Το 1973, ο τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσινγκερ, μιλώντας με τον Βρετανό ομόλογό του Άλεκ Ντάγκλας, είχε πρωτοδιατυπώσει το ερώτημα: «Ποιον να καλέσω, όταν θέλω να μιλήσω με την Ευρώπη;».
Το ζήτημα επανήλθε στη δημοσιότητα στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν ξεκίνησαν οι πόλεμοι στη Γιουγκοσλαβία. Η διατύπωση είχε ελαφρώς αλλάξει και προερχόταν πλέον από τους Γιουγκοσλάβους: «Όταν φεύγει η πρώτη σφαίρα, ξέρουμε ποιον θα καλέσουμε στην Αμερική αλλά όχι στην Ευρώπη».
Για να λύσει αυτό το πρόβλημα η τότε ΕΟΚ και σήμερα Ε.Ε., το 1992, με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ καθιέρωσε την «Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Άμυνας», γνωστή ως ΚΕΠΠΑ. Αργότερα, ο θεσμός της ΚΕΠΠΑ ενισχύθηκε περαιτέρω. Το 2007, με τη Συνθήκη της Λισαβόνας δημιουργήθηκε η θέση του Ύπατου Εκπροσώπου για την Εξωτερική Πολιτική.
Πλέον το τηλεφώνημα προς την Ευρώπη μπορούσε θεωρητικώς να γίνει, αφού υπήρχε το ονοματεπώνυμο του υπευθύνου. Παρά τις καλές προθέσεις, ούτε και τότε έγινε κάποιο τηλεφώνημα, διότι η Ε.Ε. αδυνατεί να παρέμβει κάπου στρατιωτικά ενώ παράλληλα δυσκολεύεται να ασκήσει άμεση γεωπολιτική πίεση. Κατ’ αρχάς η Ε.Ε. δεν διαθέτει ενιαίο ευρωπαϊκό στρατό. Στηρίζεται στις εθνικές ένοπλες δυνάμεις του κάθε κράτους-μέλους αλλά και στο ΝΑΤΟ για συλλογική άμυνα. Επιπλέον βασίζεται στην Αμερική για την πυρηνική αποτροπή, τις πληροφορίες, την αεράμυνα και την αντιπυραυλική άμυνα. Αυτό περιορίζει την αυτονομία της.
Το βασικότερο, όμως, δομικό πρόβλημα, με βαθιές πολιτικές ρίζες, είναι ότι ουδέποτε τα κράτη-μέλη μεταβίβασαν πλήρως την αρμοδιότητα για άσκηση εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής στην Ε.Ε. Η ΚΕΠΠΑ παρέμεινε κυρίως διακυβερνητική. Οι περισσότερες αποφάσεις λαμβάνονται με ομοφωνία. Αυτό οφείλεται στο ότι λανθασμένα εκλαμβάνουμε την Ε.Ε. ως ένα ενιαίο σύνολο και, πολύ περισσότερο, ως κάτι ανυστερόβουλο.
Η Ε.Ε. είναι τα επιμέρους κράτη-μέλη με τις εθνικές πολιτικές τους και τα δικά τους συμφέροντα. Τα κράτη-μέλη, όμως, έχουν διαφορετικές γεωπολιτικές προτεραιότητες· διαφορετικές ιστορικές σχέσεις με τρίτες χώρες· διαφορετική στάση απέναντι σε θέματα όπως η Ρωσία, η Μέση Ανατολή ή η Κίνα. Επομένως, εύκολα μπορεί ένα κράτος να εμποδίσει τη λήψη αποφάσεως, εάν θεωρήσει ότι κινδυνεύουν τα εθνικά του συμφέροντα. Κατ’ επέκταση αυτό μεταφράζεται σε σοβαρές καθυστερήσεις. Για αυτό τον λόγο η Ε.Ε. είναι (και θα παραμείνει) απίστευτα αργή στη λήψη αποφάσεων και κυρίως στη δυνατότητα άμεσης αντιδράσεως σε κρίσεις.

«Ένα Συμβούλιο Ασφαλείας σε επίπεδο Ε.Ε. θα προσδιορίσει τα σημεία εκείνα που πραγματικά αποτελούν απειλή για τα ευρωπαϊκά κράτη και θα προτείνει τρόπους αντιμετωπίσεώς τους. Επιπλέον, ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα περιορίσει εν μέρει και το πρόβλημα λήψεως γρήγορων αποφάσεων που αντιμετωπίζει η Ε.Ε.», προτείνει ο Άγγελος Συρίγος.
Ας δούμε το παράδειγμα της κρίσεως στη Μέση Ανατολή. Πέραν της αρχικής καταδίκης της επιθέσεως της Χαμάς κατά του Ισραήλ, δεν υπήρξε κοινή στάση των ευρωπαϊκών κρατών στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Κάποια κράτη-μέλη στήριζαν το Ισραήλ, κάποια το καταδίκαζαν και κάποια απείχαν από τις ψηφοφορίες. Στην πραγματικότητα, ελάχιστα είναι τα θέματα στα οποία υπάρχει ενιαία στρατηγική. Κύριο εργαλείο της είναι η εφαρμογή οικονομικών κυρώσεων. Η κατάσταση αυτή σημαίνει ότι η Ε.Ε. έχει περιορισμένη διεθνή επιρροή σε σύγκριση με υπερδυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες ή η Κίνα.
Η στενή σχέση με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ επέτρεπε στην Ε.Ε. να αποφεύγει να δει αυτή την πραγματικότητα. Από την έναρξη, όμως, της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ στον αμερικανικό προεδρικό θώκο, οι ΗΠΑ αποτραβιούνται από την ευρωπαϊκή συλλογική ασφάλεια. Η Ε.Ε. υποχρεούται εκούσα άκουσα να απογαλακτιστεί από τις ΗΠΑ, να αυξήσει το ποσοστό του ΑΕΠ που δαπανά για την άμυνά της και να αναπτύξει και σοβαρή αμυντική βιομηχανία. Για να το κάνει σωστά, θα πρέπει να προσδιορίσει ποια είναι η απειλή, να αποκτήσει δηλαδή ταυτότητα ασφάλειας.
Σε αυτό το σημείο προκύπτει το πρόβλημα. Είναι διαφορετική η αίσθηση της απειλής στα κράτη της Ε.Ε. Η Πολωνία, η Σουηδία, η Φινλανδία και τα βαλτικά κράτη αισθάνονται ως απειλή τη Ρωσία. Η Ελλάδα και η Κύπρος απειλούνται από την Τουρκία. Η Ισπανία βλέπει την απειλή στη Μαυριτανία, από όπου προέρχονται οι μεταναστευτικές ροές προς τα (ισπανικά) Κανάρια νησιά, και η Ιταλία στη βόρειο Αφρική.
Από την άλλη, η Πορτογαλία ή το Βέλγιο δεν αισθάνονται ότι απειλούνται από κάποια από αυτές τις περιοχές. Παράλληλα, υπάρχουν και άλλες απειλές. Επί παραδείγματι, η παρουσία μιας ισχυρής ναυτικής δυνάμεως από την Ε.Ε. στην Ερυθρά Θάλασσα για τους αντάρτες Χούθι δείχνει ότι και σε αυτή την περιοχή διακυβεύονται ευρωπαϊκά συμφέροντα που συνδέονται με την ελευθερία διακινήσεως του εμπορίου.
Πώς θα μπορέσουμε να καθορίσουμε την απειλή (η οποία σήμερα επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικώς στη Ρωσία); Ένα Συμβούλιο Ασφαλείας σε επίπεδο Ε.Ε. θα καθιστούσε πιο ορθολογική την αντίληψη περί απειλής για την ασφάλεια της Ευρώπης. Θα προσδιορίσει τα σημεία εκείνα που πραγματικά αποτελούν απειλή για τα ευρωπαϊκά κράτη και θα προτείνει τρόπους αντιμετωπίσεώς τους.
Επιπλέον ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα περιορίσει εν μέρει και το πρόβλημα λήψεως γρήγορων αποφάσεων που αντιμετωπίζει η Ε.Ε. Ενόσω οι ΗΠΑ εμπλέκονται στρατιωτικά με την Ευρώπη, δεν υπάρχει αμφιβολία. Οι ΗΠΑ ηγούνται και παίρνουν τις αποφάσεις.
Επειδή στην Ε.Ε. οι αποφάσεις για θέματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής θα συνεχίζουν να λαμβάνονται σε διακυβερνητικό επίπεδο, ένα τέτοιο Συμβούλιο θα διευκόλυνε πολύ τη λήψη αποφάσεων. Η Ε.Ε. πρέπει να φερθεί ως υπερδύναμη που προστατεύει παντού τα συμφέροντά της.
*Ο κ. Άγγελος Συρίγος είναι καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στην Α’ Αθηνών