H Βιοµηχανία δεν αποτελεί, πλέον, απλώς έναν τοµέα παραγωγής αγαθών. Είναι, ή τουλάχιστον µπορεί να γίνει, ένας καταλύτης ισχύος, επιρροής και αξιοπιστίας για µια χώρα, ένα εργαλείο που µετατρέπει την οικονοµική παραγωγή σε εθνική στρατηγική.
Ζούµε σε µια εποχή πυκνών αλλαγών, όπου οι ισορροπίες αλλάζουν ταχύτατα και απρόβλεπτα. Η γεωπολιτική αστάθεια, οι πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, τα τεχνολογικά άλµατα συνθέτουν ένα περιβάλλον που απαιτεί από τα κράτη να επαναπροσδιορίσουν τις σταθερές τους.
Όλο και περισσότερο διαφαίνεται ότι η πραγµατική ισχύς µιας χώρας δεν χτίζεται µόνο µέσα από τη διπλωµατία ή την αµυντική ικανότητα, αλλά και µέσα από τη στέρεη, παραγωγική βάση. Η Βιοµηχανία, όταν λειτουργεί µε ανθεκτικότητα, όραµα και εξωστρέφεια, µετατρέπεται σε πολλαπλασιαστή ισχύος.
Στη σύγχρονη Ιστορία της Ελλάδας, οι περίοδοι κατά τις οποίες η χώρα µας γνώρισε πραγµατική ακµή ήταν οι περίοδοι που άνθισε η βιοµηχανική παραγωγή της. Μετά από χρόνια αποβιοµηχάνισης, γνωρίζουµε καλά τι σηµαίνει να επιδιώκεις να αλλάξεις παραγωγικό µοντέλο µετά από µία δεκαετία κρίσης και σήµερα έχουµε τη δυνατότητα να επενδύσουµε και πάλι, ουσιαστικά, στη Βιοµηχανία.
Βιοµηχανία σηµαίνει εγχώρια παραγωγή, ποιοτικές και καλά αµειβόµενες θέσεις εργασίας, αυτάρκεια, εξαγωγές, εξωστρέφεια. Όπου υπάρχει ισχυρή Βιοµηχανία, υπάρχει και κοινωνική συνοχή. Για αυτό και η Ελλάδα χρειάζεται µια εθνική στρατηγική για τη µεταποίηση, που να διακρίνεται από συνέχεια και συνέπεια, µε σταθερό φορολογικό πλαίσιο, µείωση των φορολογικών συντελεστών και ψηφιοποίηση των διαδικασιών, µε στρατηγική επιδίωξη να µετατραπεί η χώρα µας σε πόλο έλξης µεγάλων και παραγωγικών επενδύσεων σε νευραλγικούς τοµείς της Βιοµηχανίας.
Η συµβολή της µεταποίησης στο ΑΕΠ της Ελλάδας υπολογίζεται µεταξύ 9 µε 10%, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ξεπερνά το 14%. Τα ποσοστά αυτά δείχνουν βελτίωση σε σχέση µε το παρελθόν, αλλά και τη µεγάλη απόσταση που έχουµε ακόµη να διανύσουµε.
Η πρόκληση είναι διπλή. Από τη µία, η τεχνολογική µετάβαση. Ο κόσµος της «βιοµηχανίας του µέλλοντος» δεν βασίζεται στη λογική της µαζικής παραγωγής του προηγούµενου αιώνα. Στηρίζεται στην καινοτοµία, τα big data, τους αυτοµατισµούς.
Η αξιοποίηση της Τεχνητής Νοηµοσύνης δεν πρέπει να µείνει στη θεωρία. Είναι το νέο αναγκαίο στάδιο εξέλιξης. Μέσω αυτής θα µπορούµε να παράγουµε καλύτερα, ταχύτερα, µε λιγότερα περιθώρια λάθους και µε µεγαλύτερη εξειδίκευση. Όµως όλα αυτά προϋποθέτουν ένα ισχυρό οικοσύστηµα επενδύσεων, τεχνολογικής αναβάθµισης και ανθρώπινου κεφαλαίου.
Από την άλλη, η εξωστρέφεια. Καµία ελληνική εταιρεία, όσο επιτυχηµένη κι αν είναι, δεν µπορεί να διατηρήσει µακροπρόθεσµη δυναµική χωρίς εξαγωγές. Η διεθνοποίηση λειτουργεί ως επιβεβαίωση ποιότητας, ως δοκιµασία ανταγωνιστικότητας και ως µοχλός αναγνώρισης για τη χώρα συνολικά. Κάθε ελληνικό βιοµηχανικό προϊόν που ταξιδεύει στο εξωτερικό «κουβαλά» µαζί του την εικόνα της Ελλάδας.
Η Βιοµηχανία οφείλει να κοιτάζει και να διαµορφώνει ένα µέλλον στο οποίο κανείς δεν θα µένει πίσω. Με επιχειρήσεις που λειτουργούν ως µέρος ενός ευρύτερου οικοσυστήµατος, συνεργάζονται µεταξύ τους καθώς και µε Πανεπιστήµια και κοινωνικούς φορείς, µοιράζονται τεχνογνωσία και εµπειρίες, και κατά συνέπεια αυξάνουν την ανταγωνιστικότητά τους. Βλέπουµε τις προκλήσεις που συνοδεύουν την πρόοδο γύρω µας.
Η επιχείρηση του µέλλοντος πρέπει να είναι ψηφιακή, κυρίως όµως να είναι ανθρώπινη. Η επιχείρηση που θα αντέξει στον χρόνο είναι εκείνη που επενδύει στους ανθρώπους της, συνεργάζεται στρατηγικά και συνδυάζει την οικονοµική κερδοφορία µε το συλλογικό όφελος της κοινωνίας.
Ο δρόµος δεν είναι εύκολος. Αντίθετα, απαιτεί συνεχή προσαρµογή, τόλµη και επενδύσεις. Αλλά η εµπειρία µας δείχνει ότι, όταν µια επιχείρηση αποφασίζει να αλλάξει επίπεδο, τότε το όφελος δεν περιορίζεται στα στενά της όρια µόνο. Η Βιοµηχανία γίνεται µοχλός εθνικής ισχύος, ένας πυλώνας που µπορεί να στηρίξει την οικονοµία, να ενισχύσει το διεθνές αποτύπωµα της χώρας και να προσφέρει στους ανθρώπους πραγµατικές ευκαιρίες προόδου.
Η επένδυση της Philip Morris International στη χώρα µας, µέσω της Παπαστράτος, ήταν -και παραµένει- µια ισχυρή ψήφος εµπιστοσύνης στην Ελλάδα. Πρόκειται για µια επένδυση στην τεχνογνωσία, τους ανθρώπους, την κουλτούρα της ελληνικής βιοµηχανικής παραγωγής, που ξεπερνά, πλέον, τα 700 εκατοµµύρια, µε το εργοστάσιο στον Ασπρόπυργο να αποτελεί τον πυρήνα του µετασχηµατισµού µας. Ένα υπερσύγχρονο βιοµηχανικό megaplant, που κάνει πράξη τη «Βιοµηχανία του µέλλοντος», σήµερα.
Το πιο ουσιαστικό µήνυµα αυτής της επένδυσης είναι ότι η µεταποίηση στην Ελλάδα µπορεί να αποτελέσει πρότυπο για το πώς η Βιοµηχανία υπηρετεί τον άνθρωπο και την κοινωνία, παράγοντας πολυδιάστατη προστιθέµενη αξία για όλους.
Η Παπαστράτος εξάγει σήµερα περισσότερο από το 90% της παραγωγής της σε πάνω από 30 χώρες, µεταξύ των οποίων βρίσκονται ισχυρές αγορές και οικονοµίες, όπως της Ιαπωνίας και της Γερµανίας, ξεπερνώντας έτσι τα στενά όρια της εταιρείας και αναδεικνύοντας τον ρόλο της Ελλάδας ως αξιόπιστου παραγωγικού κόµβου για τις διεθνείς αγορές. Και µε τις νέες γραµµές παραγωγής τις οποίες εγκαθιστούµε τώρα, αποκτούµε την τεχνολογική ισχύ και την ευελιξία που απαιτεί η αυξανόµενη ζήτηση, ώστε να παραµείνουµε πρωτοπόροι, προσφέροντας προϊόντα που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες.
* Πρόεδρος και Διευθύνων Σύµβουλος της Παπαστράτος.