Ο Αριστοτέλης Παντελιάδης, Πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας (ΕΣΕ) και επικεφαλής της ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ, περιγράφει µια σχέση Πολιτείας-λιανεµπορίου που δοκιµάζεται από αιφνιδιαστικές ρυθµίσεις, δηµόσιες κατηγορίες και πρόστιµα. Τονίζει ότι ο διάλογος είναι ο µόνος δρόµος, ενώ επισηµαίνει πως ο κλάδος επενδύει και παραµένει στρατηγικά κρίσιµος παρά τη χαµηλή κερδοφορία.
Κύριε Παντελιάδη, µιλήσατε πρόσφατα για πρόστιµα εντυπώσεων και ρητορική που τροφοδοτεί τον λαϊκισµό. Τι έχει χαθεί στη σχέση Πολιτείας-αγοράς, εν προκειµένω λιανεµπορίου, και ποιο είναι το βασικό στοιχείο που πρέπει να αποκατασταθεί για να υπάρξει συνεργασία;
Είπα πολύ ξεκάθαρα στην πρόσφατη συνέντευξη Tύπου της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας (ΕΣΕ) ότι εµείς επιθυµούµε διάλογο και συνεργασία µε την Πολιτεία. Και αυτό δεν είναι θεωρία, καθώς συµµετέχουµε ενεργά σε όλες τις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης για τις τιµές και τις υποστηρίζουµε µε σηµαντικό οικονοµικό κόστος -ακόµα και όταν διαφωνούµε, γιατί θεωρούµε ότι δεν θα ωφελήσουν ιδιαίτερα τον καταναλωτή.
Η συνεργασία όµως χρειάζεται δύο. Βρισκόµαστε συνεχώς προ νοµοθετικών εκπλήξεων, κατηγορούµαστε δηµόσια και κρινόµαστε ένοχοι για πράγµατα που δεν µπορούµε να επηρεάσουµε, τα µέλη µας δέχονται τεράστια πρόστιµα για αµφίβολες παραβάσεις -πρόστιµα τα οποία διαφηµίζονται ως απόδειξη µιας πολιτικής υπέρ του πολίτη και εναντίον των κακών επιχειρήσεων. Καινούργιες χρεώσεις και διοικητικές επιβαρύνσεις προκύπτουν συνεχώς και κανείς στην κυβέρνηση δεν είναι διατεθειµένος να µας ακούσει. Φοβάµαι ότι µε αυτόν τον τρόπο µόνο συνεργατική δεν µπορεί να χαρακτηρίσει κανείς τη σχέση µας µε την Πολιτεία, και µόνο δική µας δεν είναι η ευθύνη -ή η επιθυµία για κάτι τέτοιο.
Πού τελειώνει, κατά τη γνώµη σας, ο ρυθµιστικός ρόλος της Πολιτείας και πού ξεκινά µια παρέµβαση που δηµιουργεί στρεβλώσεις, είτε στον ανταγωνισµό, είτε στις εµπορικές συµφωνίες, είτε στη λειτουργία σας;
Η Πολιτεία πρέπει να θέτει τους κανόνες και να ελέγχει αυστηρά την εφαρµογή τους. Θεσπίζει ένα πλαίσιο, µέσα στο οποίο οι επιχειρήσεις µπορούν να δραστηριοποιούνται και να ανταγωνίζονται, µε τον πολίτη/πελάτη να ωφελείται τα µέγιστα. Όταν η Πολιτεία προσπαθεί να καθοδηγήσει τις επιχειρήσεις και να διαµορφώσει την εµπορική τους πολιτική, παίρνοντας η ίδια τις αποφάσεις, αναλαµβάνει µια δουλειά που δεν γνωρίζει και παρεµβαίνει στρεβλώνοντας τον ανταγωνισµό. Το αποτέλεσµα είναι το αντίστροφο από αυτό το οποίο επιδιώκει. Ξέρετε, µπορούµε να έχουµε ένα σύστηµα κρατικού σχεδιασµού ή ένα σύστηµα ελεύθερης αγοράς. Και ο καθένας έχει την άποψή του για το τι λειτουργεί καλύτερα αλλά, σε τελευταία ανάλυση, και τα δύο είναι συστήµατα µε µεγάλη και σεβαστή επιστηµονική τεκµηρίωση. Ωστόσο, δεν µπορεί κανείς να τα αναµίξει. Δεν υπάρχει ούτε θεωρητική ούτε πρακτική προσέγγιση σε κάτι τέτοιο. Απλά, δεν δουλεύει.
Έχετε υποστηρίξει ότι το ορθολογικό µοντέλο για µια χώρα του µεγέθους της Ελλάδας είναι τέσσερις έως έξι µεγάλες αλυσίδες. Πώς απαντάτε όµως σε όσους θεωρούν ότι αυτή η συγκέντρωση θα περιορίσει τη διαφοροποίηση, τη διαπραγµάτευση τιµών, την ελευθερία επιλογής και ίσως και τη δυναµική της αγοράς εργασίας;
Το αντίθετο. Η µεγέθυνση των αλυσίδων φέρνει οικονοµίες µεγέθους και αυξάνει, δεν µειώνει, τον ανταγωνισµό. Το λέει η οικονοµική θεωρία, το έχει αποδείξει η πράξη -τα τελευταία χρόνια, οι µεγάλες αλυσίδες κερδίζουν µερίδιο αλλά η κερδοφορία τους µειώνεται. Αν συζητούσαµε για µία ή δύο αλυσίδες, οι ανησυχίες σας θα ήταν απόλυτα δικαιολογηµένες. Μιλώ όµως για έναν αριθµό ανταγωνιστών τέτοιο, που δεν θα επιτρέπει σε κανέναν να εφησυχάσει. Και σε ό,τι αφορά τη διαφοροποίηση και την ελευθερία επιλογής, µην αγνοείτε ότι µίλησα και για µια σειρά τοπικών αλυσίδων, που χάρη στη διαφοροποίησή τους και την αξιοποίηση των δυνατών τους στοιχείων (προσωπικές σχέσεις, τοπικό στοιχείο, ιδιαίτερη ποικιλία κ.λπ.) θα ευηµερούν και όχι απλώς θα επιβιώνουν.
Τα περιθώρια κέρδους των σούπερ µάρκετ κινούνται στο 1-2%. Αν ο κλάδος δεν αποδίδει ουσιαστική κερδοφορία, τι τον κάνει στρατηγικά ελκυστικό; Ποιο είναι το πραγµατικό οικονοµικό «νόηµα» πίσω από το επιχειρηµατικό µοντέλο;
Τα περιθώρια καθαρού κέρδους προ φόρων του κλάδου ήταν 1,65% το 2024. Για τόσο µεγάλες επιχειρήσεις, που αναλαµβάνουν σηµαντικό ρίσκο και πραγµατοποιούν τεράστιες επενδύσεις (400 εκατ. ευρώ την τελευταία χρονιά), αυτό δεν έχει λογική. Και προφανώς δεν είναι βιώσιµο µοντέλο. Δεν υπάρχει κάποιο κρυµµένο µυστικό. Αν δεν ελπίζαµε σε καλύτερες µέρες, θα είχαµε αποεπενδύσει όλοι από τον κλάδο. Δυστυχώς, όµως, τα τελευταία χρόνια έχουν προκύψει πολύ αυξηµένα κόστη στην ενέργεια, στα ενοίκια και στους δηµοτικούς φόρους. Παρ’ όλα αυτά, έχουµε δώσει πολύ σηµαντικές µισθολογικές αυξήσεις στους εργαζόµενούς µας -και αυτό θα συνεχιστεί. Όλα αυτά όµως, παράλληλα µε τον έντονο ανταγωνισµό, είχαν ως αποτέλεσµα τη µείωση της κερδοφορίας του κλάδου.
Κύριε Παντελιάδη, τα σούπερ µάρκετ εξελίσσονται σε one-stop shop. Τι άλλο θα µπορούσε να ενταχθεί σε αυτά (π.χ. DRS), ποιο το όφελος και ποιο το κόστος από αυτή τη διεύρυνση ρόλου;
Το super market είναι το µεγάλο κατάστηµα που επισκεπτόµαστε συχνότερα από όλα τα άλλα. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από σηµείο αγοράς προϊόντων. Παρέχει ήδη πολλές άλλες υπηρεσίες: Πληρωµή λογαριασµών, αγορά εισιτηρίων, ανάληψη µετρητών, αποστολή χρηµάτων, συλλογή υλικών προς ανακύκλωση (µπαταρίες, µαγειρικό λάδι, λάµπες). Το σύστηµα DRS (επιστροφή πλαστικών φιαλών και κουτιών αλουµινίου) θα στηριχθεί κατά κύριο λόγο στα super markets. Στα περισσότερα καταστήµατά µας θα βρείτε θυρίδες παραλαβής δεµάτων των ηλεκτρονικών πλατφορµών. Σε όλα τα parking µας υπάρχουν σταθµοί φόρτισης ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Πέρα από αυτά, όµως, µου δίνετε την ευκαιρία να τονίσω τον σηµαντικό ρόλο του super market στην κοινωνικοποίηση οµάδων συµπολιτών µας που το έχουν ανάγκη, όπως οι µεγαλύτεροι σε ηλικία. Ας µη θυµόµαστε την αξία του κλάδου µόνο σε κρίσεις και πανδηµίες. Το super market είναι τελικά το κατάστηµα που αγαπάµε να µισούµε…