Μεταπυρικό ντόμινο: Από τη φωτιά στην πλημμύρα

Πώς οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές στη χώρα μας έδειξαν ότι το έδαφος απογυμνώνεται και ο κίνδυνος καταστροφικών πλημμυρών αυξάνεται δραματικά μετά από έντονες βροχοπτώσεις.

Μεταπυρικό ντόμινο: Από τη φωτιά στην πλημμύρα
  • Θεόδωρος Ν. Κολυδάς*

 

Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έρχεται αντιμέτωπη με ένα επικίνδυνο φυσικό «δίδυμο»: μεγάλες δασικές πυρκαγιές που ακολουθούνται, συχνά μέσα σε λίγους μήνες ή λίγα χρόνια, από καταστροφικές πλημμύρες. Η εμπειρία των τελευταίων περίπου 25 ετών, σε συνδυασμό με τα επιστημονικά δεδομένα, δείχνει με σαφήνεια ότι η καταστροφή της βλάστησης και η αλλοίωση της δομής του εδάφους μετατρέπουν τις καμένες εκτάσεις σε ζώνες αυξημένης υδρολογικής ευαλωτότητας. Έτσι, μια έντονη βροχόπτωση που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα απορροφούνταν σε μεγάλο βαθμό από το έδαφος, μπορεί μετά από μια πυρκαγιά να εξελιχθεί σε ορμητικό πλημμυρικό επεισόδιο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Κεντρική Εύβοια. Οι πυρκαγιές του 2018 και του 2019 κατέστρεψαν σημαντικές δασικές εκτάσεις στην περιοχή της Μακρυμάλλης και των Ψαχνών, απογυμνώνοντας πλαγιές και διαταράσσοντας τη φυσική ισορροπία των λεκανών απορροής. Στις 9 Αυγούστου 2020, η κακοκαιρία «Θάλεια» προκάλεσε ισχυρές βροχοπτώσεις που οδήγησαν σε φονικές πλημμύρες με τραγικό απολογισμό οκτώ νεκρούς και εκτεταμένες ζημιές σε υποδομές, κατοικίες και καλλιέργειες. Αν και η ένταση της βροχής αποτέλεσε τον βασικό καταλύτη, η επιστημονική ανάλυση επισημαίνει ότι η προϋπάρχουσα απώλεια βλάστησης ενίσχυσε την επιφανειακή απορροή και τη μεταφορά φερτών υλικών προς τις κατάντη περιοχές.

Ανάλογη αλληλουχία γεγονότων καταγράφηκε και στη Ρόδο, όπου το mega-fire του Ιουλίου 2023 οδήγησε σε μία από τις μεγαλύτερες οργανωμένες εκκενώσεις που έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ στην Ελλάδα, με περίπου 19-20 χιλιάδες ανθρώπους να μετακινούνται προληπτικά σε ασφαλείς περιοχές. Ήδη από τους πρώτους μήνες μετά τη φωτιά, Έλληνες επιστήμονες και αρμόδιοι φορείς προειδοποιούσαν για αυξημένο μεταπυρικό πλημμυρικό κίνδυνο, επισημαίνοντας την ανάγκη άμεσων αντιδιαβρωτικών και αντιπλημμυρικών παρεμβάσεων στις καμένες πλαγιές.

Τον Δεκέμβριο του 2024, η κακοκαιρία «Bora» έπληξε το νησί με έντονες βροχοπτώσεις, προκαλώντας εκτεταμένες πλημμύρες, δεκάδες περιστατικά άντλησης υδάτων, εκκενώσεις οικισμών και σοβαρές ζημιές σε υποδομές και περιουσίες. Αν και οι ειδησεογραφικές αναφορές από μόνες τους δεν μπορούν να αποδείξουν άμεση αιτιώδη σύνδεση με τις καμένες εκτάσεις, το μοτίβο είναι γνώριμο στη διεθνή βιβλιογραφία: απογυμνωμένα πρανή σε συνδυασμό με έντονες βροχές οδηγούν σε αυξημένη επιφανειακή απορροή, μεταφορά φερτών υλικών και αιφνίδιες λασπορροές.

Προσομοιώσεις με το υδρολογικό μοντέλο SWAT στη διπλωματική εργασία του Καλαϊτζή Κωνσταντίνου στο Διιδρυματικό Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Ανάλυση και Διαχείριση Ανθρωπογενών και Φυσικών Καταστροφών» έχουν δείξει ότι μετά από μεγάλες πυρκαγιές παρατηρείται σημαντική αύξηση της επιφανειακής απορροής και της διάβρωσης του εδάφους, ενώ μειώνονται η ροή των υπόγειων υδάτων και η θερμοκρασιακή σταθερότητα του εδάφους, λόγω απώλειας της βλάστησης και περιορισμένης διήθησης. Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν τον κρίσιμο ρόλο των δασικών πυρκαγιών στην υποβάθμιση της γης και στη μεταβολή της υδρολογικής δυναμικής των μεσογειακών οικοσυστημάτων.

«Οι μεγάλες πυρκαγιές δεν αποτελούν μόνο άμεση περιβαλλοντική και κοινωνική καταστροφή, αλλά και προάγγελο νέων κινδύνων. Η έγκαιρη υλοποίηση αντιδιαβρωτικών έργων, η συστηματική παρακολούθηση των λεκανών απορροής και ο ορθολογικός χωροταξικός σχεδιασμός είναι κρίσιμα εργαλεία για την προστασία των τοπικών κοινωνιών», τονίζει ο κ. Κολυδάς. 

Η ανάλυση του μοντέλου SWAT αποκάλυψε τα ακόλουθα αποτελέσματα πριν και μετά την πυρκαγιά:

• Η διάβρωση του εδάφους αυξήθηκε από 13,21 τόνους/εκτάριο σε 125,72 τόνους/εκτάριο (+852%).

• Η επιφανειακή απορροή αυξήθηκε από 109,25 mm σε 232,69 mm (+113%).

• Η εξατμισοδιαπνοή μειώθηκε από 310,0 mm σε 299,6 mm (-9,5%).

• Τα ρηχά υπόγεια ύδατα μειώθηκαν από 238,22 mm σε 157,37 mm (-36%).

Ανάλογα φαινόμενα παρατηρήθηκαν και στην περίπτωση της Κινέτας. Η πυρκαγιά της 23ης Ιουλίου 2018 στα Γεράνεια Όρη κατέκαψε μεγάλες δασικές εκτάσεις, αποσταθεροποιώντας τις πλαγιές και μειώνοντας δραστικά τη δυνατότητα του εδάφους να συγκρατεί και να απορροφά το νερό. Όταν, στις 25 Νοεμβρίου 2019, η κακοκαιρία «Γηρυόνης» έπληξε την περιοχή με έντονες βροχές, οι πλημμύρες που εκδηλώθηκαν είχαν ιδιαίτερη σφοδρότητα. Μελέτες κατέδειξαν ότι η μεταπυρική διάβρωση και η απώλεια φυτοκάλυψης λειτούργησαν ως πολλαπλασιαστικός παράγοντας του πλημμυρικού κινδύνου. Η Κινέτα αναφέρεται πλέον συστηματικά στη διεθνή βιβλιογραφία ως παράδειγμα μεταπυρικής υδρολογικής επιδείνωσης σε μεσογειακό περιβάλλον.

Στις μεγάλες πυρκαγιές του 2007 στην Πελοπόννησο, σε Ηλεία, Μεσσηνία και Αρκαδία, κάηκαν εκτεταμένες εκτάσεις, με σοβαρές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον και στις τοπικές κοινωνίες. Τα επόμενα χρόνια, σε αρκετές λεκάνες απορροής παρατηρήθηκε αυξημένη συχνότητα και ένταση πλημμυρικών επεισοδίων. Επιστημονικές έρευνες έδειξαν ότι ο αριθμός πλημμυρών και κατολισθήσεων αυξήθηκε σημαντικά σε σύγκριση με την προπυρική περίοδο, με τις επιπτώσεις να διαρκούν για χρόνια μετά την καταστροφή. Το παράδειγμα αυτό ανέδειξε ότι οι συνέπειες μιας μεγάλης πυρκαγιάς δεν εξαντλούνται στο καλοκαίρι της εκδήλωσής της, αλλά επηρεάζουν τη γεωμορφολογική και υδρολογική συμπεριφορά μιας περιοχής σε βάθος χρόνου.

Στη Βόρεια Εύβοια, μετά τις εκτεταμένες πυρκαγιές του Αυγούστου 2021, οι επιστήμονες προειδοποίησαν άμεσα για αυξημένο κίνδυνο αιφνίδιων πλημμυρών και λασπορροών κατά τους επόμενους χειμώνες. Πράγματι, τοπικά πλημμυρικά φαινόμενα καταγράφηκαν, ωστόσο οι απώλειες περιορίστηκαν, σε μεγάλο βαθμό χάρη στην έγκαιρη εφαρμογή αντιδιαβρωτικών και αντιπλημμυρικών έργων. Η εμπειρία αυτή ανέδειξε ότι η πρόληψη και η άμεση παρέμβαση μπορούν να μετριάσουν σημαντικά τις μεταπυρικές επιπτώσεις.

Η επιστήμη εξηγεί τους μηχανισμούς με σαφήνεια. Η καταστροφή της βλάστησης αφαιρεί το φυσικό «φρένο» που συγκρατεί το έδαφος και επιβραδύνει τη ροή του νερού. Παράλληλα, η υψηλή θερμοκρασία της φωτιάς μπορεί να δημιουργήσει υδροφοβικό στρώμα στο έδαφος, μειώνοντας τη διήθηση. Η επιφανειακή απορροή αυξάνεται, ενώ τα φερτά υλικά μεταφέρονται ταχύτερα προς ρέματα και οικισμούς, δημιουργώντας συνθήκες για αιφνίδιες πλημμύρες και κατολισθήσεις. Οι επιπτώσεις αυτές δεν είναι παροδικές· μπορεί να διαρκέσουν από μερικά χρόνια έως και μία δεκαετία, ανάλογα με την ένταση της πυρκαγιάς, τη μορφολογία του εδάφους και τον ρυθμό φυσικής αποκατάστασης της βλάστησης.

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από την ελληνική εμπειρία είναι ότι οι μεγάλες πυρκαγιές δεν αποτελούν μόνο άμεση περιβαλλοντική και κοινωνική καταστροφή, αλλά και προάγγελο νέων κινδύνων. Η έγκαιρη υλοποίηση αντιδιαβρωτικών έργων, η συστηματική παρακολούθηση των λεκανών απορροής και ο ορθολογικός χωροταξικός σχεδιασμός είναι κρίσιμα εργαλεία για την προστασία των τοπικών κοινωνιών. Σε μια περίοδο κατά την οποία η κλιματική μεταβλητότητα ενισχύει τόσο την ένταση των πυρκαγιών όσο και των ακραίων βροχοπτώσεων, η κατανόηση και η διαχείριση αυτής της επικίνδυνης αλληλουχίας φαινομένων καθίσταται ζωτικής σημασίας για τη χώρα.

*Ο κ. Θεόδωρος Ν. Κολυδάς είναι Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, μετεωρολόγος Star Channel, πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ, μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect

 

v
Απόρρητο