O Φωκίων Καραβίας, Διευθύνων Σύµβουλος της Eurobank, αναδεικνύει τις βαθύτερες αιτίες της χαµηλής παραγωγικότητας στην ελληνική οικονοµία, την ανάγκη για ταχύτερη επενδυτική ώθηση και τον καθοριστικό ρόλο της ηγεσίας και της προσαρµοστικότητας στη νέα πραγµατικότητα. Τι απαντά για τον κατακερµατισµό των ΜµΕ, τις δυσκολίες ενοποίησης των ευρωπαϊκών αγορών και τις τεχνολογικές εξελίξεις στον χρηµατοπιστωτικό χώρο.
Τονίζετε δηµοσίως την ανάγκη αύξησης των επενδύσεων στη χώρα και µιλάτε για «εθνική προτεραιότητα». Ποιες είναι οι αιτίες του προβλήµατος και πώς συνδέονται ίσως µε τη χαµηλή παραγωγικότητα;
Η δηµοσιονοµική εξυγίανση αποτελεί κατάκτηση για τη χώρα µας. Είναι κρίσιµο αυτή να συνεχιστεί καθώς παραµένουµε η χώρα µε το υψηλότερο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, στην Ευρώπη. Οποιαδήποτε συζήτηση για τα δήθεν υπερπλεονάσµατα είναι παραπλανητική. Ωστόσο, η επόµενη πρόκληση για την οικονοµία µας είναι η παραγωγικότητα. Η παραγωγικότητα σήµερα κατά κεφαλήν είναι στο 70% του ευρωπαϊκού µέσου όρου, τον οποίο είχαµε προσεγγίσει το 2008. Ανά ώρα εργασίας, είµαστε στο 56%, από 78% πριν από 20 χρόνια. Αυτό σηµαίνει ότι οι Έλληνες δουλεύουν περισσότερο από τον µέσο Ευρωπαίο αλλά παράγουν λιγότερο, γιατί η εργασία συνδυάζεται µε λιγότερο κεφάλαιο, χαµηλότερο επίπεδο οργάνωσης της παραγωγής, χαµηλή τεχνολογία. Και δεν υπάρχει άλλη απάντηση από τις επενδύσεις.
Είµαστε στη σωστή τροχιά. Οι επενδύσεις αυξήθηκαν από 11% του ΑΕΠ το 2019, σε 16% πέρυσι. Άνοδος σηµαντική, αναγκαία αλλά όχι επαρκής. Πολύ περισσότερο, που όλες οι χώρες ανταγωνίζονται σκληρά για την προσέλκυση επενδύσεων. Ο χρόνος τρέχει, οι ανταγωνιστές κινούνται δραστήρια και χρειάζεται η ιδέα της εθνικής προτεραιότητας να πάρει απτή υπόσταση -µε κοινωνική αποδοχή και συναίνεση γύρω από τις πρωτοβουλίες και τις µεταρρυθµίσεις που θα στηρίξουν µια γρήγορη και σηµαντική αύξηση της ιδιωτικής και δηµόσιας επενδυτικής δραστηριότητας.
Καθώς τα χρονικά περιθώρια του Ταµείου Ανάκαµψης στενεύουν, στην αγορά διατυπώνονται αιτιάσεις για αργοπορίες του Δηµοσίου αλλά και για ελλιπή χρηµατοδότηση των µικροµεσαίων από τις τράπεζες. Ποια είναι η δική σας άποψη; Πώς βλέπετε την ανάπτυξη µετά το ΤΑΑ;
Οι πόροι του ΤΑΑ συνιστούν τον βασικό µοχλό για τις επιδόσεις της ελληνικής οικονοµίας µετά την πανδηµία, µε ρυθµούς ανάπτυξης σηµαντικά ανώτερους του ευρωπαϊκού µέσου όρου, τάση που εκτιµάται ότι θα διατηρηθεί τουλάχιστον για την επόµενη διετία. Η Ελλάδα έλαβε από το ΤΑΑ τα περισσότερα κονδύλια σε σχέση µε το ΑΕΠ, περίπου 16%, και ο ρυθµός απορρόφησης, παρόλη τη σχετική συζήτηση, είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη, πάνω από το 60%.
Το κρίσιµο σηµείο είναι ακριβώς η µακροπρόθεσµη θετική επίδραση των κονδυλίων του ΤΑΑ στην οικονοµία. Στο σκέλος των επιχειρηµατικών δανείων, περίπου 15,5 δισ. ευρώ, η εµπλοκή των τραπεζών και συµβουλευτικών εταιρειών στη διαδικασία, µε την υποχρεωτική µόχλευση και δανειακών κεφαλαίων, αφενός, αναβάθµισε το επίπεδο των δανειοδοτούµενων επενδύσεων και αφετέρου, οδήγησε στη διοχέτευση ενός εξαιρετικά µεγάλου ποσού χωρίς την παραµικρή διαµαρτυρία ή υπόνοια για προτιµησιακές πρακτικές.
Η ύπαρξη αδιάθετων κεφαλαίων συνδέεται µε το γεγονός ότι δεν έχουµε ακόµη µια παραγωγική βάση αρκετά µεγάλη, ώστε να κινητοποιήσει αποτελεσµατικά τους πραγµατικά υψηλούς πόρους που διατέθηκαν στην Ελλάδα. Που οδηγεί ξανά τη συζήτηση στην ανάγκη περαιτέρω διαρθρωτικών αλλαγών, σχετικών µε τη δικαιοσύνη, τις χρήσεις γης, το ρυθµιστικό πλαίσιο κ.λπ.
Ενα από τα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονοµίας είναι ο πολύ µεγάλος αριθµός µικρών επιχειρήσεων. Ως ποιο σηµείο οι εταιρείες αυτές ωφελούν την οικονοµική λειτουργία ως ραχοκοκαλιά της και σε ποιο βαθµό το φαινόµενο θα ήταν χρήσιµο να περιοριστεί;
Αναφερθήκαµε νωρίτερα στην ανάγκη αύξησης της χαµηλής παραγωγικότητας, η οποία έχει δύο βασικές αιτίες. Πρώτον, την εστίαση -ιστορικά- σε κλάδους που από τη φύση τους έχουν χαµηλότερη παραγωγικότητα, όπως ο τουρισµός και τα ακίνητα, χωρίς αυτό να σηµαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουµε αυτούς τους κλάδους. Το αντίθετο. Συγχρόνως, όµως, χρειαζόµαστε επενδύσεις στη βιοµηχανία και την τεχνολογία.
Δεύτερον, και ίσως σηµαντικότερο, τον κατακερµατισµό, που συνδέεται µε βαθύτερες τάσεις όπως η επιχειρηµατική κουλτούρα στη χώρα µας. Έχουµε ένα από τα µεγαλύτερα ποσοστά µικρών και πολύ µικρών επιχειρήσεων στην οικονοµία. Ναι, ραχοκοκαλιά που πρέπει να στηριχθεί, αλλά χωρίς να παραγνωρίζουµε την πραγµατικότητα. Στην εποχή µας, ιδιαίτερα, η κλίµακα της δραστηριότητας έχει σηµασία. Μικρότερο µέγεθος σηµαίνει µικρότερη (ή µηδενική) δυνατότητα επενδύσεων σε κρίσιµους τοµείς, όπως η έρευνα και ανάπτυξη.
Η καινοτοµία προϋποθέτει επενδύσεις -κεφάλαια και ρίσκο. Ακόµη και το µάρκετινγκ ή τα δίκτυα πωλήσεων έχουν κόστη δυσβάστακτα για τους µικρότερους διεκδικητές σε µια σκληρά ανταγωνιστική, ανοιχτή, παγκόσµια αγορά. Κίνητρα για ένωση δυνάµεων υπάρχουν, η πίεση του ανταγωνισµού είναι ίσως το ισχυρότερο κίνητρο, αλλά φοβάµαι ότι οι παλιές αντιλήψεις, συνδεδεµένες µε την επιτυχηµένη αλλά οικογενειακή επιχείρηση, ξεπερνιούνται πιο δύσκολα από ό,τι απαιτούν οι ρυθµοί της συγκυρίας.
Σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης των ΜµΕ σε δανειακά κεφάλαια, η ρευστότητα των τραπεζών σήµερα οδηγεί σε σκληρό ανταγωνισµό µεταξύ µας, γιατί όλοι αναζητούµε καλούς πελάτες για να δώσουµε δάνεια και να εξασφαλίσουµε έσοδα. Το κόστος είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστικό, ευθέως συγκρίσιµο ή χαµηλότερο από ό,τι για αντίστοιχες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, γιατί υπάρχουν πολλά προγράµµατα, της ΕΑΤ, τα ΤΕΠΙΧ και άλλα, που παρέχουν εγγυήσεις και χαµηλά επιτόκια σε επιχειρήσεις που θέλουν να αναπτυχθούν µε υγιή επιχειρηµατικά σχέδια. Αλλά η αλήθεια είναι πως αυτή η ζήτηση από εταιρείες µε αναπτυξιακά πλάνα υπολείπεται και των προσδοκιών και των αναγκών της οικονοµίας.
Παρά την κινητικότητα για την ενοποίηση των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών, πολλές χώρες-µέλη της Ε.Ε. βάζουν εµπόδια στις διασυνοριακές, ακόµη και στις εγχώριες συγχωνεύσεις τραπεζών. Πώς βλέπετε να εξελίσσονται αυτές οι διαδικασίες; Ποιες θα είναι οι επιδράσεις για τη χώρα µας;
Η Ευρώπη είναι η εθνική µας αναφορά και γι’ αυτό πρέπει να είµαστε ειλικρινείς. Με τις σηµερινές επιλογές, δισταγµούς και υπαναχωρήσεις, η Ε.Ε. οδηγείται σε αδιέξοδο -και σε υποχώρηση απέναντι στις άλλες µεγάλες παγκόσµιες δυνάµεις. Η Ευρώπη παραµένει αργή, διαιρεµένη και διστακτική σε έναν κόσµο που κινείται πια σε άλλους ρυθµούς. Δεν καινοτοµεί και δεν παράγει. Η ρύθµιση είναι χρήσιµη αλλά η υπερρύθµιση καταλήγει γραφειοκρατική τροχοπέδη.
Σήµερα, το ρυθµιστικό κόστος πολλαπλασιάζεται και καθίσταται ανταγωνιστικό µειονέκτηµα. Η Ευρώπη βάζει το άλογο µπροστά από το κάρο -ασφαλώς χρειάζεται και ρύθµιση και εποπτεία, αλλά αφού (όχι πριν) φτιαχτεί µια λειτουργική, αποτελεσµατική και διεθνώς ανταγωνιστική αγορά. Αν ήταν ευρωπαϊκή η Google θα υπήρχε ή θα είχε καταδικαστεί σε ασφυξία µε ρυθµιστικές παρεµβάσεις, ως απειλή στον ανταγωνισµό; Διακηρύσσει η Ε.Ε. ότι επιδιώκει την ενοποίησή της. Και τι βλέπουµε; Την κρίσιµη στιγµή, επικρατούν οι εθνικές πολιτικές, οι εσωτερικές προτεραιότητες.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βάζουν εµπόδια στην ενοποίηση που θεωρητικά υποστηρίζουν. Η Γερµανία εµπόδισε την εξαγορά της Commerzbank. Η Ιταλία, της Banco BPM. Η Ισπανία, της Sabadell. Η ένωση των κεφαλαιαγορών δεν προχωρεί και οι συγχωνεύσεις κρίνονται τελικά σε εθνική βάση. Η Ελλάδα αποτελεί σε αυτό το πεδίο µια θετική εξαίρεση, µε την πρόσφατη απόκτηση πλειοψηφικής συµµετοχής στο Χρηµατιστήριο Αθηνών από το Euronext και τη συµµετοχή της UniCredit στην Αlpha Bank. Η παρουσία σηµαντικών ευρωπαϊκών οργανισµών στην ελληνική αγορά δεν είναι µόνο δείγµα εµπιστοσύνης στις προοπτικές της χώρας αλλά και καταλύτης ανταγωνισµού µε θετικό πρόσηµο, τελικά, για τους καταναλωτές και την οικονοµία.

Η Ευρώπη βάζει το άλογο μπροστά από το κάρο -ασφαλώς χρειάζεται και ρύθμιση και εποπτεία, αλλά αφού (όχι πριν) φτιαχτεί μια λειτουργική, αποτελεσματική και διεθνώς ανταγωνιστική αγορά.
Η Eurobank κατά την τελευταία 10ετία διεύρυνε τις πηγές εσόδων και το περιφερειακό αποτύπωµά της στο εξωτερικό. Ποια είναι τώρα η στρατηγική για την επόµενη ηµέρα;
Στη Eurobank έχουµε ένα ξεκάθαρο -και διαφορετικό από τις άλλες τράπεζες- επιχειρηµατικό µοντέλο, που στηρίζεται στη διαφοροποίηση. Πρώτα από όλα, γεωγραφική διαφοροποίηση -είµαστε µια ελληνική τράπεζα αλλά ένας περιφερειακός τραπεζικός όµιλος µε τρεις κύριες αγορές (Ελλάδα, Κύπρο, Βουλγαρία) και µε παρουσία σε διεθνή χρηµατοπιστωτικά κέντρα (Λουξεµβούργο, Λονδίνο). Στην Κύπρο δηµιουργήσαµε τον µεγαλύτερο τραπεζοασφαλιστικό οργανισµό, ενώ στη Βουλγαρία ενσωµατώσαµε τις δραστηριότητες ελληνικών τραπεζών που αποχωρούσαν όπως και τη λιανική τραπεζική της γαλλικής ΒΝΡ.
Η διαφοροποίηση, πέραν των γεωγραφιών, αφορά επίσης τη σύνθεση των δραστηριοτήτων µας. Έχουµε τρεις βασικές ροές εσόδων, από τις τραπεζικές εργασίες, από τις ασφάλειες και από τη διαχείριση περιουσίας. Στις ασφάλειες, πρόσφατα ανακοινώσαµε την απόκτηση των ασφαλιστικών υπηρεσιών Ζωής της Eurolife. Πέρυσι, αποκτήσαµε τη µεγαλύτερη ασφαλιστική εταιρεία στην Κύπρο, την πρώην θυγατρική της CNP. Στο asset management προχωρήσαµε σε µια συνολική αναδιοργάνωση, µε αιχµή τη Eurobank Private Bank Luxembourg.
Όλα αυτά απαιτούν σηµαντικές επενδύσεις, ιδίως σε τεχνολογικές υποδοµές. Ο ανταγωνισµός στον τραπεζικό τοµέα έχει πια µια κρίσιµη τεχνολογική συνιστώσα. Διαθέτουµε σηµαντικά ποσά µε έναν απόλυτο στόχο -να είναι οι υπηρεσίες µας απολύτως συγκρίσιµες µε τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές µας.
Οι εξελίξεις σε ό,τι αφορά το µέλλον της τραπεζικής είναι ταχύτατες. Η JPM λανσάρισε το δικό της κρυπτονόµισµα, οι fintech εταιρείες καλπάζουν και ετοιµάζεται το «ψηφιακό ευρώ». Πώς βλέπετε τον τραπεζικό τοµέα σε ένα τέτοιο περιβάλλον;
Ας κάνουµε πρώτα από όλα ένα βασικό διαχωρισµό. Fintech δεν είναι καν το µέλλον, είναι το παρόν, µε την ψηφιοποίηση όλων των συστηµάτων και την παροχή σχεδόν όλων των τραπεζικών υπηρεσιών στους πελάτες µας µε ψηφιακό τρόπο. Σε ό,τι αφορά τα κρυπτονοµίσµατα, όµως, δεν θα στοιχηθώ στην τάση της εποχής. Δεν πιστεύω στα κρυπτονοµίσµατα, γιατί δεν βλέπω ποια είναι η πραγµατική οικονοµική ανάγκη την οποία εξυπηρετούν. Η ταχύτητα των συναλλαγών; Η ασφάλεια; Το χαµηλό κόστος; Όλα αυτά µπορούν να εξασφαλιστούν απλώς µε την τεχνολογική αναβάθµιση των τραπεζικών και διατραπεζικών συστηµάτων -χωρίς να προϋποτίθεται η χρήση κρυπτονοµισµάτων.
Αντίθετα, βλέπω καθαρά τη χρήση τους για διάφορες δραστηριότητες που είναι από τη φύση τους ταυτισµένες µε την έννοια του «κρυπτού». Οι παράνοµες συναλλαγές, η διεθνοποίηση των δικτύων εµπορίας ναρκωτικών, τροµοκρατίας, το ξέπλυµα βρώµικου χρήµατος διευκολύνονται πράγµατι από την ύπαρξη διαύλων µεταφοράς πόρων, σε τεράστια και παγκόσµια κλίµακα, που δεν υπόκεινται σε κανέναν έλεγχο ή εποπτεία.
Αναφερθήκατε στο ψηφιακό ευρώ. Το χρήµα έχει ούτως ή άλλως γίνει ψηφιακό, σε βαθµό ώστε να διατυπώνονται ανησυχίες για το µέλλον της φυσικής -όχι της ψηφιακής του µορφής. Η ΕΚΤ βλέπει στο ψηφιακό ευρώ ένα τέτοιο σύστηµα πληρωµών ως θεµελιώδη υποδοµή οικονοµικής και ψηφιακής ασφάλειας της Ευρώπης. Προσωπικά, δεν είµαι βέβαιος ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να θωρακίσουµε τις συναλλαγές σε ευρώ και την ευρωπαϊκή ψηφιακή αυτονοµία. Άλλωστε, όλα τα διεθνή συστήµατα πληρωµών που προαναφέρθηκαν, προήλθαν από την αγορά, από τον ιδιωτικό τοµέα, στον οποίο και ανήκουν, και δεν αναπτύχθηκαν µε δηµόσια πρωτοβουλία και κρατική λογική.
Σε µια εποχή αλµατώδους τεχνολογικής ανάπτυξης, πόσο αποφασιστικό ρόλο παίζει το ανθρώπινο δυναµικό και η ηγεσία του σε µια αναπτυξιακή πορεία; Ποια είναι σήµερα τα συστατικά της επιτυχίας;
Η Τεχνητή Νοηµοσύνη είναι ένα προϊόν της ανθρώπινης νοηµοσύνης. Εποµένως και αυτή η ίδια η Τ.Ν. επιβεβαιώνει ότι ο αποφασιστικός ρόλος παραµένει στο ανθρώπινο δυναµικό και στην ηγεσία. Σχετικά µε την ηγεσία, υπάρχουν δύο µοντέλα εξίσου επιτυχηµένα. Αυτή που βασίζεται στο ταλέντο και το όραµα ενός χαρισµατικού ανθρώπου. Και αυτή που βασίζεται στις αρχές της σωστής διακυβέρνησης, τη συλλογική προσπάθεια και την ευκαιρία σε όλα τα στελέχη να αναπτύξουν το ταλέντο τους σε καθεστώς αξιοκρατίας. Το πρώτο µοντέλο ίσως φέρνει πιο άµεσα και γρήγορα αποτελέσµατα. Ωστόσο, το δεύτερο αντέχει στον χρόνο και δεν εξαρτάται από το πιθανό εξαιρετικό χάρισµα του ενός ανθρώπου. Αυτό είναι που προσπαθούµε να εφαρµόσουµε στη Eurobank και πιστεύω σε αυτό οφείλεται η όποια επιτυχία µας.
Ωστόσο, στην εποχή µας, η προσαρµοστικότητα θα είναι επίσης µια κρίσιµη ιδιότητα για ανθρώπους, εργαζοµένους, εταιρείες, οργανισµούς, κοινωνίες, κράτη. Η προσκόλληση στο παρελθόν δεν αποτελεί άµυνα και, όπως πάντοτε στο παρελθόν, το νέο θα επικρατήσει πάνω σε όσους δώσουν µια µάχη οπισθοφυλακών. Βασική αιτία της κρίσης των δυτικών οικονοµιών και κοινωνιών, ιδίως στην Ευρώπη, είναι η άρνηση αποδοχής ότι τα δεδοµένα έχουν αλλάξει, τα προνόµια δεν τα εγγυάται κανείς και η Ανατολή αναδύεται µέσα από έναν ανταγωνισµό στον οποίο αφιερώνει όλες της τις δυνάµεις και επικρατεί. Νέα παγκόσµια κέντρα δηµιουργούνται -το Ντουµπάι ανταγωνίζεται πια ευθέως το Λονδίνο και επιτρέψτε µου να θυµίσω ότι τα Ηνωµένα Αραβικά Εµιράτα ιδρύθηκαν το 1971, ενώ η ανάπτυξη της Σαγκάης ξεκίνησε το 1992. Φοβάµαι ότι σήµερα αυτό κάνει η Ευρώπη, γιατί αρνείται να δει ότι τα κεκτηµένα του παρελθόντος ανήκουν ακριβώς εκεί, στο παρελθόν.