Συνέντευξη στη Μαρία Ν.Σ. Πανάγου
Συναντηθήκαμε ένα ηλιόλουστο μεσημέρι στο γραφείο του στο Χαλάνδρι, έναν χώρο γεμάτο αναφορές στην τέχνη και τη διαδρομή του. Ο Γιάννης Σμαραγδής με υποδέχτηκε με μια ιδιαίτερη ευγένεια, που δημιούργησε αμέσως οικειότητα. Ακολούθησαν τρεις ώρες γεμάτες έντονο συναίσθημα, ειλικρίνεια, χιούμορ και αφοπλιστική αμεσότητα. Καθίσαμε σε δυο καρέκλες αντικριστά. Οσο κάναμε τις πρώτες συστάσεις και εκείνος χαμογελούσε, εγώ τοποθετούσα μπροστά του προσεκτικά το κινητό μου τηλέφωνο για να ηχογραφήσει την κουβέντα μας. «Νέοι τρόποι, νέες τεχνολογίες», μονολόγησε. Και άδραξα την ευκαιρία να ξεκινήσουμε τη συζήτηση έτσι.
Μια που το αναφέρετε, η σχέση σας με την τεχνολογία ποια είναι;
Σχεδόν καμία. Και αυτό το λίγο, προσωπικά δεν μου έχει αλλάξει κάτι ουσιαστικό. Υπάρχουν μικρές διευκολύνσεις στην καθημερινότητα, πράγματα που κάνουν τη ζωή πιο εύκολη και πιο γρήγορη, και αυτό δεν μπορεί κανείς να το αρνηθεί. Από την άλλη, όμως, είναι και μια παράξενη μορφή σκλαβιάς, γιατί σε συνηθίζει στην ευκολία και σε απομακρύνει από την ουσία. Όταν δεν κάνεις ουσιώδη πράγματα, όταν δεν χρειάζεται να μπει ψυχή και νόηση -δηλαδή σοφία-, τότε η τεχνολογία μπορεί να σε πάει μακριά, να σε βοηθήσει πραγματικά. Αν όμως θέλεις να δημιουργήσεις κάτι βαθύτερο, να ενεργοποιήσεις ουσίες της ύπαρξης, να φτιάξεις ένα έργο που θα σε φέρνει κοντά στον ανώτερο εαυτό σου, τότε οι ευκολίες της τεχνολογίας μπορεί να σε εμποδίσουν. Γιατί αφαιρούν από τον άνθρωπο την εσωτερική πάλη. Και χωρίς αυτή την πάλη, χωρίς αυτή τη διαδρομή μέσα σου, δεν μπορεί να προκύψει κάτι αληθινά μεγάλο.

Αυτό κάνει ο κινηματογράφος;
Ο κινηματογράφος είναι μια τέχνη με τεράστια επιρροή στις ανθρώπινες ψυχές. Είναι συνθετική τέχνη, γιατί μέσα του συνυπάρχουν όλες οι άλλες: η μουσική, η αρχιτεκτονική, η λογοτεχνία, η εικόνα. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να λειτουργήσει σε ευρύτερα κοινά, να αγγίξει ανθρώπους που δεν θα έρθουν απαραίτητα σε επαφή με τις άλλες μορφές τέχνης. Έχει τη δυνατότητα να διεγείρει το συναίσθημα, τη σκέψη, τη φαντασία, όλα μαζί. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Η μουσική, βέβαια, για μένα είναι η ανώτερη τέχνη. Αν η αρμονία του σύμπαντος είναι ο Θεός, τότε αυτό που αντιπροσωπεύει τον ανθρώπινο πολιτισμό -η θεϊκή ανάσα- είναι η μουσική. Το σύμπαν είναι αρμονία, άρα είναι μουσική. Ο σπουδαίος μουσικός Βαγγέλης Παπαθανασίου έλεγε ότι η μουσική υπάρχει ήδη και κατεβαίνει, όπως κατεβαίνει το νερό σε ένα ποτάμι.
Το τι παίρνεις από αυτό το ποτάμι εξαρτάται από τη στιγμή σου, από την εσωτερική σου κατάσταση. Από το πώς «κρατάς το κύπελλο». Αν είσαι έτοιμος, θα πάρεις περισσότερα. Αν όχι, θα σου ξεφύγει. Και έχει σημασία και το πόσο γρήγορα το αποτυπώνεις. Γιατί αν καθυστερήσεις, αλλοιώνεται. Η έμπνευση δεν περιμένει. Η πιανίστα κυρία Μπακοπούλου έλεγε ότι οι μουσικές υπάρχουν και ότι οι μεγάλοι συνθέτες είναι αυτοί που τις κατεβάζουν και τις δίνουν στον κόσμο. Δηλαδή λειτουργούν σαν αγωγοί.

Γι’ αυτό η μουσική είναι τόσο σταθερή και έντονη στις ταινίες σας;
Ναι, υπάρχει σχεδόν από την αρχή μέχρι το τέλος. Γιατί η μουσική προκαλεί άμεσα συναισθήματα. Αλλά ο κινηματογράφος μπορεί να πάει και πιο πέρα. Μπορεί να κάνει φιλοσοφικούς στοχασμούς, να δημιουργήσει εικόνες όπως η ποίηση, να πει ιστορίες που η μουσική δεν μπορεί να πει από μόνη της. Έτσι διεγείρεται το σύνολο του ανθρώπου. Και γι’ αυτό η έβδομη τέχνη εμφανίστηκε σε μια εποχή που η τεχνολογία μπορούσε να βάλει την πραγματικότητα σε κίνηση. Εκεί είναι η σωστή χρήση της τεχνολογίας: όταν υπηρετεί τη δημιουργία και όχι όταν την αντικαθιστά.
Αναφέρεστε συχνά στον ελληνικό πολιτισμό. Τι τον κάνει τόσο ιδιαίτερο;
Εμείς οι Έλληνες είμαστε ο μόνος λαός που έχουμε έναν τριπλό πολιτισμό: τον μινωικό, τον αρχαίο ελληνικό και τον βυζαντινό. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε μια συνέχεια και έναν τρόπο να συνυπάρχουμε με τα πράγματα χωρίς να αλλοιωνόμαστε. Αυτό υπάρχει μέσα μας, σε όλους. Απλώς δεν το ενεργοποιούμε.
Πώς μπορούμε να το ενεργοποιήσουμε;
Με το να αγαπάμε τα πράγματα που μας γέννησαν: τις διαχρονικές λαϊκές τελετουργίες -αυτό που λέω ψυχικό πολιτισμό των Ελλήνων-, τη μεγάλη φιλοσοφία, το θέατρο, τη μουσική, τα μεγάλα έργα. Να ερχόμαστε σε επαφή με αυτά. Η τέχνη ενεργοποιεί τον ανώτερο εαυτό. Αυτός είναι ο ρόλος της. Δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη.

Εσείς πότε το καταλάβατε αυτό;
Στο Παρίσι. Όταν πήγα να σπουδάσω, ήμουν γαλλόπληκτος. Διάβαζα Μαρξ, Ένγκελς, Γάλλους σχολιαστές του Πλάτωνα. Ήμουν αριστερός. Και μια μέρα, περπατώντας στεναχωρημένος -μου έλειπε και η γυναίκα μου η Ελένη-, μπήκα ασυναίσθητα στο Μουσείο του Λούβρου. Εκεί είδα τη Νίκη της Σαμοθράκης να ίπταται. Έμεινα άφωνος. Στη συνέχεια βρέθηκα στον διάδρομο με τα άλλα ελληνικά αγάλματα. Μπροστά μου εμφανίστηκε η Αφροδίτη της Μήλου. Την πλησίασα και έτσι μαγικά, χωρίς να το καταλάβω, άγγιξα τα ακροδάχτυλά της. Ένας φύλακας με σταμάτησε και μου είπε ότι απαγορεύεται. Του είπα ότι δεν μπορεί να μου το απαγορεύσει γιατί είναι ελληνικό, είναι δικό μας. Και μου απάντησε: «Ήταν δικό σας, τώρα είναι δικό μας».
Και τότε φεύγω. Πάω στη διπλανή αίθουσα και ξεσπάω σε λυγμούς. Εκεί κατάλαβα ότι αυτό το πράγμα έπρεπε να με αφορά και το είχα αγνοήσει. Με μαγικό τρόπο, ακουμπώντας ένα άγαλμα, ξύπνησε η ελληνική κυτταρική μνήμη. Και άρχισα στο Παρίσι να διαβάζω Ελύτη, Σεφέρη, Παπαδιαμάντη... Τα μεγάλα κείμενα, δηλαδή. Και όταν γύρισα στην Ελλάδα, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να πάω στην Ακρόπολη. Ήταν σαν επιστροφή στον εαυτό μου. Όπως λέει ο Οδυσσέας Ελύτης, η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο άμεσα. Αλλά αλλάζει τις συνειδήσεις και αυτές κατευθύνουν τις πράξεις. Άρα η τέχνη επηρεάζει βαθιά, έστω και έμμεσα.

Πάμε λίγο τώρα στον «Καποδίστρια», την ταινία σας που έχει ξεσηκώσει θύελλες. Στους περισσότερους άρεσε πολύ, κάποιοι όμως ήταν αμείλικτοι στην κριτική τους. Τώρα που λίγο έχει καταλαγιάσει όλο αυτό, τι σκέφτεστε;
Μα το περίμενα. Ξέρω τι κυριαρχεί σήμερα: το ευτελές, το μοδάτο, το παγκοσμιοποιημένο. Αυτά οδηγούν στην ομογενοποίηση και στη διαγραφή της μνήμης. Υπάρχουν μηχανισμοί που επιτίθενται σε ό,τι έχει εθνικά χαρακτηριστικά. Δεν θα τους ακολουθήσω. Αντιθέτως τους αντιμάχομαι τους αρνητές. Τελικός κριτής όλων είναι το κοινό. Όσον αφορά την ταινία «Καποδίστριας», έχει ήδη ξεπεράσει τα 840.000 εισιτήρια, κατακτώντας την 5η θέση ανάμεσα στις πιο εμπορικές ταινίες όλων των εποχών στην Ελλάδα. Παράλληλα, έχει την τύχη και την ευλογία να αποσπά θερμό και συνεχές χειροκρότημα από το ελληνικό κοινό σε κάθε προβολή της.
Θα σας στεναχώρησε όμως…
Όχι ιδιαίτερα. Είναι σαν ένα τσίμπημα από κουνούπι. Το νιώθεις, αλλά το διώχνεις με μια μαλακή κίνηση του χεριού σου.
Γιατί όμως ενόχλησε τους αρνητές, όπως τους λέτε, τόσο πολύ η ταινία;
Ο κόσμος οργανώνεται από τους επικυρίαρχους που θέλουν να μας βάλουν σε συγκεκριμένα πλαίσια. Θέλουν να μας καθυποτάξουν σε νόρμες. Αν αύριο αποφασίσουν να φτιάξουν τετράγωνες ντομάτες, θα φτιάξουν και καφάσια για τετράγωνες ντομάτες. Δημιουργούν τώρα ανθρώπους για να μπορούν να μπαίνουν στα τετράγωνα που θέλουν αυτοί. Είναι πιο σοβαρό το θέμα απ’ ό,τι φαίνεται. Τι κάνουν λοιπόν; Φτιάχνουν μόδες. Για παράδειγμα τη woke agenda. Ε… αυτή την ατζέντα υπηρετούν οι διάφοροι αρνητές της ταινίας.
Είναι μια μόδα που εξαφανίζει τις αρχές του ανθρώπινου γένους. Ο Κουστουρίτσα είχε πει ότι αυτό είναι κατασκεύασμα της CIA. Προσέξτε, άλλο είναι τα δικαιώματα αυτών των ανθρώπων και άλλο είναι να παίρνει διαστάσεις ιδεολογίας και να πρέπει να επιβληθεί στα πάντα.
Γιατί η γραμμή είναι ακριβώς αυτή. Να τελειώσουμε με το ανθρώπινο γένος όπως ήταν και να πάμε σε ένα καινούριο είδος. Όργουελ, δηλαδή. Αυτό ζούμε τώρα. Η τέχνη λοιπόν έχει αυτόν τον σκοπό. Να αφυπνίσει το ανθρώπινο γένος. Εμείς οι Έλληνες έχουμε διπλό ρόλο. Δεν είμαστε εδώ για να υπερασπιστούμε την πατρίδα μας για τους Έλληνες. Είμαστε εδώ για να υπερασπιστούμε τις αξίες που εκπροσωπεί ο ελληνισμός.
Αυτοί, λοιπόν, που μου έκαναν την επίθεση είναι μία ομάδα που βάλλει ενάντια σε ό,τι έχει εθνικά χαρακτηριστικά. Εγώ ξέρω και τα πρόσωπα που είναι πίσω από τις επιθέσεις στο έργο μου. Και ξέρω και ότι είναι χρηματοδοτούμενοι, στην ουσία, από σκοτεινά λεφτά του εξωτερικού. Δεν έχω μιλήσει ακόμα για αυτά. Θα έρθει η ώρα να μιλήσω.
Πότε; Πώς;
Όταν το αποφασίσω. Και πρώτα απ’ όλα, με το επόμενο έργο μου. Το οποίο ξέρω ότι θα χτυπηθεί και πάλι.
Ποιο θα είναι;
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Γιατί επιλέξατε αυτό το πρόσωπο;
Κοιτάξτε, υπάρχουν δύο δρόμοι προς το φως. Ο ένας είναι να ξεκινήσεις από το φως και να επιστρέψεις σε αυτό. Ο άλλος είναι να περάσεις μέσα από το σκοτάδι για να φτάσεις στο φως. Ο Καποδίστριας είναι το πρώτο. Ο Κολοκοτρώνης, το δεύτερο.
Τι σας αγγίζει περισσότερο σε αυτή τη μορφή;
Η συγχώρεση. Πριν πεθάνει, πήγε να βρει ανθρώπους που είχε αδικήσει και τους ζήτησε συγγνώμη. Και όταν ο γιος του συνάντησε τους δολοφόνους του αδελφού του, δεν τους πείραξε. Και όταν το είπε στον πατέρα του, εκείνος απάντησε: «Αν το είχες κάνει, δεν θα σε ήθελα για γιο μου». Αυτό δείχνει ανώτερη ψυχή. Όταν φτάσεις εκεί, να μπορείς να συγχωρείς, έχει αναβαθμιστεί η ψυχή...
Πιστεύετε στον Θεό;
Ναι, απολύτως.
Και στη ζωή μετά;
Βεβαίως. Η ψυχή δεν τελειώνει. Αλλάζει διάσταση. Το έλεγαν και οι Πυθαγόρας και Πλάτωνας.
Αυτό σας δίνει ανακούφιση;
Βέβαια.
Εμένα με τρομάζει.
Δεν πρέπει να σας τρομάζει. Άμα προσπαθείς να κάνεις το καλό, να μη σε τρομάζει. Το καλό είναι να λες «καλημέρα» στον διπλανό σου και ας μη σου λέει αυτός. Δηλαδή, να βάζεις σε κίνηση το θετικό στοιχείο της ύπαρξης.
Δηλαδή πιστεύετε στον παράδεισο και στην κόλαση;
Όχι. Πιστεύω ότι εδώ το σύμπαν σού δίνει το καλό και το κακό. Εσύ αποφασίζεις πού θα πας. Και κάθε επιλογή αλλάζει την ψυχή σου. Το σύμπαν συγχωρεί. Μπορείς να αλλάξεις. Κάνεις ένα πράγμα κακό και μετά κάνεις ένα καλό ή δύο καλά. Σβήνει το κακό. Γι’ αυτό έχει σημασία πώς τελειώνει κανείς...
Οι μοναχοί, οι αληθινά πνευματικοί άνθρωποι, δεν εύχονται καλή ζωή αλλά καλό θάνατο…
Ακριβώς.
Σας ευχαριστώ, κύριε Σμαραγδή.
Εγώ πιο πολύ.