Στην πολιτική µπορεί πάντα κάποιος να βρίσκει στατιστικούς δείκτες που ικανοποιούν τη δική του αλήθεια. Στην αγορά δεν ισχύει το ίδιο. Διότι η αγορά ή «κινείται» ή όχι. Και η ελληνική αγορά σήµερα αγκοµαχά, ενώ αυτή η κυβέρνηση είχε στη διάθεσή της κοντά στα 100 δισεκατοµµύρια να επενδύσει σε αυτήν.
Υποχρεώσεις προς το δηµόσιο αυξάνονται, πληρωµές καθυστερούν, ρυθµισµένα δάνεια ξανακοκκινίζουν. Τόσο οι Ευρωπαίοι αξιωµατούχοι σήµερα όσο και ο κ. Μητσοτάκης ως αντιπολίτευση προέβλεπαν πολύ υψηλότερους ρυθµούς ανάπτυξης, αλλά οι χρηµατοδοτικές διευκολύνσεις χρησιµοποιήθηκαν ως «λεφτόδεντρο» πολιτικής επικυριαρχίας από µία κυβέρνηση που υποτίθεται αποκηρύσσει την πρακτική.
Το πολυσυζητηµένο παραγωγικό µοντέλο της χώρας παρέµεινε βασισµένο στις εισαγωγές και στην κατανάλωση, διότι τα χρήµατα οδηγήθηκαν σε οικονοµικές πρακτικές που είχαν µικρό διαχρονικό αποτύπωµα στην πραγµατική ελληνική οικονοµία.
Από του χρόνου, το «λεφτόδεντρο» ξεραίνεται, την ώρα που η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονοµίας παραµένει στάσιµη σε µια εξαιρετικά ανταγωνιστική εποχή και οι Έλληνες επιχειρηµατίες συνεχίζουν να «παίζουν µπάλα» σε ανηφορικό γήπεδο ενώ ξένες επιχειρήσεις δεν τηρούν βασικούς κανόνες δίκαιου διεθνούς ανταγωνισµού.
Απέναντι στο προφανές ερώτηµα «και τώρα τι κάνουµε;», προτείνω τον δρόµο της Πατριωτικής Οικονοµίας.
Πατριωτική Οικονοµία είναι ένα µοντέλο ανάπτυξης που επενδύει ενεργά στις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας και στέκεται αρωγός, µε κάθε νόµιµο µέσο, δίπλα στους Έλληνες επιχειρηµατίες κάθε µεγέθους, τους Έλληνες εργαζόµενους και ελεύθερους επαγγελµατίες.
Αυτό προϋποθέτει κεντρικό σχεδιασµό, περιφερειακό συντονισµό και ευρύτατη συµµετοχή, διότι η αλλαγή του παραγωγικού µοντέλου απαιτεί διεύρυνση της παραγωγικής βάσης. Για αυτό θα χρειαστεί και ριζική αναθεώρηση του πώς χρησιµοποιούµε τα πέντε, συν ένα, εργαλεία που έχει στη διάθεσή της µια οποιαδήποτε κυβέρνηση για την αλλαγή του παραγωγικού µας µοντέλου.
Το πρώτο από αυτά αφορά τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας που σήµερα παραµένουν αναξιοποίητες σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Για να δηµιουργήσουµε παραγωγικές συνέργειες επιχειρηµατικής δραστηριότητας που θα προσφέρουν αξία σε αυτές τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, χρειάζεται στενή συνεργασία µε τις τοπικές αρχές, τα επιµελητήρια και τα πανεπιστήµια για σωστό συντονισµό δράσεων και επενδύσεων.
Το δεύτερο είναι η δηµόσια περιουσία, η οποία λιµνάζει στα χέρια του Υπερταµείου. Η ΕΤΑΔ ακόµα δεν έχει πλήρη εικόνα του χαρτοφυλακίου των 70.000 ακινήτων που διαχειρίζεται, ενώ πολλά από αυτά µπορούν να λειτουργήσουν τόσο για να βοηθήσουν στην αξιοποίηση τοπικών πλουτοπαραγωγικών πηγών όσο και ως βαλβίδα αποσυµπίεσης της στεγαστικής κρίσης.
Το τρίτο είναι τα χρήµατα από το εξωτερικό, όπως το όποιο Ταµείο Ανάκαµψης και το ΕΣΠΑ, τα οποία µπορούν να τροφοδοτήσουν την εξωστρέφεια, την καινοτοµία και τη δηµιουργία οικονοµιών κλίµακας µέσω της συνεργασίας και του συνεταιρισµού µικροµεσαίων επιχειρήσεων.
Είναι ο καλύτερος τρόπος να µετασχηµατίσουµε τον τρόπο παραγωγής και ανάπτυξης, να διασφαλίσουµε ότι αυτά τα χρήµατα θα διαχέονται στην αγορά αλλά και να αυξήσουµε τον ανταγωνισµό σε δραστηριότητες όπως την παραγωγή ενέργειας. Η δε ΚΑΠ, αν χρησιµοποιηθεί σωστά, µπορεί να βοηθήσει στην απαραίτητη οργάνωση της παραγωγής αγροτικών προϊόντων, ώστε και να µειώσουν το κόστος παραγωγής και να βρουν καλές τιµές στο εξωτερικό.
Το τέταρτο εργαλείο είναι το φορολογικό σύστηµα. Σήµερα αποτελεί τροχοπέδη της ανάπτυξης, αφού φορολογεί το επάγγελµα και όχι το πραγµατικό εισόδηµα, όταν θα µπορούσε να λειτουργεί µε κίνητρα για να πετύχουµε εθνικούς στόχους. Η κινητροδότηση όµως απαιτεί αλλαγή στοχοθεσίας και νοοτροπίας της κεντρικής διοίκησης.
Πέµπτο, το τραπεζικό σύστηµα. Ένα υγιές και ανταγωνιστικό τραπεζικό σύστηµα τροφοδοτεί την ανάπτυξη µέσω ισόρροπης πρόσβασης σε κεφάλαια, συνδυάζει και πολλαπλασιάζει δηµόσιους και ιδιωτικούς πόρους και συντελεί στον παραγωγικό µετασχηµατισµό. Το ελληνικό τραπεζικό σύστηµα παραµένει ρηχό, µη ανταγωνιστικό και αφήνει έξω από την παραγωγική δραστηριότητα επιχειρήσεις που µπορούν να συµβάλλουν σηµαντικά στην αξιοποίηση αδρανών πλουτοπαραγωγικών πηγών. Ο στόχος της Τράπεζας της Ελλάδος για αύξηση του ανταγωνισµού θα χρειαστεί εθνική προτεραιοποίηση.
Τελευταίο αλλά ίσως πιο σηµαντικό, το ανθρώπινο κεφάλαιο. Η επένδυση στην παιδεία, την έρευνα και την καινοτοµία στο επίπεδο του 5% του ΑΕΠ, χαρακτηριστικό των πλέον βιώσιµων οικονοµιών, αξιοποιεί την ενδογενή ανθρώπινη ανάγκη για δηµιουργία και πολλαπλασιάζει το αποτέλεσµα σε όλη την παραγωγική αλυσίδα.
Τα χρήµατα αυτά, αν συνδυαστούν µε επένδυση σε κοινωνικές υπηρεσίες, µπορούν να βοηθήσουν στην ανάκτηση του χαµένου ανθρώπινου κεφαλαίου και στην επένδυσή του σε νέες πλουτοπαραγωγικές δραστηριότητες.
Ενεργοποιώντας αυτά τα εργαλεία και αξιοποιώντας τα συντονισµένα για να χτίσουµε µια Πατριωτική Οικονοµία, µπορούµε να µετατρέψουµε το παραγωγικό µοντέλο εισαγωγών και χαµηλής προστιθέµενης αξίας, σε ένα που καινοτοµεί και βάζει τις εξαγωγές της στα καλύτερα ράφια του κόσµου.
Για να το πετύχουµε δεν αρκεί να ενεργοποιήσουµε τα εργαλεία αλλά να τα συντονίσουµε ώστε να έχουν ένα στοχευµένο, πολλαπλασιαστικό αποτέλεσµα, κινητοποιώντας τοπικές και οικονοµικές κοινότητες γύρω από τους ίδιους στόχους. Αυτό προϋποθέτει ένα συνεκτικό σχέδιο βιώσιµης ανάπτυξης, που ενεργεί άµεσα και αποδίδει διαρκή παραγωγικό µετασχηµατισµό.
Η διεθνής εµπειρία δείχνει ότι ένα τέτοιο σχέδιο δεν είναι δυνατό να εφαρµοστεί από µια συγκεντρωτική οργάνωση του κράτους όπως η σηµερινή, αλλά από έναν µηχανισµό διαφάνειας και λογοδοσίας που απλώνεται σε ολόκληρο το θεσµικό εποικοδόµηµα.
Για αυτό και η Πατριωτική Οικονοµία προϋποθέτει και πολιτική αλλαγή.
* Bουλευτής του ΠΑΣΟΚ-Κινήµατος Αλλαγής.