Δεν είναι επίσημη ύφεση. Δεν είναι οικονομική κατάρρευση. Και όμως, εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο νιώθουν ότι βρίσκονται σε κρίση. Και αυτό το παράδοξο απέκτησε το δικό του όνομα: vibecession. Μια λέξη που «γεννήθηκε» από τη μίξη του vibe (αίσθηση, δόνηση) και του recession (ύφεση), για να περιγράψει την ψυχολογική εμπειρία μιας κρίσης -που δεν αποτυπώνεται απαραίτητα στους οικονομικούς δείκτες.
Ο όρος ξεκίνησε ως meme στα social media και κατέληξε να συζητείται σε οικονομικά forums και να γράφεται σε μεγάλες εφημερίδες και σοβαρά έντυπα. Και αυτό είναι μόνο ένα από τα δεκάδες παραδείγματα μιας νέας γλώσσας που δημιουργεί η Gen Z για να περιγράψει την οικονομία, την εργασία και την ψυχική υγεία. Με χιούμορ και -συχνά- ειρωνεία.
Το vibecession περιγράφει στην πραγματικότητα ένα κενό ανάμεσα στα μακροοικονομικά δεδομένα και την καθημερινή εμπειρία. Ενώ το ΑΕΠ, ας πούμε, μπορεί να αυξάνεται και η ανεργία να σημειώνει πτώση -σχετικά με τα προηγούμενα χρόνια της οικονομικής κρίσης τουλάχιστον-, οι πολίτες βλέπουν τα ενοίκια να εκτοξεύονται, τις τιμές στα είδη πρώτης ανάγκης -όπως τα τρόφιμα και την ενέργεια- να έχουν ανέβει τρομακτικά, τη δυσκολία στην εξασφάλιση δανείων λόγω υψηλών επιτοκίων… Και πρέπει κάπως να τα ξορκίσουν.
«Η οικονομία πάει καλά», σου λέει ένας φίλος. «What??? Ο καφές έφτασε στα 4 ευρώ, ο μισθός μου πάει στο νοίκι -τι πηγαίνει καλά, είπαμε;». Και αυτό ακριβώς, κυρίες και κύριοι, ονομάζεται vibecession. Και γιατί έγινε κοπτική-ραπτική στις λέξεις, θα μου πεις… Γιατί ειδικά μετά την πανδημία της Covid-19 και τον πληθωρισμό, οι δείκτες βελτιώθηκαν αλλά το vibe της ζωής έπεσε κατακόρυφα!
Όλα αυτά δημιούργησαν μια γενικευμένη οικονομική ανασφάλεια. Οι άνθρωποι νιώθουν φτωχότεροι, πιεσμένοι, αγχωμένοι και βιώνουν μια αίσθηση ότι «γενικώς κάτι δεν πάει καλά», ακόμα κι αν οι ειδικοί λένε το αντίθετο. Οι οικονομολόγοι, μάλιστα, κάνουν λόγο για perceived recession -μια ύφεση που υπάρχει κυρίως στη συνείδηση των καταναλωτών, αλλά μπορεί να επηρεάσει πραγματικά την οικονομία, αν οδηγήσει σε μείωση της κατανάλωσης και της εμπιστοσύνης.
Η γενιά Z, μεγαλωμένη με Facebook, TikTok, Twitter και Instagram, έχει μετατρέψει τη γλώσσα της οικονομίας σε meme. Και όχι μόνο. Νεολογισμοί όπως τα quiet quitting, lazy girl jobs, girl math και bed rotting δεν είναι απλώς αστεία. Είναι σοβαρά κοινωνικά σχόλια για την εργασία, το burnout και την ανασφάλεια. Η γλώσσα αυτή δείχνει μια βαθύτερη μετατόπιση από την ιδέα της καριέρας προς την ατομική εμπειρία και την αφήγηση της προσωπικής ζωής.
Το καινούργιο λεξιλόγιο της Gen Z δεν είναι, καν, slang. Είναι κοινωνικοί δείκτες μιας εποχής που καταδεικνύει οικονομική αβεβαιότητα, κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και δημιούργησε την ανάγκη για έλεγχο και νόημα μέσω της ψηφιακής κουλτούρας.
Μήπως χρειάζεστε μετάφραση για τα παραπάνω; Τότε, έχουμε και λέμε: Quiet quitting είναι η σιωπηρή άρνηση της υπερεργασίας, το lazy girl jobs αφορά την αναζήτηση εργασίας με λιγότερη πίεση και καλύτερη ποιότητα ζωής και τα girl math και boy math είναι χιουμοριστικοί τρόποι για να πει κάποιος ότι υπολογίζει συνεχώς τα έξοδά του για να επιβιώσει.

Το vibecession, τελικά, δεν είναι μόνο μια λέξη. Είναι το σύμπτωμα μιας εποχής όπου η οικονομία δεν μετριέται μόνο σε δείκτες και γραφήματα, αλλά και σε συναισθήματα, memes και συλλογικές «δονήσεις».
Σε έναν κόσμο όπου η οικονομική πραγματικότητα και η ψηφιακή αφήγηση συγκρούονται, ίσως το πιο ακριβές θερμόμετρο της κρίσης δεν είναι τα στατιστικά αλλά το TikTok feed.
Και ενώ οι Millennials μεγάλωσαν με το αφήγημα του hustle και της υπερεργασίας, η Gen Z μιλάει για main character energy και NPCs, αντιμετωπίζοντας τη ζωή σαν video game. Η επιτυχία γίνεται «level up», η παραγωγικότητα «power-up» και η προσωπική αφήγηση, κομμάτι της ταυτότητας.
Πίσω από το χιούμορ, κρύβεται μια γενιά που επαναπροσδιορίζει τη σχέση της με τη δουλειά και το χρήμα. Ειδικά οι νεότεροι όροι του 2025 -και ως τώρα βέβαια- δείχνουν τους Zoomers με μια αδιαπέραστη αυτογνωσία:
Bed rotting σημαίνει το να μένεις στο κρεβάτι όλη μέρα ως meme εκδοχή του burnout, brain rot είναι η αίσθηση ότι το μυαλό «σαπίζει» από την υπερβολική κατανάλωση short-form content, το soft life είναι η επιδίωξη μιας ήρεμης ζωής χωρίς burnout, hustle και culture, και το dopamine detox σημαίνει την προσπάθεια αποτοξίνωσης από τα social media και την υπερδιέγερση.
Και (last but not least) το επικό «delulu is the solulu» διατυμπανίζει με καυστική φιλοσοφία ότι η υπερβολική αυταπάτη, το παραλήρημα (delusion), μπορεί να γίνει η τέλεια λύση (solution). Με άλλα λόγια, η απόλυτη στρατηγική επιτυχίας. Εβίβα!
Αυτά, και εις άλλα με υγεία -και έμπνευση.
*H Μαρία Ν.Σ. Πανάγου είναι δημοσιογράφος