πράξη ενδέχεται να αποδειχθούν συντηρητικές. Είναι στο χέρι μας, με ακόμη περισσότερες διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές, να υπερβούμε τις προβλέψεις και να επιταχύνουμε τη δυναμική ανάπτυξης.

Η ανταγωνιστικότητα, όμως, σήμερα δεν είναι μόνο εθνικό ζήτημα, είναι και ευρωπαϊκό. Χρειαζόμαστε επιχειρήσεις με μέγεθος, κεφαλαιακή επάρκεια και τεχνολογική ισχύ, αυτό που συχνά αποκαλούμε «Ευρωπαίους πρωταθλητές», ικανές να σταθούν στον διεθνή ανταγωνισμό. Αυτές δημιουργούνται όταν το κράτος αίρει εμπόδια, ενισχύει τις συνεργασίες και επιτρέπει στις επιχειρήσεις να μεγαλώσουν.

Ένα συναφές ερώτημα. Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από υψηλό αριθμό μικρών επιχειρήσεων και αυτοαπασχολούμενων. Σχεδόν όλα τα κόμματα διαχρονικά μιλούν κολακευτικά για τους «μικρομεσαίους». Μήπως όμως το μικρό μέγεθος είναι ένας βασικός παράγοντας χαμηλής παραγωγικότητας και αποδοτικότητας;

Όλες οι επιχειρήσεις έχουν τον ρόλο τους και καλύπτουν πραγματικές ανάγκες σε κάθε οικονομία. Αυτό ισχύει σε όλες τις χώρες και σε όλα τα παραγωγικά μοντέλα. Είναι γεγονός ότι το μικρό μέγεθος μιας επιχείρησης -είτε ως προς τον κύκλο εργασιών είτε ως προς τον αριθμό των εργαζομένων- συχνά αυξάνει την πρόκληση της παραγωγικότητας, της εξαγωγικής δυνατότητας και της πρόσβασης σε χρηματοδότηση.

Οι ΜμΕ σήκωσαν δυσανάλογο βάρος στα δύσκολα χρόνια της κρίσης. Πολλές χτυπήθηκαν, αλλά χάρη στους ισχυρούς δεσμούς τους με τις τοπικές κοινωνίες κατάφεραν να αντέξουν. Παράλληλα, μέσα από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, συνεχίζουν να διατηρούν τοπικές παραδόσεις και οικονομική δραστηριότητα, ιδιαίτερα στην περιφέρεια και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές της χώρας. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε να επιτυγχάνονται οι αναγκαίες οικονομίες κλίμακας μέσα από την αγορά: με κίνητρα για συνεργασίες και συγχωνεύσεις, με στήριξη της εξωστρέφειας, με επενδύσεις στην τεχνολογική αναβάθμιση και την καινοτομία. Έτσι οι επιχειρήσεις μπορούν να γίνουν πιο παραγωγικές, πιο ανθεκτικές και πιο ανταγωνιστικές, διατηρώντας ταυτόχρονα τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας.

Μιλώντας για επενδύσεις, πολλοί στην αγορά προβληματίζονται για το τι θα γίνει μετά το πέρας του Ταμείου Ανάκαμψης. Το οποίο, παρά τα προβλήματα απορρόφησης, έχει δώσει ισχυρό επενδυτικό έναυσμα, χωρίς όμως να δημιουργηθεί μια «επενδυτική έκρηξη». Τι πιστεύετε;

Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δεν συνεπάγεται διακοπή της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας. Αντιθέτως, σηματοδοτεί τη μετάβαση από μια περίοδο έκτακτης, ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενης επιτάχυνσης, σε μια φάση πιο ώριμης και διατηρήσιμης ανάπτυξης. Είναι αλήθεια ότι το 2026 θα δαπανηθούν σημαντικοί πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, οι οποίοι δεν θα επαναληφθούν τα επόμενα έτη, γεγονός που επηρεάζει τον ρυθμό αύξησης των δημόσιων επενδύσεων. Παράλληλα, μειώνεται σταδιακά και η χρήση των δανείων του Ταμείου από τον ιδιωτικό τομέα, τη στιγμή που το 2026 αναμένεται να εκταμιευθούν πάνω από 4 δισ. ευρώ. Αυτές οι εξελίξεις ασκούν εύλογα πιέσεις στους ρυθμούς αύξησης των επενδύσεων μετά το 2026.

Ωστόσο, η επίδραση αυτή αντισταθμίζεται σε μεγάλο βαθμό από δύο κρίσιμους παράγοντες. Πρώτον, από τη σημαντική αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων, ώστε οι συνολικές επενδύσεις να διατηρούν θετικό ρυθμό αύξησης σε όλη την περίοδο έως το 2029. Δεύτερον, από την ενίσχυση του Εθνικού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και την αυξημένη απορρόφηση του ΕΣΠΑ 2021-2027, με τα δύο αυτά σκέλη του ΠΔΕ να αυξάνονται από 9,5 δισ. ευρώ το 2026 σε 11,75 δισ. ευρώ το 2029.

Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη και η επίδραση που θα έχουν όλα τα έργα και οι μεταρρυθμίσεις του Ταμείου Ανάκαμψης στη μελλοντική πορεία της χώρας. Ανάμεσά τους η επιτάχυνση της δικαιοσύνης, οι παρεμβάσεις στη χωροταξία και η περαιτέρω ψηφιοποίηση του κράτους. Με την πλήρη ενσωμάτωση αυτών των παραγόντων στην πραγματική οικονομία, οι ρυθμοί ανάπτυξης θα είναι μεγαλύτεροι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Υπάρχουν σήμερα αρκετοί που είναι υπέρ μιας Ελλάδας οι επιχειρήσεις της οποίας λαμβάνουν μέρος σε διασυνοριακές συνενώσεις, όπως συνέβη με το Euronext και εν μέρει με την Alpha Βank. Άλλοι, πάλι, τονίζουν τη σημασία των εθνικών πρωταθλητών και της τοπικής ιδιοκτησίας καθώς ο «προστατευτισμός» έχει ξαναέρθει στη μόδα. Ποια είναι η δική σας θέση;

Για την Ελλάδα, το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Χρειαζόμαστε και ισχυρές, ανταγωνιστικές επιχειρήσεις με ελληνική ταυτότητα, αλλά και πλήρη ενσωμάτωση σε ευρωπαϊκές και διεθνείς αλυσίδες αξίας. Η συμμετοχή στο Euronext ή οι στρατηγικές συνεργασίες τραπεζών δεν υπονομεύουν την εθνική οικονομία, αντιθέτως της δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης και της παρέχουν πρόσβαση σε μεγαλύτερες αγορές κεφαλαίου και τεχνογνωσία. Αυτό που επιδιώκουμε, είναι ελληνικές επιχειρήσεις που αντέχουν και διακρίνονται στον διεθνή ανταγωνισμό και σίγουρα ως Ευρώπη χρειαζόμαστε «Ευρωπαίους πρωταθλητές» να ανταγωνιστούν σε παγκόσμια κλίμακα.

Πληθωρισμός, ακρίβεια, επίπεδο μισθών, βρίσκονται μόνιμα πολύ ψηλά στην ατζέντα της κοινής γνώμης. Σε άλλες χώρες, τα προβλήματα αυτά έχουν αποδειχθεί «φονιάδες» κυβερνήσεων. Πολλοί μιλούν για έκρηξη ανισοτήτων και «κοινωνία του 1/3». Υπάρχει φάρμακο;

Η απάντηση βρίσκεται στη σταθερή μακροοικονομική πολιτική και στις στοχευμένες κοινωνικές παρεμβάσεις. Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στο 2,2% το 2026, σε συνδυασμό με αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, μειώσεις άμεσων φόρων και παρεμβάσεις στο στεγαστικό, ενισχύει ουσιαστικά το πραγματικό εισόδημα. Παράλληλα, η διατηρήσιμη ανάπτυξη με ρυθμό 2,4% το 2025 και η υποχώρηση της ανεργίας στο 8,6% διευρύνουν τις δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας. Το ζητούμενο της ελληνικής ανάκαμψης και της μεγάλης επιστροφής της ανάπτυξης ήταν, κατ’ αρχάς, η ανάκτηση του προ κρίσης βιοτικού επιπέδου, αυτή τη φορά όμως στηριγμένη σε στέρεες βάσεις. Και αμέσως μετά, η σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ύστερα από πολλά χρόνια απόκλισης.

v
Απόρρητο