Οι σκιές πίσω από τη «μαγκιά»: Τι κρύβει η νεανική βία

Τρεις ειδικοί τοποθετούνται για τις αιτίες, τη δυναμική και τις προκλήσεις που θέτει η νεανική βία σήμερα. Οι κοινωνικοί, θεσμικοί και ψυχολογικοί παράγοντες που τροφοδοτούν το φαινόμενο.

Οι σκιές πίσω από τη «μαγκιά»: Τι κρύβει η νεανική βία

Το φαινόμενο της εγκληματικότητας και γενικότερα της παραβατικότητας στους νέους έχει διαφορετικές αλλά αλληλένδετες διαστάσεις. Στην εποχή μας, η βαναυσότητα μετατρέπεται σε θέαμα και σε μέσον επίδειξης δύναμης μεταξύ εφήβων.

Σε ορισμένα περιβάλλοντα, η παραβατική συμπεριφορά ανηλίκων μπορεί να λειτουργεί ακόμη και ως σύμβολο κύρους και κοινωνικής αναγνώρισης. Ποιοι είναι, τελικά, οι κοινωνικοί, θεσμικοί και ψυχολογικοί παράγοντες που τροφοδοτούν το φαινόμενο και ποιες επιστημονικές προσεγγίσεις μπορούν να συμβάλουν στην κατανόηση, την πρόληψη και την αποτελεσματική αντιμετώπισή του;

Οι τρεις οπτικές που ακολουθούν, συνθέτουν μια ευρύτερη εικόνα για τις αιτίες, τη δυναμική και τις προκλήσεις που θέτει η νεανική βία σήμερα. 

Από τη «γοητεία» της παραβίασης στη θεσμική πρόληψη

Βασιλική Αρτινοπούλου, Καθ. Εγκληματολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο). Επικεφαλής της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την Πρόληψη της Βίας κατά των Παιδιών και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων.

Η αναφορά στη «νεανική κουλτούρα της παραβατικότητας ως status symbol» δεν συνιστά ηθικολογική καταγγελία αλλά αναλυτική διαπίστωση. Σε ορισμένα κοινωνικά περιβάλλοντα, η παραβίαση κανόνων, η επιθετικότητα ή η δημόσια πρόκληση αποκτούν συμβολική αξία. Η παραβατικότητα μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό κοινωνικής αναγνώρισης. Η ισχύς, ο φόβος που προκαλεί κάποιος, η «αντισυστημική» στάση ή η διαδικτυακή προβολή μιας βίαιης πράξης ενδέχεται να λειτουργούν ως πηγές κύρους μέσα σε συγκεκριμένες ομάδες συνομηλίκων.

Η δυναμική αυτή δεν αναπτύσσεται σε κενό. Συχνά αντανακλά κοινωνικές ανισότητες, εμπειρίες αποκλεισμού ή προηγούμενη θυματοποίηση. Το σχολείο, η οικογένεια, η γειτονιά και το ψηφιακό περιβάλλον συγκροτούν το πλέγμα μέσα στο οποίο οι νεανικές ταυτότητες διαμορφώνονται. Όταν οι θεσμικοί δρόμοι αναγνώρισης αποδυναμώνονται, η αναγνώριση μετατοπίζεται σε άτυπα πεδία. Εκεί, το «κύρος» παράγεται με διαφορετικούς κώδικες: ρίσκο, επιβολή, επίδειξη ατρόμητης στάσης, δημόσια «παράσταση» δύναμης.

Η πρόκληση για τη δημόσια πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στην καταστολή της παραβατικής συμπεριφοράς. Το ουσιαστικό διακύβευμα είναι η ανατροπή της συμβολικής της αξίας. Δεν πρόκειται για ζήτημα αυστηρότερης ρητορικής, αλλά για μεταβολή της ίδιας της «συμβολικής οικονομίας» της αναγνώρισης. Το ζητούμενο είναι να κατανοήσουμε πώς η παραβατικότητα αποκτά κύρος και πώς οι δημόσιες πολιτικές μπορούν να το αποδομήσουν, προσφέροντας ισχυρότερες εναλλακτικές οδούς ένταξης, συμμετοχής και προοπτικής.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εδράζεται η τομή που εισάγει η Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη της Βίας κατά των Παιδιών και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων 2025-2030. Η συγγραφή της ανατέθηκε από τον πρωθυπουργό σε ομάδα εμπειρογνωμόνων και παραδόθηκε τον Μάιο του 2025, συγκροτώντας ένα συνεκτικό, τεκμηριωμένο και ολιστικό πλαίσιο δημόσιας πολιτικής. Υπερβαίνει αποσπασματικές ή αποκλειστικά πειθαρχικές προσεγγίσεις και θεμελιώνεται σε πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική: διαθεσμική συνεργασία, πολυεπιστημονικότητα, οπτική των δικαιωμάτων του παιδιού και ενίσχυση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Κεντρική της παραδοχή είναι ότι η πρόληψη της βίας και η πρόληψη της παραβατικότητας αποτελούν αλληλένδετες διαστάσεις. Η θυματοποίηση και η εμπλοκή παιδιών με τον νόμο δεν συνιστούν απολύτως διακριτά πεδία, αλλά συχνά διαδοχικές εμπειρίες στην ίδια αναπτυξιακή διαδρομή. Με άλλα λόγια, η πρόληψη της βίας είναι ταυτόχρονα πρόληψη της παραβατικότητας -και αντιστρόφως.

Η Στρατηγική περιλαμβάνει 69 νέες πολιτικές -επτά εμβληματικές και πέντε οριζόντιες-, με σαφώς ορισμένους στόχους, μηχανισμούς υλοποίησης και εναρμόνιση με τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ. Ευθυγραμμίζεται με τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας και τις συστάσεις υπερεθνικών οργάνων για τα δικαιώματα του παιδιού, ενισχύοντας τη θεσμική συνοχή και τη λογοδοσία. Πρόσφατα (24 Φεβρουαρίου 2026) παρουσιάστηκε στη Σύνοδο του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ με ιδιαίτερα θετικά σχόλια για το περιεχόμενο και την οπτική της.

Η επιτυχία της δεν θα κριθεί από την πλήρη εξάλειψη της βίας -στόχο μη ρεαλιστικό για οποιαδήποτε κοινωνία-, αλλά από την ενίσχυση της πρόληψης, τη βελτίωση των μηχανισμών έγκαιρης παρέμβασης και την εδραίωση μιας σταθερής, θεσμικά κατοχυρωμένης κουλτούρας μηδενικής ανοχής απέναντι στη βία σε βάρος παιδιών.

Αν η παραβατικότητα μετατρέπεται σε σύμβολο ισχύος, τότε η κοινωνία οφείλει να αναρωτηθεί ποια κενά αφήνει ανεκπλήρωτα. 

 

Πρακτικοί αναστοχασμοί κατανόησης ενός σύνθετου φαινομένου

Αναστάσιος Ματσόπουλος PhD, Αναπλ. Καθ. Σχολικής Ψυχολογίας, Διευθυντής ΠΜΣ «Resilience in Educational Contexts» (Παν/μιο Κρήτης). Ιδρυτής και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Σχολικής Ψυχολογίας με άδεια άσκησης επαγγέλματος σε ΗΠΑ (Νέα Υόρκη), Ελλάδα και Κύπρο.

Η νεανική παραβατικότητα ως φαινόμενο θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τη μύτη του παγόβουνου -ενός παγόβουνου για το οποίο δεν ξέρουμε τι άλλο υπάρχει κάτω από το νερό. Συνήθως (λανθασμένα) επικεντρωνόμαστε στο σύμπτωμα (π.χ. παραβατικότητα) αλλά σπάνια πάμε πιο βαθιά.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι «δεν έχουμε χρόνο». Ναι, αυτό μπορεί να ισχύει αλλά καταλήγω ότι μάλλον δεν έχουμε την επιστημονική και μεθοδολογική αρματωσιά για να κατανοήσουμε ένα σύνθετο πρόβλημα. Αναλισκόμαστε σε απλοποιήσεις που εμπεριέχουν πολύ «θόρυβο», δηλαδή πολύ λάθος. Το χειρότερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε είναι να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε ένα σύνθετο, πολυπαραγοντικό φαινόμενο (βλέπε νεανική παραβατικότητα) με όρους απλοϊκούς ή κατηγορικούς τύπου «μαύρο ή άσπρο».

Το πρώτο που θα πρέπει να γίνει είναι μια αξιολόγηση βασισμένη στη Λειτουργική Ανάλυση Συμπεριφοράς (Functional Behavioral Assessment). Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να συλλέξουμε δεδομένα και να «γεννήσουμε» κάποιες υποθέσεις εργασίας για το αίτιο -το βασικό τουλάχιστον- και τη λειτουργία της παραβατικής συμπεριφοράς.

Κατόπιν υιοθετείται μια από τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές, δηλαδή αξιοποιείται το Οικοσυστημικό μοντέλο (Ecosystemic Model) στην προσπάθεια κατανόησης της προβληματικής/παραβατικής συμπεριφοράς. Αυτό απλά σημαίνει ότι μελετάται η οικολογία της παραβατικής συμπεριφοράς και όχι μόνο η παραβατική συμπεριφορά per se (σύμπτωμα). Επίσης, μελετώνται οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ του μαθητή με την παραβατική συμπεριφορά, με τα άλλα παιδιά της τάξης και με την/τον εκπαιδευτικό. Αυτό συνεπάγεται ότι ο/η σχολικός ψυχολόγος συλλέγει πληροφορίες για το τι συμβαίνει στην τάξη ή στο σχολείο, στο πλαίσιο δηλαδή όπου εμφανίστηκε η παραβατική συμπεριφορά.

Ο/Η ψυχολόγος σε δεύτερο επίπεδο συλλέγει (με τη βοήθεια του εκπαιδευτικού) πληροφορίες για το τι συμβαίνει στην τάξη πριν εμφανιστεί η προβληματική συμπεριφορά ή η αλληλουχία συμπεριφορών που οδηγεί συχνά στην εμφάνιση της προβληματικής συμπεριφοράς. Στη συνέχεια, χαρτογραφεί τις λεπτομέρειες της συμπεριφοράς, π.χ. την ένταση και τη συχνότητά της. Σε τρίτο επίπεδο, καταγράφονται οι συνέπειες που υπάρχουν μετά την εμφάνιση της παραβατικής συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, πώς αντιδρούν οι συνομήλικοι, όταν κάποιος εμφανίζει λεκτική βία (εξύβριση μαθητή ή καθηγητή), πώς αντιδρά η ομάδα ή πώς αντιδρά ο εκπαιδευτικός. Κάνουμε αυτό που σε απλά αγγλικά λένε «ABC analysis».

Αυτού του είδους η ανάλυση βοηθά τον ψυχολόγο να αρχίσει να επεξεργάζεται, ενδεχομένως σε συνδυασμό με πληροφορίες για το προφίλ του μαθητή, τις αιτίες και τη λειτουργία της παραβατικής συμπεριφοράς. Αν υπάρχουν πολλαπλές αιτίες για αυτήν, επιλέγεται η υπόθεση εργασίας που φαίνεται η πιο λογική και πιθανή και πάνω της συνδημιουργείται μια παρέμβαση για επίλυση του ατομικού προβλήματος του μαθητή.

Για να χαράξουμε κατευθυντήριες γραμμές, θα πρέπει να δούμε ποιες εσωτερικές ανάγκες του νέου ή εφήβου ικανοποιεί η επιθετική/παραβατική συμπεριφορά, σε διαφορετικά πλαίσια, σε διαφορετικές οικολογίες και σε διαφορετικές χώρες. Έτσι θα ξέρουμε από πού θα ξεκινήσουμε. Υπάρχει η ανάγκη του ανήκειν, η ανάγκη για ταυτότητα στην εφηβεία, η ανάγκη για αποδοχή και αναγνώριση και, τέλος, η ανάγκη για σεβασμό από συνομηλίκους, συγκεκριμένες ομάδες εφήβων ή και την εκπαιδευτική κοινότητα.

 

Επίδειξη δύναμης και ναρκισσιστική υπεραξία

 

Νίκος Σιδέρης, ψυχίατρος, ψυχαναλυτής, συγγραφέας, διευθυντής του Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας «Γαληνός»

Στη σύγχρονη επιδημία εφηβικής βίας, το πιο αινιγματικό και ανησυχητικό στοιχείο είναι η εμπρόθετη μετατροπή της σε θέαμα. Εμβληματική μορφή της είναι η βιντεοσκόπηση της κακοποίησης ενός αδύναμου θύματος από μία αγέλη εφήβων, που αναρτάται στο διαδίκτυο. Η δημοσιοποίηση πολλαπλασιάζει την απόλαυση του κακού τόσο των κακοποιητών όσο και των θεατών που τους θαυμάζουν. Ταυτόχρονα, υποστηρίζει λεκτικές αποδόσεις με ναρκισσιστική υπεραξία -στην Ελλάδα, με τις λέξεις «μαγκιά» για την ασύμμετρη επιθετικότητα και «μάγκες» για τους κακοποιητές.

Η εφηβική βία αντιπροσωπεύει συνεπώς δήλωση διεκδίκησης υψηλού στάτους στην κλίμακα της δύναμης. Η δε λατρεία της δύναμης είναι η δεσπόζουσα της κουλτούρας και νοοτροπίας των σημερινών εφήβων -απεγνωσμένη προσπάθεια να κρατηθούν από κάπου στον κενό νοήματος κόσμο του καταναλωτικού ναρκισσισμού, που μπορεί να είναι χρήσιμος ή ευχάριστος αλλά όχι αγαπητός. Η επίδειξη δύναμης μέσω ασύμμετρης βίας αναπαριστάται ως εύκολη μέθοδος για συσσώρευση συμβολικού κεφαλαίου και ναρκισσιστική ανταμοιβή που παρέχει ο θαυμασμός από το βλέμμα των συνομηλίκων.

Απόλαυση του κακού και σαγήνη της βίας στους εφήβους είναι ο δίδυμος πυρήνας του φαινομένου. Η δε εγκωμιαστική λεκτική επένδυσή του («μαγκιά» κ.λπ.) κλειδώνει την αναπαράσταση της βίας και την καθιστά απρόσβλητη στην κριτική αμφισβήτηση. Γι’ αυτό οι προσπάθειες μισού αιώνα, που αγνοούν και την απόλαυση του κακού και τη λεκτική θωράκισή του, όχι μόνο δεν περιόρισαν την εφηβική βία αλλά την καθιστούν και μυθικό φαινόμενο δήθεν ακατανίκητο, που μόνο να αμυνθούμε θα μπορούσαμε απέναντί του. Όσο υπάρχει η σαγήνη του κακού και όσο οι λέξεις που αναφέρονται σε αυτό αφήνονται στο έλεος της εφηβικής παραζάλης, διέξοδος δεν διαφαίνεται.

Ωστόσο, υπάρχει στρατηγική που μπορεί να χτυπήσει το κακό στη ρίζα του, αποδομώντας τη σαγήνη της βίας. Η αποδόμηση αυτή αποκαθιστά το νόημα των λέξεων, αποδίδει ρεαλιστικά την πραγματικότητα της ασύμμετρης επίθεσης, προσφέρει εναλλακτικές θεμιτής δύναμης και περιβάλλει με κατανόηση και αγάπη τους εφήβους που παραδέρνουν σε έναν κόσμο-πασαρέλα ναρκισσισμού, στον οποίο με τρόμο διαβλέπουν ότι δεν υπάρχει αγάπη και μόνο η δύναμη μπορεί να σε σώσει -με τον καθένα να τρέφεται από την αυταπάτη «Εγώ θα είμαι ο πιο δυνατός» και ότι θα επικρατήσει στον πόλεμο όλων εναντίον όλων με τη λογική «Φά’ τους να μη σε φάνε».

Το νόημα των λέξεων αποκαθίσταται αποσαφηνίζοντας ότι μαγκιά και επίθεση στον αδύναμο είναι ασύμβατες. Ο αληθινός μάγκας αυτό το θεωρεί αδιανόητη ντροπή και το λέει ψευτομαγκιά και ψευτονταηλίκι. Η αποκατάσταση της πραγματικότητας απαιτεί πάλι κατάλληλες λέξεις, όπως κακοποίηση ή τραμπουκισμός, αντί το ανυπόστατο «εκφοβισμός». Εναλλακτικές θεμιτής δύναμης είναι ο αθλητισμός, οι πολεμικές τέχνες, τα έργα του πνεύματος και του καλού. Όσο για την αγάπη, σε έναν κόσμο που τον δέρνει ακριβώς η ατεχνία της αγάπης, ίσως είναι έργο δύσκολο αλλά όχι αδύνατο -ιδίως για τους γονείς των εφήβων.

  

v
Απόρρητο