Κρίση κόστους διαβίωσης και άνιση επιβάρυνση

Η λεγόμενη «ακρίβεια» είναι στην ουσία κρίση αγοραστικής δύναμης που πλήττει δυσανάλογα τα χαμηλά εισοδήματα -ιδίως λόγω τροφίμων, ενέργειας και στέγασης- και απαιτεί στοχευμένες κρατικές παρεμβάσεις όπως πλαφόν τιμών και ενίσχυση της κοινωνικής κατοικίας. Γράφει ο Φρ. Κουτεντάκης.

Κρίση κόστους διαβίωσης και άνιση επιβάρυνση
  • Φραγκίσκος Κουτεντάκης*

 

H λέξη ακρίβεια έχει επανέλθει εμφατικά στον δημόσιο διάλογο τα τελευταία χρόνια για να περιγράψει τις υψηλές τιμές κάποιων βασικών αγαθών και υπηρεσιών. Όμως οι τιμές, από μόνες τους, δεν είναι ούτε υψηλές ούτε χαμηλές. Αυτό που έχει σημασία είναι οι τιμές σε σχέση με τα εισοδήματα -με άλλα λόγια, η αγοραστική δύναμη των πολιτών. Το πρόβλημα που εδώ χαρακτηρίζουμε ως ακρίβεια είναι εκείνο που οι Αγγλοσάξονες χαρακτηρίζουν ως affordability crisis, δηλαδή, σε ελεύθερη μετάφραση, κρίση κόστους διαβίωσης.

Πρέπει, κατ’ αρχάς, να σημειωθεί ότι οι αυξήσεις των τιμών δεν επηρεάζουν με τον ίδιο τρόπο όλους τους πολίτες. Η αύξηση των τιμών των ενοικίων, για παράδειγμα, είναι πρόβλημα για τους ενοικιαστές αλλά ευχής έργο για τους ιδιοκτήτες. Αντίστοιχα, το ακριβό ηλεκτρικό ρεύμα είναι κόστος για τα νοικοκυριά που το καταναλώνουν αλλά κέρδος για τις εταιρείες που το παράγουν και το παρέχουν. Επομένως, το φαινόμενο της κρίσης του κόστους διαβίωσης, όπως άλλωστε τα περισσότερα οικονομικά φαινόμενα, έχει μια αναδιανεμητική διάσταση. Κάποιοι κερδίζουν και κάποιοι χάνουν.

Για να αποκτήσουμε μια αίσθηση της έκτασης του προβλήματος, αρκεί να συγκρίνουμε τις τιμές με τα εισοδήματα και να παρακολουθήσουμε την εξέλιξή τους τα τελευταία χρόνια, κυρίως από το 2022 και μετά, με την επανεμφάνιση του υψηλού πληθωρισμού.

Ας ξεκινήσουμε από τη γενική εικόνα, δηλαδή από τον γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή, που περιλαμβάνει το σύνολο των αγαθών και υπηρεσιών που καταναλώνουν τα νοικοκυριά. Σύμφωνα με τη Eurostat, ο μέσος ετήσιος γενικός δείκτης τιμών το 2021 ήταν 101,8 και αυξήθηκε σε 119,3 το 2024, κάτι που ισοδυναμεί με σωρευτική αύξηση 17,3%. Στην ίδια περίοδο, σύμφωνα πάντα με τη Eurostat, ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης αυξήθηκε από 16.018 ευρώ σε 17.954 ευρώ, δηλαδή κατά 12,1%. Είναι προφανές ότι σε μια τριετία η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων μισθωτών μειώθηκε, κατά μέσο όρο, περίπου 5%.

Όμως η συζήτηση για το κόστος διαβίωσης δεν αφορά τόσο τον γενικό δείκτη τιμών, αλλά κυρίως τους ειδικούς δείκτες εκείνων των αγαθών και υπηρεσιών που είναι απαραίτητα για τη διαβίωση των νοικοκυριών. Αν εξετάσουμε, για παράδειγμα, τον δείκτη τιμών των τροφίμων, θα δούμε ότι από 103,5 το 2021 έφτασε το 133,2 το 2024, δηλαδή αυξήθηκε κατά 28,7%. Το ηλεκτρικό ρεύμα, στο ίδιο διάστημα, αυξήθηκε κατά 22,3% (από 102,5 σε 125,3). Συνεπώς, με δεδομένη την αύξηση των μισθών, η μείωση της αγοραστικής δύναμης σε όρους βασικών αγαθών και υπηρεσιών είναι ακόμα μεγαλύτερη.

Εδώ υπάρχει μια ακόμα διάσταση, που συχνά διαφεύγει της προσοχής. Τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα ξοδεύουν σχετικά μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, ακριβώς γιατί αυτές οι δαπάνες είναι ανελαστικές. Αντίθετα, τα νοικοκυριά σχετικά υψηλού εισοδήματος ξοδεύουν μικρότερο ποσοστό σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες καθώς έχουν περιθώρια να δαπανήσουν σε άλλες αγορές ή ακόμα και να αποταμιεύσουν. Η συνέπεια είναι πως οι εντονότερες αυξήσεις των τιμών στα τρόφιμα ή στην ενέργεια επιβαρύνουν περισσότερο τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος. Όπως έχει ειπωθεί, ο πληθωρισμός των φτωχών είναι υψηλότερος.

Τέλος, το πιο οξύ πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά νοικοκυριά σήμερα είναι, αναμφίβολα, το κόστος στέγασης. Εδώ έχουμε πιο λεπτομερή στοιχεία καθώς η Eurostat παρακολουθεί και καταγράφει αναλυτικά τα σχετικά μεγέθη. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία (2024), η Ελλάδα κατατάσσεται πρώτη με διαφορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς το βάρος του κόστους στέγασης, αφού το μέσο νοικοκυριό δαπανά το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στέγη. Για τα σχετικά φτωχότερα νοικοκυριά, συγκεκριμένα εκείνα που βρίσκονται κάτω από το 60% του διάμεσου εισοδήματος, το βάρος αυξάνεται σημαντικά, στο 62,8%, δηλαδή στα δύο τρίτα του διαθέσιμου εισοδήματος.

Από όσα εκτέθηκαν συνοπτικά, είναι μάλλον προφανές ότι η κρίση κόστους διαβίωσης είναι εδώ και ασκεί έντονη οικονομική πίεση στα ελληνικά νοικοκυριά και κυρίως τα φτωχότερα. Παρά τα όσα λέει συχνά η κυβέρνηση, το πρόβλημα δεν θα λυθεί από μόνο του μέσω της οικονομικής ανάπτυξης και της αύξησης των μισθών ούτε, φυσικά, με κουπόνια.

Κατά τη γνώμη μου, απαιτούνται σχεδιασμένες και συστηματικές κρατικές παρεμβάσεις σε δύο κυρίως άξονες: Ο πρώτος είναι η επιβολή πλαφόν στις ολιγοπωλιακά οργανωμένες αγορές, ώστε να αποτρέπεται η ταχύτερη αύξηση των τιμών από το κόστος και η διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους. Ωστόσο, τα πλαφόν πρέπει να επιβληθούν απευθείας στις τιμές που είναι άμεσα μετρήσιμες και όχι στα κέρδη, που είναι πιο περίπλοκο να υπολογιστούν λογιστικά.

Ο δεύτερος αφορά την αύξηση της προσφοράς κοινωνικών κατοικιών, προκειμένου να αντισταθμιστεί η πίεση στις τιμές που προκαλεί η αυξημένη ζήτηση. Οι μέχρι τώρα παρεμβάσεις, όπως οι επιδοτήσεις ενοικίων και στεγαστικών δανείων, δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να ενισχύουν τη ζήτηση και να οδηγούν τις τιμές προς τα πάνω.

*Ο κ. Φραγκίσκος Κουτεντάκης είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Κρήτης

 

v
Απόρρητο