Ο Νικόλαος Πεγειώτης, Territory Senior Partner της PwC Ελλάδας, µιλά για τη δυναµική της ελληνικής οικονοµίας αλλά και τις κρυφές αδυναµίες της, τον ρόλο της ψηφιοποίησης ως στρατηγικού πλεονεκτήµατος και την έντονη κινητικότητα στα deals, που οδηγεί, όπως λέει, σε µια χρονιά νέου ρεκόρ συναλλαγών.
Κύριε Πεγειώτη, πώς αξιολογείτε τα θεµελιώδη στοιχεία της ελληνικής οικονοµίας και ποιοι κίνδυνοι παραµένουν υποτιµηµένοι πίσω από τους θετικούς δείκτες;
Τα στοιχεία δείχνουν καθαρά ότι η ελληνική οικονοµία έχει διανύσει µια εντυπωσιακή διαδροµή από την περίοδο της κρίσης µέχρι σήµερα. Η χώρα βελτίωσε όλους τους βασικούς δείκτες, από τα δηµοσιονοµικά πλεονάσµατα µέχρι τη µείωση της ανεργίας. Αυτό έχει δηµιουργήσει ένα κλίµα εµπιστοσύνης που αποτυπώνεται κυρίως στα επιτόκια µε τα οποία δανειζόµαστε. Ωστόσο, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ παραµένει γύρω στο 140%. Αυτό, παρότι βαίνει µειούµενο, εξακολουθεί να αποτελεί έναν κρίσιµο παράγοντα που δεν µπορούµε να υποτιµήσουµε. Υπάρχει στρατηγική, όπως οι πρόωρες εξοφλήσεις ακριβών δανείων και η χρήση των πλεονασµάτων, αλλά χρειάζεται συνεχής προσπάθεια. Γιατί µόνο έτσι µπορούµε να διατηρήσουµε το momentum στην πρόσβαση στις αγορές µε βιώσιµα επιτόκια.
Υπό αυτά τα δεδοµένα υπάρχει χώρος για παροχές;
Για να µειωθεί ο δανεισµός, πρέπει η οικονοµία να παράγει πλεονάσµατα. Όλες οι προβλέψεις δείχνουν ότι και του χρόνου θα υπάρχει πρωτογενές πλεόνασµα, αλλά αυτό δεν πρέπει να παρασύρει σε πρακτικές που µας δηµιούργησαν προβλήµατα στο παρελθόν και θα αποδυναµώσουν την αναγκαία µακροπρόθεσµη σταθερότητα.
Μιλήσατε για σταθερότητα. Σε µια περίοδο που χαρακτηρίζεται από γεωπολιτικές και οικονοµικές αναταράξεις, πόσο ευάλωτη είναι η ελληνική οικονοµία;
Ζούµε σε εποχές αυξηµένης αβεβαιότητας, σε διεθνές επίπεδο. Παρότι η Ελλάδα σήµερα δανείζεται µε όρους καλύτερους από χώρες που θεωρητικά έχουν ισχυρότερα θεµελιώδη µεγέθη, αυτό δεν πρέπει να θεωρείται δεδοµένο. Η ψυχολογία των αγορών αλλάζει και οι γεωπολιτικές εξελίξεις µπορούν να επηρεάσουν το κόστος δανεισµού και τις επενδυτικές αποφάσεις. Γι’ αυτό χρειάζεται αύξηση του ΑΕΠ, µείωση του χρέους και διατήρηση της δηµοσιονοµικής ισορροπίας. Αυτά είναι τα «εργαλεία» που θα επιτρέψουν στη χώρα να απορροφήσει κραδασµούς, όταν αυτοί προκύψουν.
Σε αυτό το περιβάλλον, τι απαιτείται προκειµένου η χώρα να προσελκύσει µακροπρόθεσµους στρατηγικούς επενδυτές;
Πρέπει να ξεχωρίσουµε δύο πράγµατα: Από τη µία, η χώρα έχει ανάγκη από επενδύσεις κάθε τύπου, συµπεριλαµβανοµένων και των ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων. Από την άλλη, οι στρατηγικές µακροπρόθεσµες επενδύσεις συνδέονται µε την παραγωγική δυναµική. Για να προσελκύσουµε τέτοιους επενδυτές, χρειάζεται ξεκάθαρη στρατηγική, σταθερό φορολογικό πλαίσιο, σαφείς τοµείς προτεραιότητας και προβλεψιµότητα. Εφόσον επιλέξουµε τους τοµείς, η Ελλάδα µπορεί να εξελιχθεί σε περιφερειακό κόµβο. Η γεωγραφική θέση της χώρας ευνοεί την ενέργεια και τις υπηρεσίες, ενώ η πρόοδος στην ψηφιοποίηση δηµιουργεί πλέον ένα εξαγώγιµο πλεονέκτηµα µε σηµαντικές δυνατότητες ανάπτυξης.
Τα data centers είναι ρεαλιστικός στόχος για τη χώρα;
Τα data centers συνδέονται άµεσα µε τη χρήση µεγάλων ποσοτήτων ενέργειας, οι οποίες ιδανικά θα πρέπει να προέρχονται από ανανεώσιµες πηγές. H Ελλάδα είναι κόµβος δεδοµένων µεταξύ Μέσης Ανατολής και Κεντρικής Ευρώπης και µπορεί να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη Data Centers στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Σε κάθε περίπτωση όµως, ο ανταγωνισµός στην ευρύτερη περιοχή είναι υψηλός και για αυτό οι επενδύσεις θα πρέπει να είναι στοχευµένες.
Με βάση τα σηµερινά δεδοµένα, ποιος κλάδος θα µπορούσε να αποτελέσει κεντρικό αναπτυξιακό πυλώνα;
Η Ελλάδα αυτή τη χρονική στιγµή συνίσταται κυρίως ως µια οικονοµία που βασίζεται στην παροχή υπηρεσιών. Η Βιοµηχανία µας σε όλες τις εκφάνσεις όπως και ο τοµέας της Ναυτιλίας είναι ίσως εκ των κρυφών πλεονεκτηµάτων, τα οποία θα πρέπει αναδείξουµε ως χώρα. Τόσο το αποτύπωµα των Βιοµηχανιών αλλά και της Ναυτιλίας, µε χρήση του στιβαρού πλέον χρηµατοπιστωτικού συστήµατος, χρειάζεται να αξιοποιηθεί στο µέγιστο, έτσι ώστε σε συνδυασµό µε τη γεωπολιτική θέση µας να καταστούν πόλος άµεσων ξένων επενδύσεων. Επίσης στον τοµέα της ενέργειας, η ενίσχυση και θωράκιση της χώρας µέσα από υποδοµές και στοχευµένες πολιτικές, µε τη συνεργασία ιδιωτών και κράτους µπορεί να λειτουργήσουν ως επιταχυντές της οικονοµίας, ειδικά σε περιόδους διεθνούς αβεβαιότητας, για να αξιοποιηθεί πλήρως το παραγωγικό δυναµικό της χώρας τόσο σε ανθρώπινο επίπεδο όσο και φυσικό.
Πέρα από τον κλάδο Ενέργειας, ποιοι άλλοι κλάδοι δείχνουν προοπτική και σε επίπεδο deals;
Η φαρµακοβιοµηχανία έχει δείξει σηµαντικές συναλλαγές τα τελευταία χρόνια, ειδικότερα στον κλάδο των γενόσηµων. Στον κλάδο τροφίµων και του real estate / ξενοδοχείων, επίσης παρατηρείται έντονη κινητικότητα. Οι εταιρείες τεχνολογίας αναµένονται να οδηγήσουν ένα καινούργιο κύµα συναλλαγών τροφοδοτούµενο και από τα έργα του Μηχανισµού ανάκαµψης και ανθεκτικότητας, αλλά και τη σύνδεσή τους µε τον ανερχόµενο χώρο της αµυντικής τεχνολογίας µε στήριξη και από το Πανευρωπαϊκό Αµυντικό Πρόγραµµα, το οποίο θα κατευθύνει σηµαντικούς πόρους σε ελληνικές επιχειρήσεις. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι η χώρα χρειάζεται µια αναπροσαρµογή της γενικότερης και µακροπρόθεσµης στρατηγικής της για την ανάπτυξη της οικονοµίας µέσω κλάδων για τους οποίους θα προσβλέπουµε σε κυριαρχία στη γεωγραφική µας περιοχή.
Με βάση αυτή τη δραστηριότητα, πού εντοπίζετε σήµερα το επενδυτικό ενδιαφέρον στην ελληνική αγορά;
Βαδίζουµε προς ένα νέο ρεκόρ συναλλαγών. Η ενέργεια παραµένει µεγάλο κοµµάτι της δραστηριότητας, ενώ βλέπουµε κινήσεις και στις χρηµατοοικονοµικές υπηρεσίες, όπου εµφανίζονται ξανά στρατηγικοί επενδυτές. Οι συναλλαγές απαρτίζονται πλέον από ένα υγιές µείγµα εγχώριων αλλά διασυνοριακών συναλλαγών. Από την πλευρά των αγοραστών, αυτό οφείλεται στην αύξηση του διεθνούς επενδυτικού ενδιαφέροντος για τη χώρα µας καθώς και στην ενδυνάµωση των ελληνικών επιχειρήσεων, που πλέον αναπτύσσονται και µη οργανικά. Από την πλευρά των πωλητών, συνεπικουρούν λόγοι διαδοχής, οι σχετικά υγιείς και υψηλές αποτιµήσεις που δηµιουργούν ελκυστικές συνθήκες αποεπένδυσης καθώς και η ολοκλήρωση του επενδυτικού κύκλου των αρκετών πλέον ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων που δραστηριοποιούνται στη χώρα µας. Με αυτόν τον τρόπο ανοίγει και ο δρόµος για νέες επενδύσεις των διαθέσιµων ελληνικών κεφαλαίων αλλά και στην προσέλκυση νέων ιδιωτικών ξένων κεφαλαίων.