Η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης πρέπει να αλλάξει

Ο αυστηρός χαρακτήρας της αλλαγής του ελληνικού Συντάγματος κάνει δύσκολο τον απαραίτητο εκσυγχρονισμό του. Γι’ αυτό προτείνεται να γίνει η διαδικασία πιο ευέλικτη, χωρίς όμως να χαθεί η ανάγκη για ευρεία συμφωνία.

Η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης πρέπει να αλλάξει
  • Αντώνης Γ. Καραμπατζός*

Στα πενήντα και πλέον χρόνια του βίου του, το ελληνικό Σύνταγμα έχει αναθεωρηθεί τέσσερις φορές. Οι σημαντικότερες αναθεωρήσεις υπήρξαν εκείνες του 1986 και του 2001. Οι αναθεωρητικές πρωτοβουλίες, ωστόσο, συχνά προσπίπτουν στον σκόπελο της ίδιας της διαδικασίας αναθεώρησης που προβλέπεται στο Σύνταγμα και η οποία δεν του επιτρέπει να εκσυγχρονιστεί εύκολα.

Τα τελευταία ιδίως χρόνια, εκφράζεται στον δημόσιο διάλογο έντονη δυσφορία, και δικαίως, για τον παρωχημένο χαρακτήρα ορισμένων συνταγματικών διατάξεων, επιχειρείται δε ενίοτε η ερμηνευτική παράκαμψη ή καταστρατήγησή τους. Εντούτοις, τέτοιες προσεγγίσεις -όσο επιθυμητές και αν είναι σε δικαιοπολιτικό επίπεδο- υπονομεύουν τη δημόσια πίστη στο κανονιστικό περιεχόμενο του Συντάγματος, τη στιγμή που η ενδεδειγμένη οδός είναι εκείνη της συνταγματικής αναθεώρησης.

Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι το ελληνικό Σύνταγμα ανήκει στα λεγόμενα αυστηρά συντάγματα, σε αντίθεση με άλλα ευρωπαϊκά που δεν έχουν τέτοιο αυστηρό χαρακτήρα. Η αναθεώρηση του Συντάγματός μας υπόκειται, κατά το άρθ. 110 Συντ., σε ιδιαίτερα αυστηρούς διαδικαστικούς περιορισμούς, με κυριότερους (α) την ανάγκη υπερψήφισης μιας προς αναθεώρηση διατάξεως από δύο Βουλές με παρεμβολή εθνικών εκλογών -σε μία (οποιαδήποτε) εκ των δύο ψηφοφοριών, μάλιστα, απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών- και (β) τη δυνατότητα εκκίνησης νέας αναθεωρητικής διαδικασίας μόνο μετά την παρέλευση πενταετίας από την ολοκλήρωση της προηγούμενης.

Το αυστηρό αυτό πλαίσιο δυσχεραίνει σημαντικά πρωτοβουλίες εκσυγχρονισμού του καταστατικού χάρτη της χώρας και λειτουργεί συχνά ως τροχοπέδη για νομοθετικές πρωτοβουλίες με προοδευτικό πρόσημο, οι οποίες μπορεί να τυγχάνουν ήδη ευρείας πολιτικής και κοινωνικής στήριξης -όπως λ.χ. η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων (βλ. άρθ. 16 Συντ.). Γι’ αυτό και, κατά τη γνώμη μου (όπως και αρκετών συναδέλφων), σε τυχόν επικείμενη πρωτοβουλία για την αναθεώρηση του Συντάγματος θα πρέπει να εξεταστεί και το ενδεχόμενο αναθεώρησης του ίδιου του άρθ. 110 Συντ.

«Το Σύνταγμα απαιτεί για την αναθεώρηση ευρύτερες συναινέσεις, και ορθώς. Δυστυχώς, όμως, μεταξύ της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας και ιδίως της αξιωματικής αντιπολίτευσης φαίνεται ότι λείπει η αναγκαία βάση εμπιστοσύνης προς επίτευξη βιώσιμων συναινέσεων», διαπιστώνει ο κ. Καραμπατζός. 

Όπως γίνεται δεκτό στην επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου, υφίστανται πράγματι κάποια περιθώρια τροποποίησης της ίδιας της διαδικασίας αναθεώρησης, που θα την καθιστούσαν πιο ευέλικτη.

Από πλευράς μου, θεωρώ κρίσιμες τις δύο ακόλουθες παρεμβάσεις: (α) Κατάργηση της προϋπόθεσης της παρέλευσης πενταετίας από την προηγούμενη αναθεώρηση ή, έστω, ρητή πρόβλεψη περί ισχύος της προϋπόθεσης αυτής μόνο για τις προσφάτως αναθεωρηθείσες διατάξεις. (β) Κατάργηση της παρεμβολής του εκλογικού σώματος, έτσι ώστε η αναθεωρητική διαδικασία να αρχίζει και να ολοκληρώνεται μέσα σε μία βουλευτική περίοδο, κατά βάσιν δηλαδή εντός τετραετίας (ως προς το συνταγματικώς επιτρεπτό, πάντως, μιας τέτοιας κατάργησης διατυπώνονται αντιρρήσεις στη θεωρία).

Και πάλι, ωστόσο, θα πρέπει να απαιτούνται εδώ δύο ψηφοφορίες, η μία εξ αυτών με αυξημένη πλειοψηφία (λ.χ. 180 ή 200 βουλευτών) και με κάποια χρονική απόσταση μεταξύ τους. Η χρονική αυτή απόσταση, που θα μπορούσε λ.χ. να σημαίνει ότι η δεύτερη ψηφοφορία θα πρέπει να γίνεται στην επόμενη τακτική σύνοδο της Βουλής, θα λειτουργεί ως μία αναγκαία προθεσμία αναστοχασμού ή πρόσθετης πολιτικής-κοινοβουλευτικής διαβούλευσης. Με βάση την πρόταση αυτή, η επίτευξη ευρειών συναινέσεων θα παραμείνει το κύριο ζητούμενο, ενώ παράλληλα θα επιταχυνθεί σημαντικά η όλη διαδικασία.

Ωστόσο, η αναθεωρητική διαδικασία συναντά ένα ακόμη σοβαρό εμπόδιο: Στην επιστήμη κρατεί η άποψη ότι η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται από την τυχόν αναθεωρητική κατεύθυνση που έδωσε σε σχέση με κάποια ή κάποιες προς αναθεώρηση διατάξεις η προηγούμενη, η προτείνουσα Βουλή. Στο πλαίσιο, δηλαδή, της προτείνουσας Βουλής προτείνονται απλώς οι προς αναθεώρηση διατάξεις, ενώ το περιεχόμενό τους διαμορφώνεται κυριαρχικά από την επόμενη αναθεωρητική Βουλή, η οποία έχει και την αποφασιστική αρμοδιότητα, μη δεσμευόμενη από τις τυχόν κατευθύνσεις της προτείνουσας.

Για τον λόγο αυτό, εξάλλου, τα κόμματα της αντιπολίτευσης εμφανίζονται σήμερα ιδιαίτερα επιφυλακτικά στο να παράσχουν από τώρα την αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών. Φοβούνται, δηλαδή, ότι η (όποια) επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα μπορεί να αναθεωρήσει κατά το δοκούν τις διατάξεις που θα προκριθούν από τη σημερινή (προτείνουσα) Βουλή ως αναθεωρητέες (όπως συνέβη λ.χ. στην αναθεώρηση του 2019 με το άρθ. 32 Συντ. περί εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας). Το Σύνταγμα απαιτεί για την αναθεώρηση ευρύτερες συναινέσεις, και ορθώς.

Δυστυχώς, όμως, μεταξύ της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας και ιδίως της αξιωματικής αντιπολίτευσης φαίνεται ότι λείπει η αναγκαία βάση εμπιστοσύνης προς επίτευξη βιώσιμων συναινέσεων. Η έλλειψη εμπιστοσύνης από πλευράς αντιπολίτευσης είναι εύλογη ενόψει των σοβαρών θεσμικών κυβερνητικών ατοπημάτων των τελευταίων ετών. Παρ’ όλα αυτά, εποικοδομητική στάση με την έννοια της διατύπωσης συγκροτημένων προτάσεων αναθεώρησης είναι επιβεβλημένη και ήδη άλλωστε έχει εξαγγελθεί, τουλάχιστον από πλευράς αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η προαναφερθείσα πρόταση περί ολοκλήρωσης της διαδικασίας αναθεώρησης μέσα σε μία κοινοβουλευτική περίοδο -χωρίς, δηλαδή, την παρεμβολή εθνικών εκλογών- θα επέλυε και το παραπάνω (εγγενές) πρόβλημα έλλειψης εμπιστοσύνης της παρούσας κοινοβουλευτικής σύνθεσης προς την άδηλη επόμενη, αυτήν δηλαδή που προκύπτει κατόπιν εκλογών.

Εν κατακλείδι, η αναθεώρηση του άρθ. 110 Συντ. θα πρέπει να τεθεί πλέον επί τάπητος. Ένας μετριασμός του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος, ως προς τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της αναθεώρησης, θα επιτρέψει μελλοντικά στο Σύνταγμα και στη χώρα να προσαρμόζονται ευχερέστερα στις σύγχρονες εξελίξεις και ανάγκες, με όρους νομιμότητας και όχι ακροσφαλών ερμηνευτικών εγχειρημάτων.

*Ο κ. Αντώνης Γ. Καραμπατζός είναι Καθηγητής στη Νομική Σχολή ΕΚΠΑ

 

v
Απόρρητο