Ζούµε σε έναν κόσµο που αλλάζει, περισσότερο από ποτέ. Κι αν έχει ειπωθεί πολλές φορές στο παρελθόν, πλέον είναι µια συνθήκη όπου τίποτα δεν είναι σταθερό, αλλά όλα εξελίσσονται γρήγορα και απρόβλεπτα.
Η τελευταία δε πενταετία αποτέλεσε ένα εκρηκτικό µείγµα προκλήσεων, ταυτόχρονα όµως και ένα σχολείο ανθεκτικότητας: πανδηµία, ενεργειακή κρίση, πληθωρισµός και ραγδαίες αυξήσεις επιτοκίων, πολιτικές ανατροπές κι ανακατατάξεις, πολεµικές συγκρούσεις και γεωπολιτικές εντάσεις, εµπορικοί πόλεµοι και δασµοί, καθώς και η εκρηκτική άνοδος της Τεχνητής Νοηµοσύνης. Όλα αυτά διαµόρφωσαν ένα περιβάλλον όπου η στρατηγική σκέψη πρέπει να συνδυάζει ευελιξία και µακροπρόθεσµο όραµα.
Σε έναν κόσµο διαρκούς αστάθειας λοιπόν, το όραµα, η ανθεκτικότητα και η ηγεσία δεν είναι αφηρηµένες έννοιες· είναι αναγκαίες ώστε να διαµορφώνουν το µέλλον, ιδιαίτερα των επιχειρήσεων.
Οι προκλήσεις παραµένουν πολλές κι αν κάποιος τις σταχυολογήσει, είναι ταυτόχρονα αναγκαίο να τις προσδιορίσει και κυρίως να ορίσει πώς πρέπει να σταθούµε απέναντι σε αυτές, αν θέλουµε όχι απλώς να επιβιώσουµε, αλλά να γίνουν το εφαλτήριο αντίδρασης και κατ’ επέκταση εξέλιξης.
Το µεγάλο στοίχηµα την ίδια στιγµή είναι να χτίσουµε οργανισµούς που προβλέπουν αντί να αντιδρούν, επενδύουν µε πειθαρχία και παραµένουν ανθρώπινοι.
Μια από τις µεγαλύτερες προκλήσεις της εποχής είναι ο γεωπολιτικός κατακερµατισµός, όπου πλέον όσα γνωρίζαµε δεν ισχύουν και δεν µπορεί κάποιος να αναγνώσει τη νέα πραγµατικότητα µε εργαλεία ή µε τη γνώση του παρελθόντος.
Έτσι, οι αλυσίδες εφοδιασµού και κρίσιµων πρώτων υλών δοκιµάζονται, ενώ οι εµπορικοί πόλεµοι αλλά και οι ρυθµιστικές αποκλίσεις αυξάνουν το κόστος των προϊόντων και των υπηρεσιών, µαζί και την αβεβαιότητα.
Παρά ταύτα, αναδύεται µια µοναδική ευκαιρία: η µετάβαση προς καθαρή ενέργεια και περιφερειακή αυτάρκεια, στην οποία ως Ευρώπη αλλά και ως Ελλάδα θα µπορούσαµε να πρωταγωνιστήσουµε.
Σε αυτό το πλαίσιο, κρίνεται αναγκαίο η Ευρώπη να γίνει πιο γρήγορη και άµεση στις αποφάσεις της, µε δηµιουργία αποτελεσµατικών εργαλείων που θα βοηθήσουν, ώστε οι ευρωπαϊκές εταιρείες να παραµείνουν ανταγωνιστικές. Έτσι µόνο δεν θα γίνει ουραγός και θα µπορέσει να ανακτήσει τον ηγετικό ρόλο που είχε στο παρελθόν.
Η ανταγωνιστικότητα λοιπόν των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων είναι άλλη µια σηµαντική πρόκληση. Και για να µπορέσουν να µείνουν ανταγωνιστικές στην παγκόσµια σκηνή, όπου απέναντί τους έχουν εταιρείες από τις κραταιές ΗΠΑ, την εφευρετική Κίνα και την ταχέως αναπτυσσόµενη Ινδία, είναι αναγκαίο να υπάρξουν οι απαραίτητοι µηχανισµοί που θα τις κρατήσουν στο παιχνίδι και στη συνέχεια θα επιτρέψουν πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η ενοποίηση κεφαλαιαγορών κι η δηµιουργία σοβαρών και γρήγορων χρηµατοδοτικών εργαλείων, η εναρµόνιση κανονισµών και η άρση στρεβλών ρυθµιστικών πλαισίων, βαθιές επενδύσεις σε Τεχνητή Νοηµοσύνη και R&D, αλλά κι επένδυση στη βιοµηχανία και τη µεταποίηση -όχι µόνο στις υπηρεσίες- είναι µερικά µόνο από τα αναγκαία βήµατα.
Ταυτόχρονα, πρέπει να αντιµετωπιστούν δοµικά µειονεκτήµατα: υψηλό ενεργειακό κόστος, κατακερµατισµός ρυθµίσεων, αργές αδειοδοτήσεις, γραφειοκρατία. Δίχως απλοποίηση και γρήγορη υλοποίηση έργων, η Ευρώπη θα συνεχίσει να χάνει έδαφος έναντι των ανταγωνιστών της.
Αν πάντως κάτι αποτελεί ανταγωνιστικό πλεονέκτηµα των ευρωπαϊκών και δη των ελληνικών επιχειρήσεων, είναι η ανθεκτικότητα που έχουν επιδείξει σε αυτή την πενταετία, καθώς δεν κατάφεραν απλώς να επιβιώσουν, αλλά και να αναπτυχθούν.
Πλέον όµως, η λήψη αποφάσεων πρέπει να βασίζεται σε δυναµικά µοντέλα σεναρίων, που λαµβάνει υπόψη πολλά διαφορετικά ρίσκα. Τίποτα πλέον δεν είναι γραµµικό, γι’ αυτό απαιτείται συνεχής προσαρµογή σε γεωπολιτικούς κραδασµούς, µεταβολές τιµών και ρυθµιστικές αλλαγές, µε πολιτικές αντιστάθµισης κινδύνου. Η ευελιξία είναι το νέο ανταγωνιστικό πλεονέκτηµα.
Επιπλέον, η τεχνολογία είναι ο καταλύτης της νέας εποχής. Η Τεχνητή Νοηµοσύνη δεν είναι απλώς εργαλείο· είναι στρατηγικός µοχλός. Φυσικά, απαιτεί σαφείς κανόνες και κρίσιµες υποδοµές µε ισχυρά πρωτόκολλα ασφαλείας. Όµως, δύναται να συµβάλει στη βελτιστοποίηση των διαδικασιών και της παραγωγής, στην ανάπτυξη νέων προϊόντων και υπηρεσιών, ενισχύοντας ταυτόχρονα την ευελιξία και την προσαρµοστικότητα των επιχειρήσεων. Γι’ αυτό, είναι απαραίτητο να ενταχθεί σε επιχειρησιακά µοντέλα µε σαφείς στόχους και δείκτες απόδοσης.
Θα ήθελα να σταθώ λίγο περισσότερο στη χώρα µας, που έχει ανακτήσει επενδυτική βαθµίδα και µπορεί να γίνει κόµβος ενέργειας και τεχνολογίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Έχει πλέον µια µοναδική ευκαιρία να αξιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση και να αποτελέσει πρωταγωνιστή, τόσο ως προς την ενεργειακή µετάβαση όσο και ως προς την εξασφάλιση σηµαντικών πρώτων υλών, όπως στην περίπτωση του γαλλίου, καλύπτοντας τη ζήτηση για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στον πυρήνα της στρατηγικής της πρέπει να είναι η ενεργειακή ασφάλεια και είναι χρήσιµο να επενδύσουµε σε τρεις άξονες: συµβατική ενέργεια για σταθερότητα, ΑΠΕ και αποθήκευση για απανθρακοποίηση, στους κλάδους των πρώτων υλών και της άµυνας για στρατηγική αυτονοµία. Αυτή η διαφοροποίηση εξασφαλίζει ανθεκτικότητα και ανάπτυξη.
Το µέλλον δεν θα είναι λιγότερο αβέβαιο· θα είναι πιο απαιτητικό. Όµως, οι εταιρείες αλλά και οι χώρες που ενσωµατώνουν στο DNA τους την ανθεκτικότητα, την τεχνολογία και τη βιωσιµότητα θα ευηµερήσουν. Και το δικό µας όραµα πρέπει να είναι σαφές: να κάνουµε την Ελλάδα και την Ευρώπη πρωταγωνιστές στην καθαρή ενέργεια και τη βιώσιµη βιοµηχανία.
Γιατί η ηγεσία δεν είναι να ακολουθείς τις τάσεις· είναι να τις δηµιουργείς.
* Διευθύνων Σύµβουλος της ΜETLEN Energy & Metals