Οι καιροί µας είναι γεµάτοι προκλήσεις και ευκαιρίες και διαµορφώνουν µια εποχή γεµάτη νικητές και ηττηµένους. Στους πρώτους συγκαταλέγονται εκείνοι που εγκαίρως τοποθετήθηκαν κατάλληλα ώστε να αδράξουν τις ευκαιρίες του αύριο. Ενώ στους δεύτερους όλοι εκείνοι που είτε δεν είδαν εγκαίρως τις κυοφορούµενες µετατοπίσεις είτε δεν έδειξαν την απαραίτητη αποφασιστικότητα για ρήξεις και αλλαγές.
Η Ευρώπη κινδυνεύει να ενταχθεί στη δεύτερη κατηγορία. Η ανάπτυξη παραµένει χαµηλή, χάνονται µερίδια αγοράς από τον αναδυόµενο κόσµο και σχεδόν τα πάντα (όπως τα αγαθά, οι υπηρεσίες, η ηλεκτρική ενέργεια κ.ά.) γίνονται όλο και πιο ακριβά, µε συνέπεια το χάσµα της µε τις ΗΠΑ και την Κίνα να διευρύνεται.
Ενώ το 2004, το ΑΕΠ της Ε.Ε. βρισκόταν στα ίδια επίπεδα µε το αµερικανικό, σήµερα οι ΗΠΑ αντικρίζουν την Ε.Ε. από θέση ισχύος. Το ίδιο ακριβώς ετοιµάζεται να κάνει και η Κίνα: Το κινεζικό ΑΕΠ έχει σχεδόν ισοσκελίσει το ευρωπαϊκό -είκοσι χρόνια πριν, η ευρωπαϊκή οικονοµία ήταν 6 φορές µεγαλύτερη της κινεζικής.
Οι αιτίες της υστέρησης είναι πολλές. Η Ευρώπη έχασε την προηγούµενη δεκαετία λόγω αµφιθυµίας και χαµηλής ανάπτυξης. Και παρόλο που εγκαίρως σχεδίασε και υλοποίησε το Ταµείο Ανάκαµψης και Ανθεκτικότητας για τη µετά πανδηµία εποχή, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Κίνα κατάφεραν να πετύχουν πολύ υψηλότερους ρυθµούς ανάπτυξης και να ενισχύσουν τις θέσεις τους στον κόσµο.
Στην τεχνολογική συζήτηση, η Ε.Ε. παραµένει απούσα από πλευράς επιχειρηµατικών µεγεθών, υπολείπεται στις εκθετικές τεχνολογίες και αυτό έχει επίπτωση στην οικονοµία. Οι µεγάλοι διεθνείς ανταγωνιστές της δαπανούν πολύ περισσότερα χρήµατα σε έρευνα και ανάπτυξη και ήδη διαθέτουν κεκτηµένα κολοσσιαίων διαστάσεων στον χώρο των ψηφιακών τεχνολογιών. Και παρόλο που η Ευρώπη διαθέτει τεράστια βιοµηχανική παράδοση και σπουδαίο µορφωτικό υπόβαθρο, είναι να απορεί κανείς πώς δεν µπόρεσε να µετουσιώσει αναπτυξιακά το δυναµικό της στον ψηφιακό χώρο, που είναι τόσο κρίσιµος για το µέλλον.
Τα ίδια συµβαίνουν στον τοµέα της Άµυνας, όπου τα ευρωπαϊκά κράτη δείχνουν να αφυπνίζονται, αν και το δεδοµένο ότι η Ε.Ε. συνεχίζει να µην έχει ενιαία εξωτερική και αµυντική πολιτική δεν υπόσχεται βελτίωση της κατάστασης.
Οι ΗΠΑ και η Κίνα κατάφεραν να συνδυάσουν σε µεγάλη κλίµακα την Έρευνα και την Ανάπτυξη µε το βιοµηχανικό τους υπόβαθρο και να δηµιουργήσουν τεράστιες αµυντικές δυνατότητες. Αντίθετα, η Ευρώπη, παρασυρµένη από αυταπάτες και λειτουργώντας στα στενά εθνικά πλαίσια, βρίσκεται σήµερα σε ευάλωτη θέση. Και εάν λάβει κανείς υπόψη τις προκλήσεις του αύριο, όπως το δηµογραφικό, που µετά βεβαιότητας θα προκαλέσει σοβαρά προβλήµατα στην παραγωγικότητα, την ανάπτυξη και τη σταθερότητα των κοινωνικοασφαλιστικών συστηµάτων, θα διαπιστώσει ότι τα επόµενα χρόνια δεν θα είναι καθόλου εύκολα για την Ε.Ε.
Η Ευρώπη χρειάζεται µαζικές επενδύσεις σε όλα τα πεδία ώστε να επιτύχει την αναστροφή της καθόδου της και την ευθυγράµµιση µε τους ανταγωνιστές της. Και για να το πετύχει αυτό θα πρέπει να λειτουργήσει όπως εκείνοι: δηµιουργώντας ένα σύστηµα γρήγορων αποφάσεων, ενθαρρύνοντας την καινοτοµία, τον ανταγωνισµό, τις επενδύσεις και την ενοποίηση κατακερµατισµένων αγορών και όχι επιβαρύνοντας και υπερρυθµίζοντας την οικονοµία µε ένα αδιανόητο κανονιστικό πλαίσιο.
Όσο, όµως, θα διαιωνίζεται η αδυναµία της να λαµβάνει γρήγορα αποφάσεις, αλλά και συχνά το έλλειµα ηγεσίας, τόσο θα χάνει έδαφος στον παγκόσµιο ανταγωνισµό, κάτι που σίγουρα αποτελεί απειλή και για τη χώρα µας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα αναδύεται ως εξαίρεση του ευρωπαϊκού κανόνα. Ολοκλήρωσε µια επίπονη αναδίπλωση της οικονοµίας, η οποία της έδωσε τη δυνατότητα να κάνει ένα θαρραλέο άλµα προς το αύριο. Με το σπαθί της, ανέκτησε την επενδυτική βαθµίδα, γεγονός που έφερε προοπτικές και επιχειρηµατικές ευκαιρίες.
Το Χρηµατιστήριο της Αθήνας έγινε εφαλτήριο προσέλκυσης διεθνών κεφαλαίων, ενώ διεθνείς επενδυτές υλοποιούν ή δροµολογούν σηµαντικές επενδύσεις. Οι πρόσφατες γεωπολιτικές ανακατατάξεις µάς βρίσκουν σε µια ιστορικά σπάνια, πλεονεκτική θέση.
Η Ελλάδα έχει όλα τα φόντα να λειτουργήσει ως επιχειρηµατικός, οικονοµικός και ενεργειακός κόµβος στην ευρύτερη περιοχή και ήδη βλέπουµε τέτοια σχέδια να τίθενται σε εφαρµογή, τα οποία θα έχουν σοβαρά οφέλη για την οικονοµία. Με άλλα λόγια, για πρώτη φορά µετά από χρόνια, η χώρα µας µπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ευρωπαϊκή ανάκαµψη -ποιος θα τολµούσε να εκστοµίσει κάτι τέτοιο πριν από δέκα χρόνια;
Σε αυτό το πλαίσιο αναδύθηκαν και οι δικές µας επενδύσεις στην Ελλάδα, στον Όµιλο AKTOR και στην Credia Bank, αντίστοιχα, οι οποίες συνοδεύονταν από την ανάληψη σηµαντικού επιχειρηµατικού ρίσκου και σήµερα αρχίζουν να αποδίδουν τους καρπούς µιας κοπιώδους προσπάθειας. Ενώ η πρόσφατη συµµετοχή µας στο ιστορικών διαστάσεων σχέδιο µεταφοράς και εµπορίας αµερικανικού LNG στην Ευρώπη αποτελεί επιτοµή αυτής της προσπάθειας και τεκµήριο ότι δεν αφήνουµε καµία ευκαιρία της αγοράς να χαθεί.
Όσοι µάς εµπιστεύθηκαν τα προηγούµενα χρόνια αισθάνονται, πιστεύω, κερδισµένοι. Ευχής έργον θα είναι να δούµε στη χώρα µας και άλλες αντίστοιχες επενδυτικές προσπάθειες να ξεδιπλώνονται, εγκαινιάζοντας µια νέα σελίδα της οικονοµικής µας ιστορίας: αυτή της εξωστρέφειας, της παραγωγής αξίας και ενός νέου παραγωγικού µοντέλου που θα ωθήσει την Ελλάδα να πάει στο επόµενο επίπεδο.
Το ερώτηµα πλέον είναι εάν η Ε.Ε. µπορεί να ακολουθήσει την Ελλάδα στον δρόµο της ανάπτυξης ή όχι.
* Πρόεδρος και Διευθύνων Σύµβουλος του Οµίλου AKTOR, Partner της Thrivest Holdings και Διευθύνων Σύµβουλος της Atlantic see LNG Trade.