Ζούμε σε μια εποχή κορεσμού και ερεθισμάτων. Τα πάντα φαντάζουν επείγοντα και τίποτα δεν μοιάζει αρκετό. Μέσα στον θόρυβο, η ψυχή μου εκλιπαρούσε για σιωπή και ένιωθα γυμνή μπροστά σε απαιτήσεις που δεν τελείωναν: να είμαι περισσότερα, να καταφέρω περισσότερα, να φτάσω πιο μακριά. Το ζήτημα δεν ήταν πλέον τι θα καταφέρω, αλλά πώς θα καταφέρω απλά να υπάρχω, πώς θα επιστρέψω στα πιο ουσιώδη κομμάτια του εαυτού μου.
Στον καθρέφτη βλέπω τους προηγούμενους εαυτούς μου: το κοριτσάκι των 3 ετών που παρίστανε την ποπ σταρ και ονειρευόταν να γίνει καλλιτέχνις, την έφηβη που σκάρωνε τραγούδια στα κρυφά, τη γυναίκα που βρήκε το σπίτι της στη μουσική. Τώρα, στο κατώφλι των 40, μπορώ να πω ότι έζησα αυτά τα όνειρα ξεπερνώντας ακόμα και τις δικές μου προσδοκίες.
Και όμως αναρωτιέμαι: Πώς θα γιορτάσω αυτή τη νέα δεκαετία; Θα κάνω πάρτι; Ποιους θα καλέσω; Υπάρχει μέσα μου ευγνωμοσύνη, αλλά και μια ετοιμότητα να αφήσω πράγματα πίσω μου. Υπάρχουν ρούχα που δεν κάνουν πια στο σώμα μου και σχέσεις που δεν εξυπηρετούν πλέον αυτή την εκδοχή του εαυτού μου. Και έτσι ξεκινά ένας καθαρμός: τι απελευθερώνεται, τι ξαναγεννιέται, τι παραμένει. Μια εποχή τελειώνει και μια άλλη αρχίζει.
Κάτι μέσα μου έχει αλλάξει -το σώμα μου, το μυαλό μου, οι προτεραιότητές μου- και στον απόηχο αυτής της αλλαγής γεννιέται μια επείγουσα επιθυμία για αυθεντικότητα. Αυτή η επιθυμία δεν πηγάζει από νοσταλγία αλλά από ανάγκη -κι έτσι επιστρέφω στα θεμελιώδη ερωτήματα: Ποια είμαι; Πώς επιθυμώ να ζήσω το δεύτερο μισό της ζωής μου; Τι θα κρατήσω και τι θα αφήσω πίσω;
Η απάντηση ήρθε με τη μορφή τραγουδιού. Μέρες πριν τα γενέθλιά μου, γεννήθηκε το «Cancionera», το πιο πρόσφατο άλμπουμ μου, και σε αυτό βρήκα το «κλειδί»: να τραγουδήσω την αλήθεια μου, χωρίς στολίδια, χωρίς μάσκες.
Έτσι, θυμήθηκα ότι γεννήθηκα «cancionera», μια φωνή του τραγουδιού. Όχι ως ρόλος αλλά ως τρόπος ύπαρξης. Από μικρό κορίτσι κατάλαβα ότι το κάλεσμά μου θα ήταν να τραγουδάω για όσα έζησα, όσα με πόνεσαν και όσα με γιάτρεψαν. Η μουσική ήταν η κινητήρια δύναμη σε κάθε στάδιο της ύπαρξής μου και σε αυτή την αυθεντικότητα -άλλοτε εύθραυστη, άλλοτε ισχυρή- βρίσκονταν οι ρίζες μου.
Τότε αποφάσισα να γιορτάσω τα 40 μου δημιουργώντας ένα άλμπουμ και κάνοντας περιοδεία μόνο με κιθάρα και φωνή. Ήθελα να επιστρέψω στην πηγή, στο τραγούδι ως μια οικεία τελετουργία· στο αναλογικό, στο συλλογικό και στην τρωτότητα της ηχογράφησης σε ταινία, χωρίς ρετούς και χωρίς φίλτρα. Σαν κάποιος που επιστρέφει στην παιδική χαρά με την ευτυχία της παιδικής ηλικίας.
Συγκέντρωσα μια ομάδα δημιουργών που ήθελαν να παίξουν. Ηχογραφήσαμε σε ταινία, με ολόκληρες λήψεις, όπως γινόταν παλιά, με όλους μαζί στο στούντιο, αφήνοντας τις ατέλειες να παίξουν τον ρόλο τους. Θέλαμε να αιχμαλωτίσουμε αληθινές, ανεπανάληπτες στιγμές. Παίξαμε σαν παιδιά σε ένα μουσικό εργαστήριο, χωρίς να φοβόμαστε να παραβούμε τους κανόνες και δείχνοντας ακομπλεξάριστα τις ραφές μας.
Ωστόσο, στη σύγχρονη μουσική βιομηχανία, η δημιουργία ενός άλμπουμ περιλαμβάνει πολλά περισσότερα. Απαιτεί τη δημιουργία μιας οπτικής αφήγησης, το ποστάρισμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τον σχεδιασμό καμπάνιας, τη δημιουργία κλιπ, συνεντεύξεις, συνεργασίες και συνεχή παραγωγή περιεχομένου. Ένα άλμπουμ δεν αναπνέει πια μόνο του· απαιτεί μια ατελείωτη σειρά πραγμάτων για να υπάρξει και, κυρίως, για να το προσέξουν.

Η Natalia Lafourcade στο στούντιό της, δουλεύοντας πάνω στο άλμπουμ της «Cancionera». Carlos Manuel
Στην αρχή, αυτή η πραγματικότητα έμοιαζε με εμπόδιο. Πώς θα μπορούσα να καταφέρω να δημιουργήσω κάτι αυθεντικό έχοντας το άγχος του να πρέπει να παραγάγω κάτι για κάθε πλατφόρμα; Πώς θα μπορούσα να υπερασπιστώ τη δημιουργική σιωπή σε έναν κόσμο που δεν σταματά ποτέ να μιλάει; Αντί να αντισταθώ σε αυτές τις απαιτήσεις, αποφάσισα να μετατρέψω αυτή την πίεση σε δημιουργική πρόκληση. Αν επρόκειτο να παίξω το σημερινό παιχνίδι, θα το έκανα με τους δικούς μου κανόνες.
Έτσι γεννήθηκε η ιδέα του «Cancionera» ως μιας ολιστικής καλλιτεχνικής εμπειρίας. Θα ηχογραφούσαμε ένα άλμπουμ σε ταινία -ένα αναλογικό φορμά, σχεδόν ξεπερασμένο πλέον- ενώ ολόκληρη η διαδικασία θα βιντεοσκοπούνταν τόσο σε ψηφιακή μορφή όσο και σε σελιλόιντ. Η μουσική και το βίντεο θα γεννιούνταν μαζί, στον ίδιο χώρο και την ίδια στιγμή. Δεν επρόκειτο για το στήσιμο μιας παράστασης, αλλά για την ειλικρινή αποτύπωση μιας ανεπανάληπτης στιγμής: της συλλογικής πράξης της δημιουργίας.
Δεν ήξερα αν ήταν η σωστή απόφαση, αλλά κάτι μέσα μου έλεγε «συνέχισε». Ήμασταν σχεδόν 100 άτομα στο στούντιο, σε μια αίθουσα ηχογράφησης που έμοιαζε περισσότερο με κινηματογραφικό πλατό. Το προσωπικό έγινε συλλογικό. Το τρωτό, ισχυρό. Το αβέβαιο, απαραίτητο. Σε εκείνον τον χώρο, η μουσική έγινε γέφυρα ανάμεσα σε κόσμους, ανάμεσα σε ψυχές. Τα τραγούδια που προέκυψαν άρχισαν να παίρνουν έναν αντιπαραθετικό τόνο, όπως το «Mascaritas de cristal» («Γυάλινες Μασκούλες»), στο οποίο τραγουδάω για το να είμαι πιστή στον εαυτό μου. Το έργο δεν καθοδηγήθηκε από την πίεση των εξωτερικών προσδοκιών, αλλά από εκείνη την εσωτερική φωνή που, αν και μερικές φορές ψιθυρίζει, δεν λέει ποτέ ψέματα.
Μέσα σε εκείνο το οργανωμένο χάος, ανακάλυψα ό,τι πολυτιμότερο: τον ανθρώπινο και πολιτισμικό πλούτο κάθε ατόμου που συνέβαλε για να γίνει το άλμπουμ. Από εκεί άρχισε να διαφαίνεται μια ξεκάθαρη κατεύθυνση και συνειδητοποίησα ότι δεν βάδιζα μόνη. Με τον Adan Jodorowsky ως συμπαραγωγό του άλμπουμ και τον Bruno Bancalari ως συν-σκηνοθέτη των βιντεοκλίπ, η ταυτότητα του έργου ζωντάνεψε, αποκαλύπτοντας τις ρίζες μας, τους τρόπους με τους οποίους γιορτάζουμε και δημιουργούμε.
Αυτό το εγχείρημα μου έμαθε ότι η αυθεντικότητά σου και η προβολή σου είναι δύο πράγματα που δεν χρειάζεται να είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους· μπορούν να συμφιλιωθούν. Όμως το να βρεις και να υπερασπιστείς αυτή την ισορροπία είναι δύσκολο. Απαιτεί υπομονή, συνεργασία, εξαντλητική προετοιμασία και την ελευθερία να σπας τους κανόνες από τη στιγμή που έχεις μπει στο παιχνίδι.
Σε μια εποχή Τεχνητής Νοημοσύνης και ψηφιακών κόσμων, η μεγαλύτερη πρόκληση θα είναι να διατηρήσουμε την πραγματική ανθρώπινη σύνδεση που χρειαζόμαστε για να ανθίσουμε. Γι’ αυτό το «Cancionera» είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα άλμπουμ για μένα. Είναι μια πράξη ψυχικής αντοχής· ένας τρόπος επιστροφής στον εαυτό μου, στη φωνή μου. Είναι μια κίνηση άμυνας ενάντια σε έναν κόσμο που μας παρασύρει προς το επιφανειακό, μια προσπάθεια -γενναία και μερικές φορές άκομψη- να ζήσουμε με ειλικρίνεια σε αυτό το παρόν που σβήνει τα πάντα. Τα τραγούδια σώζουν. Τα τραγούδια προσφέρουν καταφύγιο. Και, πάνω απ’ όλα, μας θυμίζουν ποιοι είμαστε.
*H κα Natalia Lafourcade είναι σύγχρονη δημιουργός, συνθέτρια, τραγουδίστρια και παραγωγός από τη Veracruz του Μεξικού. Από το 2002, η μουσική της έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία Grammy και Latin Grammy. Το τελευταίο της άλμπουμ, «Cancionera», κυκλοφόρησε το 2025
© 2025 The New York Times Company and Natalia Lafourcade