Οι δασµοί του Trump και η οικονοµική ανισότητα

Ο πρόεδρος προωθεί τις εµπορικές του πολιτικές ως λύση για τους εργαζόµενους που αισθάνονται παραµερισµένοι από την παγκοσµιοποίηση. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι τα εµπόδια στο εµπόριο θα κλείσουν τα εισοδηµατικά χάσµατα.

Οι δασµοί του Trump και η οικονοµική ανισότητα
Το λιμάνι του Λος Αντζελες (στο βάθος), όπως φαίνεται από το Σαν Πέντρο της Καλιφόρνια, στις 6 Φεβρουαρίου 2022. Ο Donald Trump υποστηρίζει ότι οι δασμοί θα πιέσουν τις εταιρείες να επιστρέψουν καλά αμειβόμενες βιομηχανικές θέσεις στις ΗΠΑ -όμως η υπερ- παγκοσμιοποίηση είναι μόνο ένας από τους παράγοντες που τροφοδότησαν την άνοδο της ανισότητας στη χώρα (Mark Abramson/The New York Times)
  • Patricia Cohen

Κατά τη διάρκεια της τριακονταετούς ακµής της παγκοσµιοποίησης, αγαθά και χρήµα ταξίδεψαν σε κάθε γωνιά του κόσµου, δηµιουργώντας τεράστιο πλούτο, εµπόριο και τεχνολογική καινοτοµία.

Ταυτόχρονα, οι πλουσιότερες χώρες γνώρισαν εντυπωσιακή αύξηση της ανισότητας στο εσωτερικό τους. Στις Ηνωµένες Πολιτείες, όπου το χάσµα µεταξύ των πλουσίων και όλων των άλλων είναι από τα υψηλότερα στον κόσµο, µερικοί από αυτούς που επλήγησαν περισσότερο ήταν οι εργαζόµενοι χωρίς πανεπιστηµιακό πτυχίο.

Τώρα, οι θιασώτες του ελεύθερου εµπορίου κολυµπούν ενάντια στο ρεύµα. Ο πρόεδρος Donald Trump αύξησε τους δασµούς σε ιστορικά υψηλά περίπου ενός αιώνα. Ο πρόεδρος δεν µιλάει πολύ για την ανισότητα. Όµως, το βασικό του επιχείρηµα για τους δασµούς -ότι θα πιέσουν τις εταιρείες να φέρουν πίσω στη χώρα καλά αµειβόµενες θέσεις εργασίας στη µεταποίηση- απευθύνεται στους εργαζόµενους που αισθάνθηκαν παραγκωνισµένοι και παραµεληµένοι.

Θα µειώσουν λοιπόν οι δασµοί την ανισότητα; Πιθανότατα όχι, και η εξήγηση είναι απλή.

Αναµφίβολα, η περίοδος της υπερ-παγκοσµιοποίησης συνέβαλε στην άνοδο της ανισότητας στις ΗΠΑ. Οι καταναλωτές κέρδισαν από τις χαµηλότερες τιµές -σε είδη όπως τηλεοράσεις, παπούτσια και κλινοσκεπάσµατα-, όµως η άλλη όψη ήταν η εξαφάνιση χιλιάδων µεσαίων θέσεων εργασίας και η αποδυνάµωση ολόκληρων κοινοτήτων, καθώς εργοστάσια είτε µετακόµιζαν σε φθηνότερες χώρες είτε απλώς δεν άντεχαν τον ανταγωνισµό των εισαγωγών.

Η άνοδος της Κίνας στη διεθνή αγορά στις αρχές του αιώνα λειτούργησε ως καταλύτης. Μεταξύ 1999 και 2011, οι κινεζικές εισαγωγές ευθύνονταν για την απώλεια περίπου 2,4 εκατ. αµερικανικών θέσεων εργασίας. Δηµιουργήθηκαν νέες θέσεις, ναι, αλλά συχνά χειρότερα αµειβόµενες και επιπλέον δεν καλύφθηκαν από τους ανθρώπους που είχαν χάσει τις δουλειές τους.

Ωστόσο, οι φθηνότερες εισαγωγές ήταν µόνο ένας παράγοντας στην ιστορία.

Η αυτοµατοποίηση και η δηµιουργία µιας ψηφιακής οικονοµίας που εισήγαγε τις διαδικτυακές πωλήσεις και τις υπηρεσίες που βασίζονται στο cloud είχαν πολύ µεγαλύτερη επίδραση στην αµερικανική οικονοµία.

Για παράδειγµα, η µεταποίηση: από τα 6 εκατοµµύρια θέσεις εργασίας σε εργοστάσια που χάθηκαν κατά τη δεκαετία του 2000, οι κινεζικές εισαγωγές ευθύνονται για περίπου το ένα έκτο των απωλειών ή 1 εκατοµµύριο θέσεις εργασίας. Οι υπόλοιπες απώλειες οφείλονται σε πιο σύνθετες οικονοµικές δυνάµεις.

Η συρρίκνωση των συνδικάτων υπονόµευσε τη διαπραγµατευτική ισχύ των εργαζοµένων. Εργοστάσια -όπως αυτά της αυτοκινητοβιοµηχανίας- έφυγαν όχι µόνο για το Μεξικό αλλά και για πολιτείες του αµερικανικού Νότου, όπου οι αντι-συνδικαλιστικοί νόµοι και οι χαµηλότεροι µισθοί έκαναν τη ζωή των επιχειρήσεων πιο εύκολη.

Σε ένα εργοστάσιο επεξεργασίας κρέατος που είχα επισκεφθεί στην Αϊόβα κατά την πρώτη θητεία του Trump, γνώρισα έναν εργάτη που είχε προσληφθεί το 1980 σε µια τότε συνδικαλισµένη µονάδα µε αρχικό µισθό 16 δολάρια την ώρα συν παροχές. Τριάντα επτά χρόνια αργότερα, χωρίς συνδικάτο πλέον, κέρδιζε… ακριβώς τα ίδια!

Η ανάπτυξη των µεγάλων εταιρειών όπως η Google, η Apple, η Amazon και η Walmart, που εξαφάνισαν σχεδόν ή εξ ολοκλήρου τον ανταγωνισµό, έδωσε επίσης δύναµη στις εταιρείες πάνω στις τιµές και στους µισθούς. Το αποτέλεσµα ήταν ότι το µερίδιο της συνολικής οικονοµικής πίτας που πήγαινε στους εργαζόµενους συρρικνώθηκε.

 

Εργάτες της Foxconn σε γραμμή συναρμολόγησης στο εργοστάσιο της Quanta στο Chongqing της Κίνας, 27 Νοεμβρίου 2012. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι κινεζικές εισαγωγές ευθύνονταν άμεσα για την απώλεια 2,4 εκατομμυρίων αμερικανικών θέσεων εργασίας, σύμφωνα με ερευνητές. (Gilles Sabrie/The New York Times)

 

Αν λοιπόν η ανισότητα έχει πολλαπλές αιτίες, γιατί κατηγορούνται τόσο πολύ το εµπόριο και η παγκοσµιοποίηση;

Οι επιπτώσεις της παγκοσµιοποίησης χτύπησαν ορισµένες περιοχές µε ιδιαίτερη σφοδρότητα. Το εµπόριο µπορεί να συσσωρεύσει οικονοµικές απώλειες και να σαρώσει ολόκληρες κοινότητες -όπως το Χίκορι στη Βόρεια Καρολίνα, κάποτε κραταιό κέντρο της επιπλοποιίας.

Υπάρχει και ένας ακόµη λόγος: οι πολιτικοί συχνά αξιοποιούν την οικονοµική ανασφάλεια και τις δυσκολίες για να κερδίσουν δηµοτικότητα. Το εµπόριο προσέφερε µια εύκολη, βολική εξήγηση -έστω και αν δεν ήταν απόλυτα ακριβής- ότι για όλα φταίνε οι «ξένοι».

Για πολλούς, ο ξένος ανταγωνισµός άγγιξε βαθύτερες πολιτισµικές και οικονοµικές φοβίες. Η πολιτική επιστήµονας Diana Mutz από το University of Pennsylvania υποστηρίζει ότι µεγάλο µέρος των Αµερικανών -όπως και ο Trump- βλέπουν το εµπόριο σαν παιχνίδι µηδενικού αθροίσµατος και όχι ως µια συνεργατική επιχείρηση στην οποία όλοι µπορούν να ωφεληθούν: ή κερδίζει η Αµερική ή κερδίζουν οι άλλοι. Μέσα από αυτό το πρίσµα, το εµπόριο µοιάζει µε ανελέητη µάχη, που αξίζει να δοθεί µόνο αν η χώρα βγει «νικήτρια».

Οι Αµερικανοί, επιπλέον, περιµένουν πολύ πιο ισχυρή κρατική αντίδραση, όταν οι θέσεις εργασίας χάνονται λόγω εµπορίου σε σύγκριση µε άλλους οικονοµικούς λόγους. Ο οικονοµολόγος του Harvard Dani Rodrick πραγµατοποίησε µια µεγάλη διαδικτυακή έρευνα όπου συµµετέχοντες διάβαζαν ένα υποθετικό δηµοσίευµα για το κλείσιµο µιας µονάδας ενδυµάτων. Κάθε οµάδα λάµβανε διαφορετική εξήγηση: αυτοµατοποίηση, κακή διοίκηση ή µεταφορά παραγωγής στο εξωτερικό για λόγους διεθνούς εµπορίου.

Όταν το κλείσιµο αποδιδόταν στο εµπόριο, ο αριθµός όσων ζητούσαν κυβερνητική παρέµβαση διπλασιαζόταν ή ακόµα και τριπλασιαζόταν.

Για δεκαετίες, το σύνθηµα της «δίκαιης εµπορικής πολιτικής» ήταν η σηµαία των συντηρητικών πολιτικών που επέµεναν ότι οι ΗΠΑ παίζουν σε άνισο γήπεδο.

Ένα παλιό εργοστάσιο γυαλιού που μετατράπηκε σε μονάδα παραγωγής μπαταριών στο Bridgeport, West Virginia, 9 Φεβρουαρίου 2023. Ο Oren Cass, επικεφαλής οικονομολόγος του συντηρητικού think tank American Compass, θεωρεί ότι τέτοιες μονάδες μπορούν να τονώσουν περιοχές που το έχουν ανάγκη. (Andrew Spear/The New York Times)

 

Κάποιος θα έλεγε ότι οι δασµοί του Trump θα µπορούσαν να αλλάξουν αυτό το τοπίο -έτσι δεν είναι;

Οι δασµοί µπορούν πράγµατι να επηρεάσουν τον τρόπο µε τον οποίο µοιράζεται το εισόδηµα -προς όφελος ή εις βάρος των εργαζοµένων. Ο Oren Cass, επικεφαλής οικονοµολόγος στο συντηρητικό think tank American Compass, υποστηρίζει ότι στην περίπτωση των δασµών του Trump, η επίδραση θα ήταν θετική.

Τα εργοστάσια, συχνά εγκατεστηµένα εκτός των µεγάλων µητροπολιτικών κέντρων της τεχνολογίας και των χρηµατοοικονοµικών, λειτουργούν ως πυρήνες οικονοµικής δραστηριότητας: δηµιουργούν θέσεις εργασίας και στηρίζουν γύρω τους µικρές υπηρεσίες, από κουρεία έως καφέ και ινστιτούτα αισθητικής. «Αν ξαναπροσανατολιστεί η οικονοµία ώστε να εξυπηρετεί καλύτερα τον µέσο εργαζόµενο, η ανισότητα µπορεί να περιοριστεί», είπε ο Cass.

Άλλοι οικονοµολόγοι, όµως, διαφωνούν. Θεωρούν ότι οι δασµοί του προέδρου -και ο τρόπος που επιβλήθηκαν- θα εντείνουν την ανισότητα. Ναι, ορισµένοι κλάδοι θα ωφεληθούν. Αλλά το µεγαλύτερο βάρος, συµφωνούν όλοι, θα πέσει στα χαµηλά και µεσαία εισοδήµατα. Με απλά λόγια: σχεδόν τα πάντα θα ακριβύνουν. «Είναι ένας τεράστιος φόρος», λέει η Kimberly Clausing από τη UCLA School of Law, εκτιµώντας ότι τέσσερις στους πέντε Αµερικανούς θα βρεθούν σε χειρότερη θέση.

Ήδη, ο µέσος πραγµατικός δασµός έχει εκτοξευθεί από 2,4% στις αρχές Ιανουαρίου στο 18,3%, σύµφωνα µε το Budget Lab στο Yale University. Αυτό σηµαίνει περίπου 2.400 δολάρια επιπλέον κόστος για το κάθε νοικοκυριό µέσα στη χρονιά.

Και όσο για τη µεταποίηση; Οι θέσεις ίσως αυξηθούν αλλά δεν θα µοιάζουν µε τις παλιές, καλά αµειβόµενες δουλειές, που αρκούσε ένα απολυτήριο λυκείου για να τις εξασφαλίσει κάποιος. Τα περισσότερα σύγχρονα εργοστάσια λειτουργούν πλέον µε αυτοµατισµούς και υπολογιστικά συστήµατα.

Πέρυσι, η αµερικανική χαλυβουργία παρήγαγε περίπου 88 εκατ. τόνους χάλυβα µε µόλις 86.000 εργαζόµενους. Το 1970, απαιτούνταν 354.000 εργαζόµενοι για την ίδια παραγωγή. Σε ένα από τα µεγαλύτερα εργοστάσια χάλυβα της Ευρώπης που επισκέφθηκα πρόσφατα, είδα τεράστια µηχανήµατα και αίθουσες ελέγχου γεµάτες οθόνες -αλλά ελάχιστους εργαζόµενους στη γραµµή παραγωγής.

Δρόμος στο Elyria, Ohio, πρώην κέντρο μεταποιητικών μονάδων, 18 Σεπτεμβρίου 2017. Πολλές μεσοαστικές οικογένειες και κοινότητες διαλύθηκαν όταν τα εργοστάσια μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό. (Andrew Spear/The New York Times)

 

Σήµερα, οι καλοπληρωµένες θέσεις στη µεταποίηση απαιτούν εξειδίκευση και εκπαίδευση, ενώ οι υπόλοιπες είναι χαµηλόµισθες. Αυτή τη στιγµή, υπάρχουν πάνω από 400.000 κενές θέσεις στη µεταποίηση στις ΗΠΑ.

Και ακόµη και αν το εµπορικό έλλειµµα -ύψους 1,2 τρισ. δολαρίων- µηδενιζόταν ως διά µαγείας και οι εισαγωγές υποκαθίσταντο από εγχώρια παραγωγή, οι ΗΠΑ δεν θα µετατρέπονταν σε βιοµηχανική υπερδύναµη, ούτε θα εξαφανιζόταν η ανισότητα, λέει ο οικονοµολόγος του Harvard University, Robert Ζ. Lawrence.

Σε αυτό το υποθετικό σενάριο, οι θέσεις στη µεταποίηση θα ανέβαιναν από το 7,9% στο 9,7% της συνολικής απασχόλησης -και µόνο λιγότερες από τις µισές θα αφορούσαν πραγµατική εργασία στην παραγωγή. Οι υπόλοιπες θα βρίσκονταν σε πωλήσεις, διοίκηση και λογιστήριο.

Όπως εξηγεί στο βιβλίο του «Behind the Curve», ακόµη και αν όλες αυτές οι πολιτικές λειτουργούσαν τέλεια και η βιοµηχανία επέστρεφε όσο περισσότερο γίνεται στην πρότερη κατάσταση, «η µεταποίηση είναι πλέον πολύ µικρό κοµµάτι της οικονοµίας για να αλλάξει ουσιαστικά την κατανοµή του εισοδήµατος».

v
Απόρρητο