Παρά τη θεαµατική πολυετή άνοδο του Χρηµατιστηρίου, η συνέχιση της πορείας του θα εξαρτηθεί από τη διεθνή συγκυρία, τη διατήρηση της εταιρικής προόδου και την ενίσχυση της πραγµατικής ελληνικής οικονοµίας -ιδίως της παραγωγικότητας και της παιδείας- καθώς η χώρα κινδυνεύει από υπερκατανάλωση και διαρθρωτικές αδυναµίες, επισηµαίνει ο Φαίδων Ταµβακάκης, Πρόεδρος της Alpha Trust Συµµετοχών Α.Ε.
Τι µπορεί κανείς να περιµένει από µια αγορά που επί έξι συνεχή έτη υπεραπέδωσε, για το έβδοµο; Το ΧΑΑ από τις αρχές του 2019 και µέχρι τα τέλη Νοεµβρίου πέτυχε τη δεύτερη µεγαλύτερη άνοδο, σε ευρώ, διεθνώς πίσω από το Χ.Α. Κύπρου, µε κέρδη 239,66%, ενώ µόνο το 2025 τα κέρδη ξεπερνούν το 40%.
Από πλευράς διάρκειας αλλά και απόδοσης, υπήρξε µία περίοδος από τις πιο σηµαντικές ιστορικά. Το χαρακτηριστικό της είναι ότι ξεπέρασε πολλά εξωγενή εµπόδια (γεωπολιτικές αναταραχές, µία πανδηµία) µε αυτοπεποίθηση. Εάν ήταν καταιγίδα και έπρεπε να τη βαφτίσουµε, θα της ταίριαζε το «Περσεφόνη». Η αγορά επέστρεψε από τον Άδη στη Γη.
Σε αντίθεση µε την άνοδο «Αχιλλέας», του 1995-1999, που όταν η θεά Θέτις ζήτησε στον γιο της να επιλέξει µεταξύ µιας ήρεµης και µακράς ζωής ή την αιώνια δόξα (κλέος άφθιτον) και να πεθάνει νέος, επέλεξε το δεύτερο. Η ουσιαστική διαφορά µεταξύ των δύο περιόδων έγκειται στις προσδοκίες τις οποίες εξέφραζαν οι τιµές. Στην περίπτωση «Αχιλλέα», οι µετοχές προεξοφλούσαν µία αέναη µεγέθυνση των επιχειρήσεων χωρίς οικονοµικούς κύκλους και ατυχήµατα. Στην «Περσεφόνη», αντιθέτως, όταν ξεκίνησε η άνοδος, οι προσδοκίες ήταν ταπεινές. Οι επενδυτές παγκοσµίως απλώς αναγνώριζαν το πόσο αδικηµένη ήταν η αγορά, µετά τόσα χρόνια στον Άδη, και πόσο η σύγκριση των ελληνικών αξιών µε αντίστοιχες της Ευρώπης ή αλλού έµοιαζε µε στρέβλωση. Μέχρι και το 2024, η επιφυλακτικότητα εναλλασσόταν µε την αισιοδοξία. Όσο πλησίαζε στο φως τόσο υποχωρούσαν οι αναστολές, έτσι το 2025, σε όποιο forum δήλωνες Έλληνας, συγκέντρωνες το ενδιαφέρον επαγγελµατιών από τις πιο απόµακρες µεριές της Γης, ζητώντας να ακούσουν τη γνώµη σου για τις τράπεζες, την ενέργεια, και άλλες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις.
Όταν τόσοι πολλοί θηρευτές έχουν ανακαλύψει ένα τόσο δα θήραµα, τι µπορεί να περιµένει κανείς; Η εµπειρία λέει πως τεχνικά ή θα έλθει κάποια στιγµή µια απογοήτευση και οι κυνηγοί θα αναχωρήσουν για άλλα καρτέρια ή θα γίνει µεγάλο τουφεκίδι και θα ζήσουµε µια φούσκα µε δυσάρεστες µεσοµακροπρόθεσµες συνέπειες.
Ας δούµε όµως πιο µικροσκοπικά την άνοδο. Κατ’ αρχάς, ξεχώρισαν χρηµατιστηριακά οι κλάδοι τραπεζών, ενέργειας και κατασκευών, µαζί µε µεµονωµένους πρωταθλητές µεσαίας και µεγάλης κεφαλαιοποίησης. Κοινό χαρακτηριστικό, η αδικαιολόγητη διαφορά στις αποτιµήσεις µε αντίστοιχες ξένες εταιρείες. Σήµερα η απόσταση έχει καλυφθεί στις περισσότερες περιπτώσεις και δεν αποτελεί την κύρια αιτία για να τις προτιµήσει κανείς έναντι άλλων.
Τι θα χρειαστεί η αγορά για να συνεχιστεί η ζήτηση; Κατά πρώτον, να συνεχιστεί η διεθνής θετική πορεία. Μια τέτοια προοπτική υποστηρίζεται από την τεράστια αύξηση κεφαλαίων προς επένδυση τα προσεχή έτη. Οι πιο πρόσφατες εκτιµήσεις υπολογίζουν ότι µέχρι το 2030 τα υπό διαχείριση κεφάλαια θα ανέρχονται σε 200 τρισ. δολάρια ενώ στα τέλη του 2024 ανέρχονταν σε 128 τρισ. δολάρια. Για λόγους σύγκρισης, το 2012 το σύνολο των επενδυµένων κεφαλαίων ήταν περίπου 60 τρισ. δολάρια. Συνεπώς χρήµατα µάλλον θα υπάρξουν. Ωστόσο, οι ελληνικές επιχειρήσεις θα πρέπει να συνεχίσουν θετική και ταχύτερη από τον µέσο όρο βελτίωση και ταυτόχρονα αύξηση του µεγέθους τους ώστε να παραµείνουν επενδύσιµες. Παρά τη βελτίωση των τιµών, µη λησµονούµε ότι η συνολική αξία των εταιρειών του Χρηµατιστηρίου αντιστοιχούν στο 3,1% της κεφαλαιοποίησης της NVIDIA.
Παράλληλα όµως µια άλλη εντυπωσιακή επίδοση της Ελλάδας είναι στον τοµέα της κατανάλωσης, όπου µε βάση στοιχεία του 2025 βρισκόµαστε στην πρώτη θέση των πλούσιων χωρών µε 88% του ΑΕΠ (συµπεριλαµβανοµένου και του Δηµοσίου). Μόνο η ιδιωτική κατανάλωση ανέρχεται στο 70,6% (Ιούνιος ‘25) και µας κατατάσσει στην κορυφή της Ε.Ε. (η Γερµανία βρίσκεται στο 53,4%, η Ιταλία στο 58,7%, η Γαλλία στο 54,3%, η Τουρκία στο 53,6%). Εκτός Ε.Ε. ενδεικτικά οι ΗΠΑ βρίσκονται στο 68,1% και η Κίνα στο 39,9% (όλα τα στοιχεία CEIC).
Το φαινόµενο αυτό έχει να κάνει εκτός από την ανάκαµψη της ελληνικής οικονοµίας και µε το πέρασµα της πανδηµίας, όπου έχουν παρατηρηθεί στο παρελθόν οι εξής παρενέργειες:
α. Ψυχολογία Carpe Diem, ζήσε τη ζωή σου ωσάν να µην υπάρχει αύριο
β. Ροπή προς την τρυφή, τη πολυτέλεια
γ. Εθελούσια αργία και έλλειψη δεξιοτήτων.
Εάν τα ανωτέρω µοιάζουν γνώριµα, το τελευταίο είναι και το πιο επικίνδυνο. Ειδικά σε µια χώρα µε δηµογραφικό πρόβληµα, καµιά µακροπρόθεσµη µεταναστευτική πολιτική και µε υποβαθµισµένη παιδεία, τόσο τεχνική όσο και γενική.
Είναι αλήθεια ότι στην τρυφή η χώρα έχει κάνει άλµατα, προσφέρει πλέον υπηρεσίες που είναι εφάµιλλες ή ανώτερες σε οποιαδήποτε σύγκριση. Μάλιστα µπορούµε να µιλάµε για έναν κλάδο ο οποίος είναι σφριγηλός και εξωστρεφής. Όµως δεν φτάνει. Το παραγωγικό δυναµικό της χώρας είναι περιορισµένο και απαρχαιωµένο. Μια επίσκεψη στην Ανατολή, από τη γείτονα έως την Άπω, είναι αποκαλυπτική.
Συµπερασµατικά, η ελληνική αγορά αποτιµησιακά έχει συγκλίνει αλλά η οικονοµία, πλην εξαιρέσεων, έχει πολύ δρόµο να διανύσει. Όµως απαιτείται επιτάχυνση, δηλαδή να µην αρκεστούµε στην ελάχιστα ισχυρότερη αύξηση του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη, αλλά να στοχεύσουµε σε ρυθµούς της περιόδου 2000-2007, χωρίς την τότε αµεριµνησία.
Ένα γεγονός που αναµένεται να αλλάξει πολλά στο Χρηµατιστήριο Αθηνών είναι η ένταξη στον Όµιλο του Euronext. Εδώ ας θυµηθούµε την παρακαταθήκη του Οδυσσέα Ελύτη, όταν τοποθετήθηκε ως προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση: «Ο Ελληνισµός έδειξε ανέκαθεν µια καταπληκτική ικανότητα να αφοµοιώνει, να προσαρµόζεται και να δραστηριοποιείται µέσα στα ξένα σύνολα. Ίσως είναι πιο σωστό να µη φοβηθούµε τη σύγκριση και την άµιλλα, αλλά να προχωρήσουµε, φυσικά πάντοτε µε την προοπτική να διακριθούµε στην ποιότητα, που σηµαίνει στο πνεύµα. Γι’ αυτό επιµένω πολύ στο θέµα της Παιδείας. Χρειαζόµαστε παιδεία σοβαρή, βαθιά... γιατί µόνο µε αυτή θα µπορέσουµε και να διακριθούµε και να πορευθούµε σε έναν καινούριο δρόµο, αλλά και να διατηρήσουµε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της φυσιογνωµίας µας».
* Πρόεδρος της Alpha Trust Συµµετοχών Α.Ε.