Oι βεβαιότητες και τα αυτονόητα της τελευταίας πεντηκονταετίας (για να λάβω ως αφετηρία τη Μεταπολίτευση και όχι το τέλος του Β’ Π.Π.) έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Η ευρωατλαντική σχέση ως συνεκτικό υλικό της Δύσης δοκιμάζεται διαρκώς. Η Δύση, ως ιστορική, πολιτιστική, γεωπολιτική και στρατηγική οντότητα, είναι πλέον αβέβαιο αν λειτουργεί. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αγωνίζεται να παρακολουθήσει τους ρυθμούς που ακολουθεί και τις προκλήσεις που της απευθύνει διαρκώς ο πρόεδρος Τραμπ.
Παρότι η αμερικανική διοίκηση έδωσε στη δημοσιότητα το έγγραφο αναφοράς για τη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας, το σχήμα οργάνωσης της διεθνούς κοινωνίας που βρίσκεται στο υπόβαθρο των επιλογών της και το οποίο επιδιώκει δεν είναι σαφές. Μπορούμε ίσως να πούμε ότι το ελάχιστο περιεχόμενο αυτής της Στρατηγικής είναι ο απόλυτος έλεγχος της αμερικανικής ηπείρου, ο διακριτικότερος αλλά πάντως στενός έλεγχος (αμυντικός, ενεργειακός, τεχνολογικός, ακόμη και ιδεολογικός) της κατάστασης στην Ε.Ε., η πλήρης, μακροπρόθεσμη και απροϋπόθετη προστασία του Ισραήλ και η αναγνώριση της δυνατότητας άλλων πυρηνικών δυνάμεων να έχουν κάποιες σφαίρες επιρροής.
Αυτό όμως το υπό διαμόρφωση ελάχιστο περιεχόμενο δεν αρκεί για να ανασυντάξει τη Δύση, γιατί οι ΗΠΑ δεν θέλουν (προς το παρόν;) να μοιραστούν με τους Ευρωπαίους εταίρους τη βαθύτερη αντίληψη για τις σχέσεις με την Κίνα και τη Ρωσία αλλά και με άλλες χώρες, καθοριστικές για τους παγκόσμιους συσχετισμούς, όπως η Ινδία.
Τρία ζητήματα έχουν καταστεί σαφή τις τελευταίες εβδομάδες.
Πρώτον, η διασύνδεση όλων των μεγάλων πολεμικών μετώπων (Ιράν, Ουκρανία, Μ. Ανατολή).
Δεύτερον, ο ρητορικός χαρακτήρας της αμερικανικής δήλωσης ότι απόλυτη προτεραιότητά της είναι ο Ειρηνικός και η Κίνα.
Και, τρίτον, η στρατηγική διασύνδεση ΗΠΑ - Ισραήλ σε επίπεδο που ως προς τις επιπτώσεις του δεν είναι περιφερειακό αλλά παγκόσμιο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον απόλυτης ρευστότητας, που δεν ξέρουμε το σχήμα ποιου δοχείου θα λάβει τελικά, η Ελλάδα αγωνίζεται να τηρήσει ισορροπίες που δεν τη στοχοποιούν ιδιαιτέρως και ακολουθούν τη λογική των προτεραιοτήτων της εθνικής ασφάλειας, με βάση όμως τα δεδομένα της προηγούμενης ιστορικής φάσης.
Πρόκειται για επιλογές αναγκαστικές και αποτρεπτικές, για αυτό άλλωστε και συγκεντρώνουν ευρεία εσωτερική αποδοχή. Εδώ εντάσσονται η αποστολή αεροναυτικής δύναμης στην Κύπρο για την ενίσχυση της αεράμυνάς της έναντι πιθανών βαλλιστικών επιθέσεων από το Ιράν, η συμμετοχή στην αεράμυνα της Βουλγαρίας, εν δυνάμει ακόμη και της ίδιας της Τουρκίας μέσω Καρπάθου και ο σεβασμός της αμυντικής συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία, χωρίς προφανώς αυτό να σημαίνει αναγκαστικά συμφωνία με όλες τις στρατηγικές επιλογές μιας χώρας που βρίσκεται σε άλλα περιφερειακά συμφραζόμενα.
Η ελληνική ισορροπία μεταξύ μιας στάσης πίστης στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και συνεργασία και μιας στάσης πίστης στους όρους της εταιρικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ είναι, όπως φαίνεται από τα έως τώρα δεδομένα, εφικτή. Τα τριμερή σχήματα συνεργασίας Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ και Ελλάδας - Κύπρου - Αιγύπτου είναι προφανές ότι σε περιόδους κρίσης λειτουργούν στο πλαίσιο της βασικής αυτής ισορροπίας που συνιστά τον άξονα της διακηρυγμένης ή έστω της εκ των πραγμάτων ελληνικής εθνικής στρατηγικής της πεντηκονταετίας της Μεταπολίτευσης.

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα είναι οι ακαμψίες και οι δυστοκίες που εμποδίζουν τη μετατροπή επιμέρους χειρισμών σε μια ολοκληρωμένη και επικαιροποιημένη εθνική στρατηγική. Αυτό όμως προϋποθέτει άλλο τρόπο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, άλλο επίπεδο πολιτικού πολιτισμού, άλλη ικανότητα ουσιαστικού διαλόγου, χωρίς στερεότυπα και μικροκομματικές αγκυλώσεις», τονίζει ο Ευάγγελος Βενιζέλος.
Οι προκλήσεις ασφάλειας της περιόδου που διανύουμε είναι πολύ πιο μεγάλες για χώρες όπως η Τουρκία, που έχει υψηλό βαθμό έκθεσης σε πολεμικά κρίσιμες ή έστω εύφλεκτες περιοχές, καθώς συνορεύει με το Ιράν, με τη Συρία, με το Ιράκ και έχει έκδηλο ενδιαφέρον για τη Λιβύη, την Υεμένη, τη Σομαλία, το Αζερμπαϊτζάν, όπως φυσικά και για οτιδήποτε συνδέεται με τους κουρδικούς πληθυσμούς.
Αυτές οι προκλήσεις ασφάλειας δεν αντιμετωπίζονται μόνο στο επίπεδο των αμερικανοτουρκικών σχέσεων και είναι άλλης τάξης από τα ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων αλλά και από το Κυπριακό ως διεθνές πρόβλημα. Η Ελλάδα και η Κύπρος είναι δύο χώρες-μέλη της Ε.Ε., ιδιότητα που εξακολουθεί να σημαίνει πολλά και παρά την κρίση του δυτικού παραδείγματος, είναι δύο χώρες εντεταγμένες στο δυτικό σύστημα ασφάλειας, με την Ελλάδα, θυμίζω, να έχει ενταχθεί στο ΝΑΤΟ (για όση αξία έχει αυτό) ήδη από το 1952, στην πρώτη διεύρυνσή του από κοινού με την Τουρκία.
Με την Τουρκία φαίνεται συνεπώς να μοιραζόμαστε την ανάγκη αναμονής έως την αποσαφήνιση του διεθνούς αλλά και του περιφερειακού πλαισίου αναφοράς, στιγμή που μπορεί να αργήσει. Στο μεταξύ, ζητήματα που τίθενται μονομερώς από την Τουρκία με παρωχημένα επιχειρήματα, όπως η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Β. Αιγαίου και της Δωδεκανήσου, ίσως μπορούν να γίνουν αντιληπτά με διαφορετικό τρόπο από αυτήν και σίγουρα από τις ΗΠΑ και την Ε.Ε., όταν υπάρχει απειλή που επιβάλλει συνεργασία για λόγους αεράμυνας. Προφανώς ισχύουν τα ελληνικά νομικά επιχειρήματα, αλλά ίσως η αίσθηση του κοινού κινδύνου είναι ένα νεότερο πραγματολογικό στοιχείο -κατά τη γνώμη μου, πολύ σοβαρό.
Μέσα σε αυτό το διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον, το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα μας είναι οι ακαμψίες και οι δυστοκίες που εμποδίζουν τη μετατροπή επιμέρους χειρισμών σε μια ολοκληρωμένη και επικαιροποιημένη εθνική στρατηγική. Αυτό όμως προϋποθέτει άλλο τρόπο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, άλλο επίπεδο πολιτικού πολιτισμού, άλλη ικανότητα ουσιαστικού διαλόγου, χωρίς τα στερεότυπα και τις μικροκομματικές αγκυλώσεις που καθηλώνουν τον πολιτικό λόγο και σκιάζουν τη θέαση του ρευστού και επικίνδυνου αλλά διανοητικά προκλητικού διεθνούς τοπίου.
*Ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος είναι πρώην αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών, πρώην υπουργός Εθνικής Άμυνας, ομότιμος καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ