H -όχι ιδιαίτερα κρυφή- έλξη του αντισυστημισμού

Σε μια εποχή ιδεολογικής κόπωσης, επιτάχυνσης και διάχυτης δυσπιστίας προς τις ελίτ, ο αντισυστημικός λόγος και οι διαφορετικές εκδοχές του βρίσκουν εύκολα απήχηση και κοινό.

H -όχι ιδιαίτερα κρυφή- έλξη του αντισυστημισμού
  • Θανάσης Διαμαντόπουλος*

 

Το φαινόμενο δεν είναι πρόσφατο. Ούτε μόνο ελληνικό. Θυμάμαι, π.χ., πριν από αρκετές δεκαετίες, τον ιδρυτή του γαλλικού υπερεθνικιστικού Εθνικού Μετώπου Ζαν-Μαρί Λεπέν, κινούμενο πολύ δεξιότερα της κόρης του, Μαρίν (η οποία σταδιακά, ενδεχομένως και υπό την επήρεια του χαρισματικού αλλά και καιροσκόπου Μπαρντελά, ενστάλαξε στοιχεία πραγματισμού και σχετικής μετριοπάθειας στη ρητορική της), να καταγγέλλει συλλήβδην και αδιακρίτως ολόκληρη την πολιτική, πνευματική, οικονομική και «μιντιακή» ελίτ της χώρας του.

Στην οποία καταλογιζόταν ιδιοτέλεια και μαζική ροπή στη διαφθορά, οπωσδήποτε δε, κατ’ ελάχιστον, αδυναμία και αδιαφορία αντίληψης και αντιμετώπισης των προβλημάτων και δυσκολιών του μέσου Γάλλου, του γηγενούς βέβαια.

Παράλληλα...

Αν κάποιος παρακολουθούσε επί δεκαετίες εκλογικές αναμετρήσεις για την ανάδειξη του κατά κανόνα ισχυρότερου βραχίονα της γαλλικής πολιτικής, δηλαδή τις προεδρικές εκλογές, θα διαπίστωνε πως στον πρώτο γύρο, το άθροισμα των ποσοστών των προεδρικών υποψηφίων που κατήγγελλαν ή αρνούνταν την αστική δημοκρατία ή που απαξίωναν συλλήβδην το «διεφθαρμένο» πολιτικό σύστημα ή που πρόβαλλαν εξαιρετικά εξειδικευμένες ευαισθησίες (π.χ. οικολόγοι) ή εξέφραζαν πολύ ειδικές κοινωνικές κατηγορίες (π.χ. οι υποψήφιοι του κόμματος αλιέων και θηρευτών) ή, εν πάση περιπτώσει, που κατέβαιναν στις εκλογές, ακόμη και κατά την παραδοχή τους, όχι για να διεκδικήσουν το προεδρικό αξίωμα αλλά για να αναδείξουν ή να καταγγείλουν «κάτι», το άθροισμα αυτό λοιπόν υπερέβαινε σημαντικά το συνολικό ποσοστό των «άλλων»: των ουσιαστικών, δηλαδή με ρεαλιστικές πιθανότητες, διεκδικητών του προεδρικού θώκου. Τουλάχιστον τις περισσότερες φορές.

Βέβαια…

Όπως συνάγεται και από την αναφορά αυτή στο γαλλικό παράδειγμα (η επιλογή του οποίου δεν έγινε τυχαία…), ο όρος «αντισυστημισμός» είναι πολύσημος και πολυεπίπεδος, εξ ου και δεν υπάρχει ομοφωνία στον ορισμό του:

Αντισυστημική είναι η πολιτική δύναμη, η οποία καταγγέλλει τις εκλογές ως απάτη του «συστήματος», σε συνέπεια δε προς τη «διαπίστωσή» της, κάνει εκλογική αποχή. Και διαρκώς καλεί τις «βαθιές λαϊκές δυνάμεις» να εξεγερθούν για να ανατρέψουν αυτή την -υπό δημοκρατικό μανδύα, ταξική, ή ξενοκίνητη, ή κάτι άλλο ανάλογο- «δικτατορία».

Αντισυστημική είναι, επίσης, και εκείνη η κομματική οντότητα που χρησιμοποιεί τις εκλογές στις οποίες μετέχει και τις επικοινωνιακές δυνατότητες της προεκλογικής περιόδου -όχι τόσο για να διασφαλίσει βουλευτικά έδρανα όσο- για να προπαγανδίσει και να προετοιμάσει ιδεολογικά την «επανάσταση».

Αντισυστημική ακόμη είναι, ή μάλλον ως «αντισυστημική» εμφανίζεται, η όλως κατεστημένη πολιτική δύναμη, για παράδειγμα το ΚΚΕ, που εκλέγει τους βουλευτές της κανονικά, απολαμβάνει δημόσιας χρηματοδότησης για την αξιοποίηση της οποίας (ως έκφραση μιας «ξεθυμασμένης επαναστατικότητας») αρνείται μάλιστα να λογοδοτήσει, επιδεικνύει όμως σχεδόν πάντα έναν πλήρη αρνητισμό σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία του καταγγελλόμενου αστικού συστήματος. Και επιμένει στην ανάδειξη μιας παρωχημένης, άσφαιρης, «επαναστατικόμορφης» ρητορικής.

Ενώ βεβαίως αντισυστημική, αυτή δε η μορφή αντισυστημικότητας κατεξοχήν βρίσκεται μέσα στη μόδα της εποχής μας, είναι κάθε πολιτική πρωτοβουλία που εναντιώνεται με βίαιο, καταγγελτικό λόγο σε οτιδήποτε «πολυκαιρισμένο», κατεστημένο, παραδοσιακό. Εξ ορισμού, περίπου, θεωρούμενο ως διεφθαρμένο... (Καταγγελία που συνήθως δεν στερείται στοιχείων αλήθειας, γιατί διαχείριση εξουσίας, δημοκρατικής, μοναρχικής ή δικτατορικής, ολοσχερώς άμωμη ουδέποτε υπήρξε στην ιστορία).

Αντισυστημική είναι η πολιτική δύναμη, η οποία καταγγέλλει τις εκλογές ως απάτη του «συστήματος», σε συνέπεια δε προς τη «διαπίστωσή» της, κάνει εκλογική αποχή. Και διαρκώς καλεί τις «βαθιές λαϊκές δυνάμεις» να εξεγερθούν για να ανατρέψουν αυτή την -υπό δημοκρατικό μανδύα, ταξική, ή ξενοκίνητη, ή κάτι άλλο ανάλογο- «δικτατορία», διευκρινίζει ο κ. Διαμαντόπουλος.

Αυτοί, δε, οι «αρχάγγελοι της κάθαρσης», συχνά προερχόμενοι από την κοινωνία των πολιτών, αποκτήσαντες μάλιστα εκ κάποιας συμπτώσεως αναγνωρισιμότητα, που σημαίνει περίπου αυτόματα και δημοφιλία (παραγνωρίζοντες το ιστορικώς διαπιστωμένο πως συλλογικά υποκείμενα διαχρονικώς αναμάρτητα δεν υπάρχουν, η δε πολιτική παρθενία διαρκεί ελάχιστα, «σαν έρχεται κάθε σκατάς θαρρούμε πως σωθήκαμε, μα σα φύγει βλέπουμε πως αποσκατωθήκαμε», έλεγε ο Σουρής…), δεν αρκούνται απλώς στο υψωμένο δάχτυλο της κατάκρισης… Οικειοποιούνται αυτόβουλα και την εισαγγελική τήβεννο, δίνοντας έκφραση στον πρωτόγονο κοινωνικό θυμό και έμφαση στη βάρβαρη κοινωνική αξίωση «να πάνε όλοι φυλακή».

Γιατί, όμως, αυτός ο αδιέξοδος-πρωτόγονος αντισυστημισμός βρίσκει τόση απήχηση στην εποχή μας;

Πρώτον, διότι δεν υπάρχουν πλέον τα ιδεολογικοπολιτικά αφηγήματα ή τα στρεφόμενα στο μέλλον κοινωνικοπολιτικά αρχιτεκτονήματα που, εμπνέοντας ή τρομοκρατώντας, δημιουργούσαν πολιτικούς πόλους και πολώσεις, η εκ των οποίων απόκλιση ήταν εξαιρετικά δυσχερής.

Δεύτερον, διότι η διάχυση των σύγχρονων μέσων επικοινωνίας επιτρέπει την υπερανάδειξη των αμαρτημάτων, των ελλειμμάτων και των ατελειών κάθε φορέα -αλλά και κάθε παραδοσιακού διεκδικητή- της εξουσίας: Την εποχή του διαδικτύου, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ίσως θα ήταν ένας διακωμωδούμενος καλοντυμένος βλάχος, με σοβαρά προβλήματα άρθρωσης, το οικογενειακό περιβάλλον του οποίου ενεχόταν για τα βραχώδη της Φιλοθέης και άλλες ιδιοτελείς έως έκνομες πρωτοβουλίες…

Τρίτον, ζούμε την εποχή της επιτάχυνσης των εξελίξεων, άρα και της βιάσης: Ο χρόνος που απαιτείται για τη θεσμική αντιμετώπιση κοινωνικοπολιτικών δυσπλασιών και αμαρτιών επιτρέπει στους διεκδικητές του «εδώ και τώρα», των άμεσων, δηλαδή, στην πραγματικότητα, των ρητορικών μόνο, «λύσεων» και «διορθωτικών κινήσεων» να χρησιμοποιούν τις -λόγω διαδικασιών και επιδιωκόμενης διαφάνειας- καθυστερήσεις ως «χωνί» που διογκώνει την καταγγελτική τους ρητορεία/μανία.

Τέταρτον, στη σύγχρονη δημοκρατική εποχή, υπάρχει πολυκεντρισμός των εξουσιών. Πολιτική και δικαστική εξουσία, ανεξάρτητες αρχές, αποκεντρωμένες εξουσίες, επιτόπιοι εκπρόσωποι διεθνών θεσμών με αποφασιστικές αρμοδιότητες, αυτόνομοι διαχειριστές ειδικών, συχνά ευρωπαϊκών πόρων, όλα αυτά δημιουργούν δύσκολα ελέγξιμες από την κεντρική εξουσία -αλλά και δύσκολα αναδείξιμες από τους «καθεστωτικούς» ανταγωνιστές της- εστίες διαφθοράς. Ο εντοπισμός τους, όμως, σε οποιοδήποτε επίπεδο ή σε οποιοδήποτε στεγανό της εξουσιαστικής ιεραρχίας και αν εκδηλώνονται αυτές, παρέχει πεδίο δόξης λαμπρό στην καταγγελτική ρητορεία των νεο-αντισυστημικών.

Τέλος, πέμπτον, στον διάχυτο μικροαστικό πολτό που χαρακτηρίζει τις χωρίς ξεκάθαρη ταξική ταυτότητα σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, ισχύει η ζηλοφθονία των μικρών διαφορών: «Γιατί εκείνος και όχι εγώ;»…

Τούτων δοθέντων…

Και αντισυστημικός καραγκιόζης να είσαι, βρίσκεις και κοινό και ακροατήριο.

*Ο κ. Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης

 

v
Απόρρητο