Το 2025 δεν ήταν απλώς μια ακόμη θετική χρονιά για την ελληνική οικονομία. Ήταν η χρονιά που τα συνολικά κεφάλαια που προσέλκυσαν οι ελληνικές επιχειρήσεις εκτινάχθηκαν στα 28 δισ. ευρώ, από 20,7 δισ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα, με τις εξαγορές και συγχωνεύσεις να βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της επενδυτικής κινητικότητας.
Συνολικά πέρυσι καταγράφηκε μία από τις πιο ισχυρές χρονιές των τελευταίων δεκαετιών για την ελληνική αγορά εξαγορών και συγχωνεύσεων, με 181 συναλλαγές και συνολική αξία που ξεπέρασε τα 23,8 δισ. ευρώ. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη δραστηριότητα που έχει καταγραφεί από το 2008, επιβεβαιώνοντας ότι η χώρα έχει εισέλθει σε μια νέα περίοδο επενδυτικής κινητικότητας και επιχειρηματικού μετασχηματισμού.
Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τη νέα μελέτη της PwC Ελλάδας για τις Εξαγορές και Συγχωνεύσεις το 2025, η οποία σκιαγραφεί μια αγορά που δεν βρίσκεται απλώς σε φάση ανάκαμψης αλλά εξελίσσεται σε βασικό επενδυτικό κόμβο για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Μάλιστα, η PwC αναδείχθηκε για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά ο κορυφαίος χρηματοοικονομικός σύμβουλος στην Ελλάδα, βάσει αριθμού συναλλαγών.
Ένα από τα πιο ενθαρρυντικά στοιχεία είναι η αυξανόμενη συμμετοχή ξένων επενδυτών. Το ενδιαφέρον για ελληνικές επιχειρήσεις ενισχύθηκε σημαντικά, ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας, των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και της τεχνολογίας. Την ίδια στιγμή, αρκετές ελληνικές εταιρείες προχώρησαν σε επεκτάσεις στο εξωτερικό, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι εγχώριοι επιχειρηματικοί όμιλοι αναζητούν νέες ευκαιρίες ανάπτυξης πέρα από τα σύνορα της χώρας.
Παρά τις διεθνείς γεωπολιτικές και οικονομικές προκλήσεις, το 2025 η ελληνική οικονομία συνέχισε να επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα.
Η ανάπτυξη κινήθηκε πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ το Χρηματιστήριο Αθηνών ολοκλήρωσε την πέμπτη συνεχόμενη χρονιά κερδών, με τον Γενικό Δείκτη να καταγράφει άνοδο 44,3%. Το θετικό αυτό momentum αντανακλά τη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και την ενίσχυση των θεμελιωδών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας.
Πίσω από τα εντυπωσιακά μεγέθη κρύβεται μια βαθύτερη μεταμόρφωση του επιχειρηματικού τοπίου. Η περασμένη χρονιά ήταν η χρονιά των megadeals -των μεγάλων στρατηγικών συμφωνιών. Η μεγαλύτερη συναλλαγή ήταν η εξαγορά του ΟΠΑΠ από την Allwyn, αξίας περίπου 9 δισ. ευρώ, η οποία από μόνη της διαμόρφωσε ένα μεγάλο μέρος της συνολικής αξίας των συμφωνιών.
Ακολούθησε η συναλλαγή της Bally’s με την Intralot, ύψους περίπου 2,7 δισ. ευρώ, καθώς και σημαντικές συναλλαγές στον τραπεζικό, ασφαλιστικό και ενεργειακό τομέα. Οι πέντε μεγαλύτερες συμφωνίες του έτους αντιπροσώπευσαν πάνω από το μισό της συνολικής αξίας των συναλλαγών. Η συγκέντρωση αυτή αντανακλά μια ευρύτερη διεθνή τάση. Οι μεγάλες στρατηγικές συμφωνίες τείνουν να καθορίζουν την αγορά.
Στους επιμέρους κλάδους, ένας από τους πιο δραστήριους τομείς ήταν οι Τηλεπικοινωνίες, τα Μέσα και η Τεχνολογία (TMT), που κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό συναλλαγών, με 43 συμφωνίες. Οι περισσότερες από αυτές ήταν μικρού ή μεσαίου μεγέθους, αλλά αντανακλούν μια σαφή μετατόπιση των επενδύσεων προς την τεχνολογία και την ψηφιακή καινοτομία. Περίπου 30 συναλλαγές σχετίζονται με εταιρείες που είτε δραστηριοποιούνται άμεσα στον χώρο της Τεχνητής Νοημοσύνης είτε χρησιμοποιούν τεχνολογίες AI στις λειτουργίες τους. Η τάση αυτή δείχνει ότι η ψηφιακή μετάβαση δεν αποτελεί πλέον θεωρητική στρατηγική αλλά πραγματικότητα.
Ο τομέας των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών παρέμεινε επίσης ιδιαίτερα δραστήριος. Συνολικά πραγματοποιήθηκαν 25 συναλλαγές, αξίας περίπου 3 δισ. ευρώ, με τον ασφαλιστικό κλάδο να εμφανίζει ιδιαίτερα ισχυρή κινητικότητα. Περίπου μία στις δύο συναλλαγές στον τομέα αυτόν αφορούσε ασφαλιστικές εταιρείες, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αγορά βρίσκεται σε διαδικασία αναδιάρθρωσης. Η αυξανόμενη παρουσία των τραπεζών και επενδυτικών κεφαλαίων στον ασφαλιστικό τομέα ενισχύει την τάση δημιουργίας μεγαλύτερων και πιο ανταγωνιστικών ασφαλιστικών και χρηματοοικονομικών ομίλων.
Ένας ακόμη τομέας που προσέλκυσε έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον ήταν η ενέργεια, ιδιαίτερα οι ανανεώσιμες πηγές. Το 2025 πραγματοποιήθηκαν 20 συναλλαγές στον κλάδο της ενέργειας και των ΑΠΕ, συνολικής αξίας περίπου 2,9 δισ. ευρώ. Οι επενδύσεις πλέον δεν επικεντρώνονται μόνο σε χαρτοφυλάκια αιολικών και φωτοβολταϊκών έργων, αλλά βλέπουμε μια στροφή σε μία νέα, για την Ελλάδα, αγορά, αυτήν της αποθήκευσης ενέργειας. Οι διεθνείς επενδυτές βλέπουν την Ελλάδα ως σημαντική πλατφόρμα ανάπτυξης ενεργειακών υποδομών στην περιοχή.
Τα private equity funds συνεχίζουν να ενισχύουν την παρουσία τους στην ελληνική αγορά. Το 2025 καταγράφηκαν περίπου 35 συναλλαγές με τη συμμετοχή τους, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 16% της συνολικής αξίας των συμφωνιών. Το ποσοστό αυτό παραμένει χαμηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο, όπου τα private equity funds αντιπροσωπεύουν το 57% της αξίας των συναλλαγών, γεγονός που αναδεικνύει το σημαντικό́ περιθώριο περαιτέρω ενίσχυσης.
Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές για τα επόμενα χρόνια, αυτές παραμένουν θετικές, υπό την αίρεση των γεωπολιτικών εξελίξεων. Η βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος, η σταθερή οικονομική ανάπτυξη και η αυξανόμενη διεθνής εμπιστοσύνη δημιουργούν τις προϋποθέσεις για συνέχιση της δυναμικής στην αγορά εξαγορών και συγχωνεύσεων. Μάλιστα εκτιμάται ότι εφέτος οι συναλλαγές Ε&Σ αναμένεται να κινηθούν στα επίπεδα του 2025, ως αποτέλεσμα των ήδη συμφωνηθεισών συναλλαγών ή αυτών που βρίσκονται σε τελικό́ στάδιο.
Ο Θανάσης Πανόπουλος, Partner, Deals & Strategy Leader στην PwC Ελλάδας δήλωσε:
«Το 2025 αποτελεί μια χρονιά-ορόσημο για την ελληνική αγορά Εξαγορών και Συγχωνεύσεων, καταγράφοντας τα υψηλότερα επίπεδα συναλλαγών από το 2008. Ο όγκος και η αξία των συναλλαγών, αλλά κυρίως η ποιότητά τους, αποτυπώνουν μια αγορά που έχει ωριμάσει και λειτουργεί πλέον με στρατηγικούς όρους. Τα megadeals, η έντονη διακλαδική δραστηριότητα και το αμείωτο διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον για τη χώρα μας, το οποίο έχει κλιμακωθεί την τελευταία πενταετία, επιβεβαιώνουν ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν αποτελούν ευκαιριακό στόχο αλλά σταθερό επενδυτικό πυλώνα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάδειξη της PwC Ελλάδας ως του κορυφαίου χρηματοοικονομικού συμβούλου στον τομέα των Εξαγορών και Συγχωνεύσεων για τέταρτη συνεχή χρονιά έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν αποτελεί απλώς μια τιμητική διάκριση, αλλά αντανακλά την εμπιστοσύνη των πελατών μας και την επιβεβαίωση της ικανότητάς μας να τους στηρίζουμε αποτελεσματικά.
Καθώς η αγορά συνεχίζει να διαμορφώνεται από μεγάλες στρατηγικές συμφωνίες σε κλάδους όπως η τεχνολογία, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, τα τρόφιμα και ποτά καθώς και οι ΑΠΕ, η πρόκληση δεν περιορίζεται στην ολοκλήρωση των συναλλαγών αλλά εστιάζει στη δημιουργία αξίας. Αυτό προϋποθέτει βαθιά γνώση της αγοράς, τεχνογνωσία και συνεργασία των ομάδων, στοιχεία που παραμένουν στον πυρήνα της προσέγγισής μας στην PwC Ελλάδας».
*H κα Μαρία Ν.Σ. Πανάγου είναι Δημοσιογράφος