Λειψυδρία: Ένα πολιτικό και αναπτυξιακό αδιέξοδο

Η υδατική κρίση, προϊόν χρόνιας υπερκατανάλωσης και επιδεινούμενη από την κλιματική αλλαγή, αποκαλύπτει τα όρια του μη βιώσιμου αναπτυξιακού μοντέλου και καθιστά αναγκαίο έναν ολιστικό, εθνικό σχεδιασμό διαχείρισης των υδατικών πόρων.

Λειψυδρία: Ένα πολιτικό και αναπτυξιακό αδιέξοδο
  • Νικήτας Μυλόπουλος*

Η υδατική κρίση εξελίσσεται με τα χρόνια σε κορυφαίο περιβαλλοντικό πρόβλημα παγκοσμίως, πιο σύνθετο από τη φυσική ξηρασία και πιο παλιό από την κλιματική κρίση. Σύμφωνα με τις μετρήσεις, οι μισοί υγρότοποι στον κόσμο έχουν καταστραφεί ενώ καταγράφεται μια σημαντική μείωση της απορροής στους μεγάλους ποταμούς παγκοσμίως.

Από τον Αμαζόνιο, τον Κολοράντο και τον Νίγηρα, έως τον Κίτρινο Ποταμό και τον Γάγγη, οι στάθμες και οι παροχές είναι παντού χαμηλότερες, ενώ στη μετεωρολογικά ξηρή Μεσόγειο τα φαινόμενα είναι ακόμη πιο έντονα. Τα καλοκαίρια εμφανίζονται συχνότερα και πιο έντονα παρατεταμένες ξηρασίες, τα ποτάμια στερεύουν επικίνδυνα με ανυπολόγιστες ζημιές ήδη στην αγροτική παραγωγή και αρκετές χώρες κηρύσσονται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Η βασική αιτία αυτής της σύγχρονης λειψυδρίας είναι τα αρνητικά υδατικά ισοζύγια που κυριαρχούν στις περισσότερες λεκάνες απορροής, το γεγονός δηλαδή της χρόνιας υπερκατανάλωσης νερού, σε επίπεδα πέραν της φέρουσας ικανότητας των υδατικών συστημάτων. Είναι επομένως ένα κατεξοχήν πολιτικό πρόβλημα, στον βαθμό που δημιουργήθηκε από το κυρίαρχο παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο. Ένα μοντέλο στρεβλό και προπάντων μη βιώσιμο, αφού είναι εμφανές ότι συντηρείται καταναλώνοντας πόρους που εξαντλούνται, πόρους φυσικούς και περιβαλλοντικούς, με ορατό το απώτατο όριό τους.

Στην Ελλάδα, με το δυσανάλογα μεγάλο υδατικό αποτύπωμα διεθνώς (από τα πιο υψηλά στον κόσμο σε αναλογία κατοίκων), η συνεχιζόμενη υπερκατανάλωση νερού έχει εξαντλήσει τα ανανεώσιμα αποθέματα και χρησιμοποιεί πλέον ένα σημαντικό μέρος των μόνιμων υδατικών αποθεμάτων. Η ελληνική λειψυδρία λοιπόν έχει βαθιές ρίζες τις τελευταίες δεκαετίες, με ανυπολόγιστες επιπτώσεις στην οικονομία, την ανάπτυξη και το βιοτικό επίπεδο των πολιτών.

Η παροχή στα ποτάμια τα καλοκαίρια μειώνεται σταδιακά, πρόσφατα βλέπουμε μερικά από αυτά να ξηραίνονται εντελώς (π.χ. Πηνειός, Έβρος), οι λίμνες συρρικνώνονται, οι ταμιευτήρες αδυνατούν να καλύψουν τους υδροδοτικούς τους στόχους, οι ορίζοντες των υπόγειων υδροφορέων υποχωρούν σε όλο και μεγαλύτερα βάθη.

Καθώς και μόνιμα αποθέματα στερεύουν, η συνεχιζόμενη λειψυδρία με τα χρόνια σωρεύεται και επιδεινώνεται, κάνοντας το πρόβλημα διαρκώς οξύτερο και τις λύσεις του πιο δυσχερείς, πιο ακριβές και πιο αβέβαιες. Ιδιαίτερα στην άρδευση, που είναι και ο συντριπτικά μεγαλύτερος καταναλωτής νερού (86% του συνόλου), με τα δισεκατομμύρια κυβικά να χάνονται ετησίως στη μεταφορά (ανυπαρξία έργων και δικτύων), στις απαρχαιωμένες αρδευτικές μεθόδους και στη χωρίς σχέδιο διάρθρωση των καλλιεργειών (κυριαρχούν οι υδρόφιλες).

Το ίδιο και στον υπερτουρισμό, το ίδιο -σε μικρότερο βαθμό- στα υδρευτικά δίκτυα στις πόλεις. Η παγκόσμια συνθήκη για την οποία προειδοποιούσε ο ΟΗΕ, ότι κάθε νέο υδραυλικό έργο θα κοστίζει στο εξής 3 φορές παραπάνω, όχι απλώς επιβεβαιώνεται αλλά δείχνει και να υποτιμά τον κίνδυνο. Κάθε νέο έργο νερού είναι πλέον πολλές φορές ακριβότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν, καθώς οι υδροληψίες βρίσκονται όλο και πιο μακριά, όλο και πιο βαθιά, και είναι όλο δυσκολότερες τεχνικά.

«Στην Ελλάδα, με το δυσανάλογα μεγάλο υδατικό αποτύπωμα (από τα πιο υψηλά στον κόσμο σε αναλογία κατοίκων), η συνεχιζόμενη υπερκατανάλωση νερού έχει εξαντλήσει τα ανανεώσιμα αποθέματα και χρησιμοποιεί πλέον ένα σημαντικό μέρος των μόνιμων υδατικών αποθεμάτων», επισημαίνει ο κ. Μυλόπουλος.

Σε αυτήν τη συνθήκη έρχεται να προστεθεί η, επίσης ανθρωπογενής -μην το ξεχνάμε- κλιματική κρίση, η οποία στο επίδικο ζήτημα, ειδικά στην περιοχή της Μεσογείου, επεμβαίνει καταλυτικά με την αύξηση των ακραίων φαινομένων (πλημμύρες-ξηρασίες) που επιφέρει, τόσο σε ένταση και διάρκεια όσο και σε συχνότητα εμφάνισης. Στο ήδη σοβαρό πρόβλημα της λειψυδρίας, αυτό ενεργεί με δύο κυρίως τρόπους:

• με την αύξηση της ξηρασίας σε όλες της τις παραμέτρους και δείκτες, άρα και την επακόλουθη μείωση των υδατικών όγκων προσφοράς και

• με την τεχνικής φύσης αδυναμία να συλλέξουμε τα κατακρημνίσματα που πέφτουν πλέον με τη μορφή συχνότερων και εντονότερων πλημμυρών.

Επομένως, η απορρύθμιση του κλίματος ήρθε ως καταλύτης να επιταχύνει και να εντατικοποιήσει μια διαδικασία που βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη.

O σχεδιασμός και η εφαρμογή μιας υδατικής πολιτικής με κεντρικό στόχο τη διευθέτηση των ισοζυγίων προσφοράς και ζήτησης του νερού στις υδρολογικές λεκάνες αποτελεί την πολιτική που θα διασφαλίζει διαχρονικά τόσο την κοινωνική και οικονομική ζωή, με την ικανοποίηση των αναγκών σε νερό, όσο και την περιβαλλοντική προστασία, με τη διατήρηση της υγείας και της ακεραιότητας των υδατικών συστημάτων. Η διαχείριση των υδατικών πόρων απαιτεί ενιαία αντιμετώπιση όλων των δραστηριοτήτων που αφορούν την ανάπτυξη και προστασία των υδατικών πόρων.

Η χώρα μας τόσα χρόνια στερήθηκε ενός ορθολογικού και βιώσιμου σχεδιασμού υδραυλικών έργων και διαχείρισης του νερού της. Η λειψυδρία που μαστίζει συγκεκριμένες περιοχές, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ξηρασία που την τροφοδοτεί και την εντείνει, κάνουν πλέον ορατό τον κίνδυνο ερημοποίησης και εγκατάλειψης των περιοχών που πλήττονται περισσότερο, με τεράστιες επιπτώσεις στην οικονομία και την ανάπτυξη.

Ούτε η μεταφορά νερού από άλλες λεκάνες, ούτε η αύξηση της τιμής του, ούτε, πολύ περισσότερο, η ιδιωτικοποίηση της διαχείρισής του, μπορούν να εμφανίζονται σήμερα ως λύσεις. Ένα εθνικό σχέδιο προσαρμογής στην κλιματική κρίση, που θα ενσωματώσει, εκτός των άλλων, ολιστικά σχέδια διαχείρισης του νερού και αντιπλημμυρικής θωράκισης με περιβαλλοντικό πρόσημο είναι ο μόνος βιώσιμος δρόμος για την έξοδο από τη συνδυασμένη πολιτική και οικολογική κρίση.

*Ο κ. Νικήτας Μυλόπουλος είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Διευθυντής Εργαστηρίου Υδρολογίας και Ανάλυσης Υδατικών Συστημάτων

 

v
Απόρρητο