Ο Πρόεδρος του ΣΕΒ και Πρόεδρος και Διευθύνων Σύµβουλος της Bespoke SGA Holdings Σπύρος Θεοδωρόπουλος ζητά συνέχιση των µεταρρυθµίσεων που θα απελευθερώσουν την οικονοµία, προκειµένου η χώρα να µη χάσει το παράθυρο σύγκλισης µε την Ευρώπη, δίνοντας έµφαση στην επιτάχυνση της δικαιοσύνης, στο θέµα της χωροταξίας και στην καλύτερη λειτουργία του δηµόσιου τοµέα.
Κύριε Θεοδωρόπουλε, ο ΣΕΒ έχει επαναφέρει στο επίκεντρο του δηµόσιου διαλόγου το θέµα της παραγωγικότητας. Γιατί;
Η χαµηλή παραγωγικότητα είναι πηγή πολλών δεινών. Όχι µόνο για την κερδοφορία των επιχειρήσεων αλλά και για τους µισθούς και το κόστος ζωής, το νούµερο ένα ζήτηµα που απασχολεί την ελληνική κοινωνία. Οπότε, αν θέλουµε υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, επιχειρήσεις ανταγωνιστικές και καλύτερα αµειβόµενους εργαζόµενους, η ενίσχυση της παραγωγικότητας είναι µονόδροµος. Γι’ αυτό και η Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ έθεσε την παραγωγικότητα ως κεντρικό θέµα και πρότεινε να γίνει εθνικός στόχος.
Τι χρειάζεται για να αυξηθεί;
Απαιτείται συνέχιση των µεταρρυθµίσεων. Και χρειαζόµαστε πολλές ακόµη. Δεν αρκεί µόνο η επιτάχυνση της δικαιοσύνης, χρειάζεται συνολική αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του Δηµοσίου, αλλά και στον τρόπο που δουλεύουµε όλοι µας, εργαζόµενοι και επιχειρήσεις. Στην εξίσωση για αύξηση της παραγωγικότητας, κοµβικό ρόλο έχουν φυσικά και οι επενδύσεις.
Αν έπρεπε να προτείνετε 2-3 µεταρρυθµίσεις, ποιες θα επιλέγατε;
Πρώτον, την επιτάχυνση της δικαιοσύνης. Οι καθυστερήσεις «παγώνουν» επενδύσεις, υπονοµεύουν την ασφάλεια δικαίου και τελικά επιβαρύνουν την οικονοµία. Δεύτερον, το τεράστιο θέµα της χωροταξίας. Πρέπει κάποια στιγµή να ξεκαθαρίσουµε πού θα έχει προτεραιότητα ο τουρισµός, πού η βιοµηχανία, πού θα γίνουν ΑΠΕ, κ.ο.κ. Αυτές είναι οι δύο πιο άµεσες και σηµαντικές. Μετά από αυτές δυσκολεύοµαι να πω ποια θα έβαζα στην τρίτη θέση, γιατί είναι πάρα πολλές. Η κοινή συνισταµένη όµως είναι καλύτερη λειτουργία του δηµόσιου τοµέα.
Μιλήσατε για επενδύσεις. Αν βάλουµε κάτω τους αριθµούς, πόσες χρειάζεται η Ελλάδα;
Χρειαζόµαστε επενδύσεις ίσες µε το 21% του ΑΕΠ, για να συγκλίνουµε µε τον ευρωπαϊκό µέσο όρο. Σήµερα βρισκόµαστε στο 14%, και αυτό το ποσοστό στηρίζεται κυρίως στο Ταµείο Ανάκαµψης. Μετά τη λήξη του, πιθανότερο είναι να υποχωρήσει παρά να αυξηθεί. Γι’ αυτό και ο ΣΕΒ προτείνει την εφαρµογή των υπεραποσβέσεων.
Γιατί θεωρείτε τόσο σηµαντικές τις υπεραποσβέσεις;
Πρόκειται για ένα απλό και αποτελεσµατικό κίνητρο. Η επιχείρηση µπορεί να επενδύσει τη στιγµή που το χρειάζεται. Αν η επένδυση αποδώσει και προκύψουν κέρδη, τότε στο µέλλον επωφελείται και από ένα φορολογικό όφελος. Αντίθετα, στους αναπτυξιακούς νόµους η διαδικασία παραµένει γραφειοκρατική και χρονοβόρα, µε τις εγκρίσεις να καθυστερούν 1,5 έως 2 χρόνια, ενώ τα διαθέσιµα κονδύλια είναι περιορισµένα. Έτσι, τελικά, δεν ενθαρρύνονται οι επενδύσεις.
Και γιατί δεν υιοθετούνται τότε οι υπεραποσβέσεις;
Γιατί οι ευρωπαϊκοί δηµοσιονοµικοί κανόνες επιβάλλουν να καταγράφεται τώρα το πιθανό µελλοντικό κόστος για τα δηµόσια οικονοµικά, χωρίς να υπολογίζεται το όφελος. Αυτό µπλοκάρει την εφαρµογή τους. Ένας γραφειοκρατικός κανόνας εµποδίζει ουσιαστικά να γίνει µια έκρηξη επενδύσεων.
Μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να παρακάµψει αυτόν τον κανόνα;
Να τον παρακάµψει δεν µπορεί. Αυτό που µπορεί να κάνει όµως είναι να πιέσει για αλλαγή. Και δεν υπάρχει χώρα στην Ευρώπη που να µη θέλει µια τέτοια αλλαγή.
Είναι λοιπόν ζήτηµα Βρυξελλών. Είναι όµως το µοναδικό πρόβληµα, το µοναδικό εµπόδιο;
Η Ευρώπη, οι Βρυξέλλες και η γραφειοκρατία των Βρυξελλών, πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η αποβιοµηχάνιση δεν οδηγεί πουθενά. Χρειάζεται συνολική επανεξέταση του θεσµικού πλαισίου, ώστε να ενισχυθεί η παραγωγή. Ήδη βλέπουµε ένα πρώτο σηµάδι αλλαγής στην πράσινη µετάβαση, όπου πλέον αντιµετωπίζεται σε συνδυασµό µε την ανάγκη προστασίας της παραγωγικής βάσης. Το ίδιο πρέπει να συµβεί και µε άλλους τοµείς, όπως µε τους δηµοσιονοµικούς κανόνες. Μια πιο ευέλικτη προσέγγιση θα έδινε τη δυνατότητα να εφαρµοστούν εργαλεία, όπως οι υπεραποσβέσεις, που µπορούν να στηρίξουν ουσιαστικά την παραγωγή.
Ποιο θεωρείτε το πιο σοβαρό εγχώριο αντικίνητρο για τις επενδύσεις;
Για να προσελκύσεις επενδύσεις, δεν χρειάζονται µόνο κίνητρα, χρειάζεται πρώτα άρση των αντικινήτρων. Για παράδειγµα, στις οργανωµένες βιοµηχανικές περιοχές της Ελλάδας δεν έχουµε ελεύθερα οικόπεδα, εκτός από την Τρίπολη. Αυτό είναι αντικίνητρο. Επίσης το χωροταξικό. Το νέο χωροταξικό πρέπει να σχεδιαστεί προσεκτικά για να µην υπάρξουν θέµατα µεταξύ βιοµηχανίας, τουρισµού, εξορύξεων και ΑΠΕ, που µπορεί να οδηγήσουν σε ακόµη µεγαλύτερη σύγχυση. Χρειάζεται καθαρή οριοθέτηση, αλλιώς κινδυνεύουµε να κάνουµε το σύστηµα πιο περίπλοκο απ’ όσο είναι ήδη.
Χρειάζονται νέες βιοµηχανικές περιοχές;
Αν θέλουµε νέες βιοµηχανίες, ναι, είναι απαραίτητο να δηµιουργηθούν νέες περιοχές για οργανωµένη βιοµηχανική ανάπτυξη.
Ένα ακόµη θέµα το οποίο έχετε «σηκώσει ψηλά» είναι το ενεργειακό κόστος. Βλέπετε να αλλάζει κάτι σε αυτό το µέτωπο;
Το ενεργειακό κόστος είναι ένα σηµαντικό αντικίνητρο για τις επενδύσεις και σοβαρό πρόβληµα για τις επιχειρήσεις και δη για τις βιοµηχανίες. Ο ΣΕΒ έχει καταθέσει συγκεκριµένες προτάσεις και ο πρωθυπουργός στη γενική µας συνέλευση δεσµεύτηκε ότι θα υπάρξουν παρεµβάσεις. Εκτιµώ ότι το επόµενο διάστηµα θα υπάρξουν εξελίξεις.
Κύριε Θεοδωρόπουλε, ένα άλλο πρόβληµα, σύµφωνα µε τις επιχειρήσεις, είναι η έλλειψη προσωπικού. Γιατί συµβαίνει αυτό;
Οι βασικές αιτίες που δηµιούργησαν το πρόβληµα και δεν βρίσκουν οι επιχειρήσεις εργαζόµενους, είναι τρεις. Πρώτον, η υπογεννητικότητα. Είναι το νούµερο ένα πρόβληµά µας και το νούµερο ένα εθνικό µας πρόβληµα. Δεύτερον, πριν από κάποια χρόνια οι τεχνικές σχολές αναβαθµίστηκαν σε ανώτατες, µε αποτέλεσµα σήµερα να µην εκπαιδεύουµε πια τεχνικούς κατάλληλους για τη βιοµηχανία, παρά µόνο σε ελάχιστες σχολές. Ο αριθµός των ανθρώπων που εκπαιδεύονταν πριν αναβαθµιστούν τα τότε ΚΑΤΕΕ σε ΑΕΙ και ο αριθµός των ανθρώπων που σήµερα εκπαιδεύεται είναι υποπολλαπλάσιος. Τρίτος λόγος είναι η µεγάλη ανάπτυξη της Τεχνητής Νοηµοσύνης και των νέων τεχνολογιών, που απαιτούν περισσότερους µηχανικούς software, µηχανικούς παραγωγής, hardware, κ.λπ. Η Ελλάδα, για να είµαστε ειλικρινείς, έχει καλό επίπεδο εκπαίδευσης. Αλλά οι ανάγκες είναι τελικά µεγαλύτερες και άρα έχουµε κενά.
Αυτό σχετίζεται µόνο µε το δηµογραφικό και την εκπαίδευση ή και µε τους µισθούς; Ένα µεγάλο µέρος της κοινωνίας λέει ότι «δεν βγαίνει ο µήνας».
Δεν υπάρχει αµφιβολία ότι η οικονοµική πρόοδος των τελευταίων ετών δεν συµπεριέλαβε ένα 30-40% των πολιτών. Γι’ αυτό υπογράψαµε την Κοινωνική Συµφωνία, µε στόχο την αύξηση των εργαζοµένων που καλύπτονται από συλλογικές συµβάσεις. Οι µισθοί πάντως έχουν αυξηθεί σηµαντικά από το 2018, και έως το 2027 εκτιµώ ότι θα ξεπεράσει ο κατώτατος τα 950 ευρώ. Μάλιστα η αύξηση των µισθών δεν υπολείπεται της αύξησης του πληθωρισµού. Αλλά οι µισθοί δεν µπορούν να αυξάνονται ταχύτερα από την παραγωγικότητα. Αν συµβεί αυτό, η οικονοµία θα χάσει ξανά την ανταγωνιστικότητά της και θα επιστρέψουµε στα προβλήµατα της προηγούµενης δεκαετίας.
Επειδή αναφερθήκατε στην προηγούµενη δεκαετία, έχουν αντιµετωπιστεί τα βαθύτερα αίτια της κρίσης;
Όχι. Δεν κάναµε την αυτοκριτική µας, δεν καταρτίσαµε ένα δικό µας, κοινά αποδεκτό σχέδιο, όπως έκανε η Πορτογαλία. Στην Ελλάδα, οι µισοί στήριζαν τις µεταρρυθµίσεις και οι άλλοι µισοί τις πολεµούσαν για πολιτικό όφελος. Αυτή η ασυνεννοησία είναι ο βαθύτερος λόγος που τα προβλήµατα παραµένουν.
Δεν µπορώ να µη σας ρωτήσω αν θεωρείτε ότι ο κ. Αλέξης Τσίπρας κάνει την αυτοκριτική του στο βιβλίο του.
Ο ΣΕΒ είναι οικονοµικός οργανισµός και όχι πολιτικός. Κατά συνέπεια, είµαι έτοιµος να απαντήσω σε κάθε οικονοµική ερώτηση, αλλά χωρίς πολιτικοποίηση.
Δεν µπορώ να µη σας ρωτήσω και για τον ΟΠΕΚΕΠΕ…
Δυστυχώς, δεν είναι φαινόµενο των τελευταίων χρόνων. Το πρόβληµα είναι ότι αποφεύγουµε να κάνουµε και εδώ την απαραίτητη αυτοκριτική. Φυσικά υπάρχουν πολιτικές ευθύνες και κάποιοι εκµεταλλεύτηκαν το σύστηµα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι όλοι γνωρίζαµε ότι αυτές οι παθογένειες υπήρχαν.
Οι παθογένειες που συζητήσαµε, η έλλειψη αυτοκριτικής, τα θεσµικά κενά στον έλεγχο, οι καθυστερήσεις, δεν επηρεάζουν µόνο τη διαφάνεια αλλά και την οικονοµία. Με αυτό το δεδοµένο, κύριε Θεοδωρόπουλε, ποια κίνηση θεωρείτε ότι είναι κρίσιµη για να αυξηθεί η παραγωγικότητα;
Θαύµατα δεν υπάρχουν. Ούτε αναµορφώνονται τα πράγµατα µε µια µεγάλη µεταρρύθµιση από τη µια µέρα στην άλλη. Χρειάζονται πολλά µικρά βήµατα που πρέπει να γίνουν. Γίνονται βήµατα, να µην τα µηδενίζουµε. Η ηλεκτρονικοποίηση της δηµόσιας διοίκησης, σε µεγάλο βαθµό, βοήθησε. Απλώς, επειδή προερχόµαστε από κρίση, είµαστε ακόµη µακριά από τον µέσο όρο της Ευρώπης. Βαδίζουµε. Πρέπει να βαδίσουµε ακόµη πιο γρήγορα και ακόµη πιο σταθερά.