Οδηγίες επιβίωσης σε μια «κουλτούρα φόβου»

Τον Αύγουστο, στο podcast των New York Times, «The Interview», φιλοξενήθηκε η συγγραφέας Arundhati Roy, η οποία μίλησε για το νέο αυτοβιογραφικό της βιβλίο και για το πού οδεύει η Αμερική.

Οδηγίες επιβίωσης σε μια «κουλτούρα φόβου»
  • Lulu Garcia-Navarro

Καθώς μεγαλώνουμε, συχνά παλεύουμε να κατανοήσουμε την επίδραση που είχαν οι γονείς μας στη ζωή μας. Για τη συγγραφέα Arundhati Roy, αυτή η διαδικασία ξεκίνησε μετά τον θάνατο της μητέρας της και κατέληξε στα απομνημονεύματά της με τίτλο «Mother Mary Comes to Me».

Το βιβλίο είναι εν μέρει ένα χρονικό της περίπλοκης σχέσης που είχε η Roy με τη μητέρα της, τη Mary Roy, της οποίας τα ξεσπάσματα οργής «που σε μαστιγώνει και σε γδέρνει», όπως τα περιγράφει η Roy, σημάδεψαν τόσο την ίδια όσο και τον αδελφό της. Υπήρχε όμως και μια άλλη πλευρά της Mary -ο αγώνας της για την εκπαίδευση και τα δικαιώματα των γυναικών στην Ινδία-, την οποία η Roy θαύμαζε βαθύτατα. Το βιβλίο όμως δεν αφορά μόνο τη μητέρα της Roy. Είναι επίσης μια αναζήτηση του τρόπου με τον οποίο η ίδια η Roy εξελίχθηκε σε μια συγγραφέα αποφασισμένη να δείχνει τον πόνο και τα δεινά του κόσμου.

Η Roy έχει αφιερώσει την καριέρα της στο να γράφει για τις γεμάτες ζωές και τους σκληρούς αγώνες των περιθωριοποιημένων και καταπιεσμένων ανθρώπων στην Ινδία. Το πρώτο της μυθιστόρημα, «Ο Θεός των Μικρών Πραγμάτων», που κέρδισε το βραβείο Booker, την έκανε διεθνή λογοτεχνικό αστέρα, όταν κυκλοφόρησε το 1997. Η Roy πέρασε το μεγαλύτερο διάστημα των επόμενων ετών γράφοντας άρθρα για μια σειρά από αδικίες. Λόγω αυτού αλλά και του γενικότερου πολιτικού της ακτιβισμού έχει στοχοποιηθεί επανειλημμένα από την κυβέρνηση του λαϊκιστή πρωθυπουργού Narendra Modi.

Μιλήσαμε για τη μητέρα της, για το τίμημα του να εκφράζεις ανοιχτά τη γνώμη σου και για τους παραλληλισμούς που βλέπει μεταξύ της Ινδίας υπό τον Modi και της Αμερικής υπό τον πρόεδρο Trump.

Η Arundhati Roy μετά τη βράβευσή της με το βραβείο Booker για το πρώτο της μυθιστόρημα, «Ο Θεός των Μικρών Πραγμάτων», το 1997. Το βιβλίο ανέδειξε τη Roy σε διεθνή αστέρα της λογοτεχνίας και έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 40 γλώσσες. dmo/ Paul Hackett REUTERS

Ακολουθεί η επεξεργασμένη και συνεπτυγμένη απομαγνητοφώνηση δύο συνομιλιών μεταξύ της Lulu Garcia-Navarro και της Arundhati Roy στο «The Interview».

Το βιβλίο σας μου θύμισε ένα απόφθεγμα του ποιητή Czeslaw Milosz, ο οποίος έγραψε: «Όταν ένας συγγραφέας γεννιέται σε μια οικογένεια, η οικογένεια είναι τελειωμένη». Παλέψατε μέσα σας για το πόσα να αποκαλύψετε σχετικά με τη μητέρα σας και την οικογένειά σας;

Όταν γράφεις ένα τέτοιο βιβλίο, επιλέγεις τι θα γράψεις και τι όχι. Ξέρω όμως ότι αν προσπαθούσα να παρουσιάσω μια αποδεκτή εκδοχή του εαυτού μου ή εκείνης [της Mary Roy], αυτό δεν θα λειτουργούσε ως λογοτεχνία. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα μπορούσα κάλλιστα να μην το κάνω καθόλου. Δεν ήταν όμως τόσο μεγάλη η εσωτερική μάχη, επειδή αυτό που ήταν απίστευτο με εκείνη ήταν ότι υπήρχε ένα κομμάτι της που με σφυροκόπησε αλλά και με δημιούργησε. Και ακόμη υπήρχε αυτό το δημόσιο κομμάτι της, το οποίο ήταν εξαιρετικό, οπότε δεν μπορούσα ποτέ να καταλήξω στο τι πραγματικά σκεφτόμουν ή ένιωθα. Ολόκληρο το φάσμα [της προσωπικότητάς της] ήταν μια πρόκληση για μένα ως συγγραφέα: Μπορώ να αποτυπώσω στο χαρτί αυτόν τον άκρως αινιγματικό χαρακτήρα;

Ας μιλήσουμε για αυτό το δημόσιο κομμάτι της. Πείτε μου για το ποια ήταν πέρα από τη μεταξύ σας σχέση.

Ανήκε στην κοινότητα των Σύρων Χριστιανών στην Κεράλα, η οποία είναι μια μικρή αλλά προνομιούχα κοινότητα, προστατευμένη από την αγριότητα και τη φτώχεια της υπόλοιπης Ινδίας. Παντρεύτηκε ωστόσο κάποιον εκτός της κοινότητας και στη συνέχεια πήρε διαζύγιο, πράγμα που ήταν το απόλυτο ταμπού. Αργότερα, έχτισε και αυτό το όμορφο σχολείο, το οποίο λειτουργεί ακόμα.

Αυτό επίσης για το οποίο είναι πολύ γνωστή είναι ότι όταν άφησε τον σύζυγό της, τον πατέρα μου, ζούσαμε σε ένα μικρό εξοχικό σπίτι [στο Tamil Nadu] που ανήκε στον πολύ σκληρό δικό της πατέρα, ο οποίος είχε ήδη πεθάνει. Η μητέρα της και ο μεγαλύτερος αδελφός της ήρθαν εκεί και μας ζήτησαν να φύγουμε από το σπίτι, λέγοντας ότι, σύμφωνα με τον Νόμο περί Χριστιανικής Διαδοχής του Travancore, μια κόρη μπορεί να κληρονομήσει μόνο το ένα τέταρτο της περιουσίας του πατέρα της ή 5.000 ρουπίες -όποιο από τα δύο είναι μικρότερο. Έτσι, επρόκειτο να πεταχτούμε στον δρόμο μέσα στη νύχτα από τη γιαγιά μου και τον θείο μου. Τρέξαμε στον δικηγόρο και μας είπε ότι αυτός ο νόμος ισχύει στην Kerala αλλά όχι στο Tamil Nadu. Έτσι, δεν μας έδιωξαν, αλλά εκείνη την κατέτρωγε αυτή η ταπείνωση και το κράτησε μέσα της για πολύ καιρό. Όταν είχε την οικονομική δυνατότητα, κατέθεσε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας αμφισβητώντας αυτόν τον νόμο και χαρακτηρίζοντάς τον αντισυνταγματικό. Το Ανώτατο Δικαστήριο πράγματι τον ακύρωσε με αναδρομική ισχύ και θεσμοθέτησε τα ίσα δικαιώματα κληρονομιάς για όλους.

Υπάρχει μια στιγμή που πραγματικά μου έκανε εντύπωση. Γράφετε ότι ο αδελφός σας πήρε έναν έλεγχο από το σχολείο που έλεγε «μέτριος μαθητής» και η μητέρα σας τον χτυπούσε με έναν χάρακα μέχρι που ο χάρακας έσπασε. Το πρωί, γύρισε σε εσάς και σας αγκάλιασε, επειδή ο δικός σας έλεγχος ήταν καλός και έλεγε ότι ήσασταν εξαιρετική. Και γράψατε: «Στις περιπτώσεις που με επευφημούν ή με χειροκροτούν, νιώθω πάντα ότι κάποιος άλλος, κάποιος σιωπηλός, ξυλοκοπείται στο διπλανό δωμάτιο». Πάγωσα διαβάζοντάς το.

Νομίζω ότι η πρόταση μετά από αυτό είναι: «Αν σταθείς να το σκεφτείς, είναι αλήθεια, κάποιος όντως ξυλοκοπείται». Όταν σε επευφημούν και σε επιβραβεύουν και όλοι χτυπούν παλαμάκια, και ξέρεις ότι κάποιος που αγαπάς και κάποιος που είναι σιωπηλός έχει ξυλοκοπηθεί, θεωρώ ότι αυτό αφορά κάτι πολύ πέρα από τον αδελφό μου και εμένα. Φτάνει μέχρι τη χώρα στην οποία ζω τώρα ή μέχρι όλο τον κόσμο. Μπορεί να είμαι μια συγγραφέας με ό,τι είναι συμβατικά γνωστό ως «επιτυχία». Όμως τα πράγματα για τα οποία γράφω και οι άνθρωποι για τους οποίους γράφω δέχονται χτυπήματα, ακόμη και σήμερα που μιλάμε.

Η Arundhati Roy

Στην Ινδία διώκεστε δικαστικά για πράγματα που έχετε γράψει και έχετε πει. Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο ρόλος των συγγραφέων και των δημιουργών, όταν υπάρχει λογοκρισία και άνθρωποι που προσπαθούν να σας φιμώσουν;

Είτε στη Σοβιετική Ένωση, είτε στην Ανατολική Γερμανία, είτε στους πιο σκοτεινούς τόπους και χρόνους, οι συγγραφείς κατάφεραν να επιβιώσουν. Το έργο τους επέζησε. Για μένα, είναι πολύ σημαντικό να καταλάβει κάποιος ότι δεν μπορεί απλώς να χτυπάει την ίδια νότα ξανά και ξανά. Πρέπει να αλλάζεις σκοπό. Πρέπει να πειραματίζεσαι. Πρέπει να επιμένεις ότι το έργο σου δεν είναι απλώς μια αντίδραση σε κάτι που συμβαίνει σε σένα. Το έργο σου είναι κάτι αυθύπαρκτο, ένας τρόπος να προτείνεις μια άλλη προοπτική για τον κόσμο. Αυτό είναι πρόκληση, γιατί δεν μπορείς να το κάνεις σαν να πρόκειται για μανιφέστο, χτυπώντας τους πάντες στο κεφάλι με κάποιο ιδεολογικό σφυρί. Πρέπει να το κάνεις όμορφα. Κάποιος μου είπε: «Ο λόγος που μου αρέσει το πώς γράφεις είναι ότι γράφεις σαν να σε έχουν ήδη σκοτώσει. [Γελάει.] Δεν τα μασάς».

Η περιφερειακή κυβέρνηση του Kashmir έχει απαγορεύσει ένα από τα βιβλία σας. Το βιβλίο είναι το «Azadi» (Ελευθερία), το οποίο εκδόθηκε το 2020 και αφορά τον αγώνα στο ελεγχόμενο από την Ινδία Kashmir, καθώς και τις έννοιες πίσω από την ελευθερία και τον αυταρχισμό ευρύτερα. Η οδηγία ανέφερε ότι το βιβλίο σας, μαζί με άλλα βιβλία, θα «επηρέαζαν βαθιά τον ψυχισμό της νεολαίας, προωθώντας μια κουλτούρα παράπονου, θυματοποίησης και τρομοκρατικού ηρωισμού». Γιατί πιστεύετε ότι το βιβλίο σας συμπεριλήφθηκε σε αυτή τη λίστα και ποια είναι γενικότερα η απάντησή σας σε αυτό;

Η απάντησή μου είναι να μην απαντώ, επειδή δεν ξέρω. Ακούγεται σαν κάποια λίστα που έβγαλαν από το ChatGPT. Ποτέ δεν ξέρεις γιατί συμβαίνουν αυτά τα πράγματα όταν συμβαίνουν. Όταν με στοχοποιούν τώρα, απλά δεν λέω τίποτα, επειδή ποτέ δεν ξέρεις αν το εννοούν πραγματικά ή αν είναι απλώς κάποιο παιχνίδι εντυπώσεων για να αποσπάσουν την προσοχή από κάτι άλλο. Δεν έχω ιδέα, οπότε πραγματικά δεν πρόκειται να πω πολλά γι’ αυτό.

Αυτή τη στιγμή απειλείστε με σύλληψη στην Ινδία για σχόλια που κάνατε για το Kashmir το 2010. Θέλετε να μιλήσετε για αυτό; Νιώθετε άνετα;

Πραγματικά δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτό, επειδή απλώς αυξάνει τον κίνδυνο κάτι να απομονωθεί από τα συμφραζόμενα και να πάρει διαστάσεις. Είναι σε αδράνεια αυτή τη στιγμή, οπότε απλά το αφήνω έτσι.

Ακόμα και ο τρόπος που απαντάτε, δηλαδή ότι δεν θέλετε να αναφερθείτε σε αυτό λόγω του φόβου των νομικών επιπτώσεων, τι λέει αυτό;

Λοιπόν, νομίζω ότι στην Αμερική αρχίζετε να οδεύετε προς αυτή την κατεύθυνση. Η δική μας [της Ινδίας] πορεία προς τα εκεί ξεκίνησε πολύ καιρό πριν και πρέπει κανείς να μάθει να βρίσκει τον δρόμο του σε ένα τέτοιο περιβάλλον. O λόγος που δεν μιλάω γι’ αυτό είναι επειδή προτιμώ πολύ περισσότερο να γράφω αυτό που θέλω να γράψω παρά να εμπλακώ σε κάποια διαμάχη για κάτι που είπα αυθόρμητα. Είναι σαν να προσπαθούν πάντα να βάλουν τρικλοποδιά στους ανθρώπους και να σε εμποδίσουν να σκεφτείς καθαρά. Αυτή η κουλτούρα φόβου είναι πανταχού παρούσα εδώ. Άνθρωποι συλλαμβάνονται για πράγματα που λένε στο Facebook, στο Twitter ή για αυτά που δεν λένε. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, φαίνεται κάτι καινούριο, αλλά εμείς ζούμε με αυτό και γίνεται όλο και περισσότερο κανονικότητα.

Θα ήθελα πολύ να ακούσω τις σκέψεις σας για τον παραλληλισμό μεταξύ του ινδουιστικού εθνικιστικού κινήματος στην Ινδία και του κινήματος MAGA [Make America Great Again] εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που συνέβησαν όταν ήρθε στην εξουσία ο Modi ήταν η απονομισματοποίηση -αυτό το άμεσο πλήγμα στην οικονομία. Είπε ότι τα χαρτονομίσματα των 500 ρουπιών ήταν παράνομα, έτσι ξαφνικά, μέσα σε μια νύχτα. Αν κοιτάξετε την επίθεση στα πολιτικά δικαιώματα, την επίθεση στα πανεπιστήμια, την επίθεση στους φοιτητές, την επίθεση στη μουσουλμανική μειονότητα των Rohingya, τη συνεχή αβεβαιότητα, το γεγονός ότι μπορεί να σου στήσει ενέδρα οποιοσδήποτε ανά πάσα στιγμή, είναι τόσο παρόμοια ώστε να σε κάνουν να αναρωτιέσαι: υπάρχει κάποιο εγχειρίδιο ή είναι απλώς μια ωσμωτική αυταρχική συμπεριφορά;

Το κυβερνών κόμμα έχει ταυτιστεί με την κυβέρνηση και όλα αυτά καταλήγουν να ταυτίζονται με έναν άνθρωπο. Το βλέπετε λοιπόν αυτό στις Ηνωμένες Πολιτείες και το κοιτάζω και εγώ σοκαρισμένη. Νομίζατε ότι υπήρχε ένας μηχανισμός, ότι υπήρχαν θεσμικά αντίβαρα σε κάτι τέτοιο. Αλλά είναι ξεκάθαρο πως δεν υπάρχει τρόπος διαχείρισης κάποιου ο οποίος είναι εντελώς εκτός ελέγχου. Ας πούμε, ο τρόπος που απολύονται στατιστικολόγοι επειδή δίνουν στοιχεία με τα οποία δεν συμφωνεί ο αυταρχικός ηγέτης -το ίδιο συμβαίνει και εδώ. Δεν μπορείς να πιστέψεις κανένα από τα κυβερνητικά στοιχεία για την οικονομία, επειδή οτιδήποτε δεν βολεύει το καθεστώς απορρίπτεται, πετιέται, και μια νέα εικόνα μπαίνει στη θέση του. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι στην Ινδία, τα κυρίαρχα Μέσα Ενημέρωσης έχουν συμβιβαστεί πλήρως. Δεν έχουν απλώς υποκύψει. Είναι όργανα του αυταρχικού κράτους. Στην πραγματικότητα, ζητούν τη σύλληψη ανθρώπων ή κατασκευάζουν ψέματα. Και φυσικά, άλλη διαφορά είναι ότι η Αμερική είναι στην κορυφή ενός κόσμου που καταρρέει. Ό,τι κι αν κάνει ο Trump επηρεάζει ολόκληρο τον κόσμο, ενώ στην περίπτωση της Ινδίας επηρεάζεται μόνο αυτή η χώρα.

Γιατί πιστεύετε ότι οι αυταρχικοί ηγέτες κυνηγούν ανθρώπους σαν εσάς, ανθρώπους που ασχολούνται με ιδέες;

Φοβούνται ανθρώπους που αισθάνονται ότι μπορούν να επικοινωνήσουν με άλλους, όχι μόνο εγκεφαλικά αλλά και συναισθηματικά. Φοβούνται ανθρώπους που όσο μικροί και αν είναι, όσο λίγη πρόσβαση και αν έχουν στο κυρίαρχο ρεύμα ή στους τηλεοπτικούς παρουσιαστές που ωρύονται στα παράθυρα σαν ιεροκήρυκες, ξέρουν ότι είναι εκείνοι τους οποίους ο κόσμος τελικά αφουγκράζεται. Ξέρουν ποιος διαβάζεται. Ξέρουν ποιος αγαπιέται. Ξέρουν επίσης ποιος δεν ενδιαφέρεται για τα πράγματα που ενδιαφέρουν όλους τους άλλους -φήμη, χρήματα και βραβεία. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι σαν κι αυτούς, που ξέρουν ότι δεν θα υποκύψουν. Είμαστε απλώς άνθρωποι που κοιτάζουμε τα πράγματα και τα λέμε όπως είναι. 

© 2025 The New York Times Company

 

v
Απόρρητο