Η παράδοση ως αντιφολκλόρ έμπνευση

Η ελληνική χειροτεχνία επαναπροσδιορίζεται ως ζωντανή συνέχεια της παράδοσης, όπου η δημιουργική επανερμηνεία τεχνικών και συμβόλων γεννά σύγχρονη ταυτότητα.

Η παράδοση ως αντιφολκλόρ έμπνευση
  • Ίρις Κρητικού*

Oι πτυχές μιας συζήτησης με αντικείμενο την ελληνική παράδοση της χειροτεχνίας ως τόπου συνέχειας ή ρήξης στο πεδίο των εικαστικών και των εφαρμοσμένων τεχνών αλλά και σε ό,τι αφορά στη νέα εποχή της ελληνικής μόδας και των πρωτότυπων αναμνηστικών προϊόντων που συνδέονται με τον τουρισμό, είναι πολλές.

Για όσους μελετούν και εμπνέονται από το μεγάλο ανοιχτό βιβλίο της παράδοσης, από το σκίρτημα των εθίμων και των αθέατων ιστοριών, των συμβόλων και των σημειολογιών τους, των χρωμάτων και των μοτίβων, δεν τίθεται καν θέμα ρήξης με κάτι πεπερασμένο.

Κυρίως, πρόκειται για μια ευκαιρία συνειδητοποίησης της δυνατότητας αποδοχής, διάσωσης και επανεκτίμησης. Για μια ευκαιρία ενσωμάτωσης, θετικής εκμετάλλευσης και οργανικής επικαιροποίησης. Η επίγνωση της άρρηκτης διαχρονίας, η διαπίστωση ότι τίποτε δεν χάνεται όταν το κατανοούμε και το επαναχρησιμοποιούμε σωστά, το γεγονός ότι η σοφία των γνώριμων αυτών μα διόλου πληκτικών συντεταγμένων μπορεί να μεταλαμπαδευτεί, γεννώντας σπουδαία σύγχρονα έργα, ζηλευτά καλλιτεχνικά αντικείμενα και καλαίσθητα τουριστικά ενθύμια με εθνόσημο όχι κούφιο αλλά ουσιαστικό και παλλόμενο, είναι ο μίτος που οδηγεί στην επόμενη μέρα.

Η προσέγγιση αυτή ως γόνιμη σκέψη και δυνητική δράση, μας καθιστά ίσως λίγο πιο ασφαλείς απέναντι στον χρόνο και στο κληροδότημά του, αλλά και στη σαρωτική διεθνοποίηση που παράλληλα συντελείται. Η γέννηση και ο θάνατος, η ομορφιά και η ασχήμια, ο έρωτας και η γονιμότητα, ο πλούτος και η φτώχεια, η γλώσσα και η παιδεία, ο πόλεμος και η ειρήνη, το ρίζωμα στον τόπο και ο βίαιος ξεριζωμός, η θνητότητα και η αθανασία, είναι πεδία άλυτα που μας απασχολούν εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Η τέχνη της χειρωναξίας που επιτρέπει σε όλα ετούτα να ειπωθούν χωρίς λόγια, να ακουμπήσουν απαλά στα έργα των χεριών και να υφανθούν στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, είναι επίσης αυτή που μας βοηθά να συνδεθούμε με το περιβάλλον μας, να εκφράσουμε τους φόβους μας και να βαδίσουμε προς μία νέα αυτογνωσία.

Σε μια ανοιχτή συνθήκη συλλογής πληροφοριών και μεταλαμπάδευσης τεχνογνωσίας, όπου οι εφαρμοσμένες τέχνες δεν αποτελούν δευτερεύοντα είδη δημιουργίας, ενώ το νήμα, το μέταλλο, ο πηλός, δεν είναι απλά πρώτες ύλες αλλά θεμελιώδη συστατικά του ίδιου του βίου των ανθρώπων, η επιδερμική χρήση του φολκλόρ αυτοακυρώνεται. Και τότε ανοίγονται δρόμοι, τόποι και τρόποι όπου η παράδοση μπορεί να γίνει σύγχρονη γλώσσα. Ανακουφιστική, πολυμήχανη, μα και εκμεταλλεύσιμη ως πολύτιμο εθνικό προϊόν.

Η συσχέτιση με το σήμερα και η επιλογή στοιχείων προς διάσωση και επεξεργασία, εμπλουτισμένη με τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας, έτσι ώστε να δημιουργηθεί κάτι νέο που έχει τη ρίζα του στο παλιό, αναδεικνύει τις τεχνικές και διασώζει τη ραχοκοκαλιά της φόρμας, την τόλμη των συνδυασμών, την παρελθούσα καινοτομία που ξαναμπαίνει στο επίκεντρο αλλά και την οργανική σχέση της χειρωνακτικής τέχνης με την κοινωνία.

Η επίγνωση του κληροδοτημένου κεφαλαίου και ο σεβασμός προς αυτό, η καίρια αξιοποίηση του λαογραφικού πλούτου, η αποφυγή της επιφανειακής κακόγουστης μίμησης, η κατάκτηση της τεχνογνωσίας του παλαιού σε συνδυασμό με τη δυνατότητα νέων εφαρμογών και την ενσωμάτωση νέων υλικών, δημιουργούν αληθινά πατήματα στην παράδοση. Δίνουν το έναυσμα για νέες συνθετικές ιδέες που, τιμώντας τις ρίζες της έμπνευσης, ανήκουν ολοκληρωτικά στην εποχή τους και τελικά, αποτελούν ουσιαστικό αντίβαρο στον κίνδυνο της φολκλοροποίησης.

Κέντημα στο χέρι, 97x75 εκ. Εργο της Ιφιγένειας Σδούκου Μελουζίνη, 2024

Ακολουθώντας την ίδια οδό, πληθαίνουν τα ελληνικά μουσεία που τολμούν, επενδύοντας στη φιλοξενία σύγχρονων εικαστικών εκθέσεων σε συνομιλία με τις μόνιμες συλλογές τους αλλά και εμπλουτίζοντας τα πωλητήριά τους με τα χειροποίητα αντικείμενα δημιουργών που εμπνέονται από τις συλλογές τους. Αποδεικνύοντας έτσι ότι η ουσία της παράδοσης δεν μπορεί παρά να είναι πάντα στη μόδα και προσελκύοντας νεότερες ηλικίες που επιθυμούν να ταυτιστούν με κάτι εύστροφο και αισθητικά σύγχρονο.

Πολλά χρόνια πριν, κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, έχοντας σπουδάσει στο εξωτερικό, η Φλωρεντίνη Καλούτση μετέτρεψε το οικογενειακό αρχοντικό στα Χανιά σε εργαστήριο, υφαίνοντας φορέματα με μινωικά μοτίβα και ρηξικέλευθη πρωτογένεια.

Με τον ίδιο τρόπο καινοτομούσαν επιστρέφοντας στις ελληνικές ρίζες η Εύα Πάλμερ-Σικελιανού που ύφαινε διάφανα ενδύματα για τις Δελφικές Γιορτές αλλά και η Nelly’s που υπέγραψε τις πρώτες διαφημιστικές αφίσες για τον ΕΟΤ με την αέρινη αρχαϊκή πνοή της.

Αν κάποτε συνέβησαν όλα αυτά, αν κάποτε σημαντικοί καλλιτέχνες όπως ο Τσαρούχης, ο Μόραλης και ο Γκίκας υπέγραψαν θαυμάσιες ταπισερί για λογαριασμό του ΕΟΜΜΕΧ που στη συνέχεια έκλεισε, όπως και τόσοι άλλοι θύλακες της ελληνικής χειροτεχνίας, έχοντας αφήσει ένα δυσαναπλήρωτο και αδικαιολόγητο κενό δεκαετιών, τώρα είναι η ώρα να εκμεταλλευτούμε την ευκαιρία της όψιμης ετούτης «μόδας», για να συγκρατήσουμε και να ανασυστήσουμε την ουσία της.

Να δώσουμε και πάλι βήμα στην ύλη της παράδοσης που συνδεόμενη με το ζήτημα της βιωσιμότητας των παραδοσιακών τεχνών στον σύγχρονο κόσμο, μπορεί και πρέπει να λειτουργεί ως φορέας μνήμης και νέας έμπνευσης και όχι ως διακοσμητικό και αμήχανο κατάλοιπο. Να αρνηθούμε τα κακέκτυπα και να στηρίξουμε τους δημιουργούς εκείνους που από κάθε γωνιά της χώρας την προσεγγίζουν ως ζωντανή πηγή. Προτείνοντας μια νέα ελληνική αισθητική, γεννώντας ευκαιρίες και συνδέσεις που μας αγγίζουν και μας αφορούν όλους. 

*H κα Ίρις Κρητικού είναι αρχαιολόγος και ιστορικός της Τέχνης

 

v
Απόρρητο