Το 2007, ο Steve Jobs ανέβηκε στη σκηνή κρατώντας το πρώτο iPhone και δήλωσε: «Κάθε τόσο εμφανίζεται ένα νέο επαναστατικό προϊόν που αλλάζει τα πάντα».
Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 2010, το όραμά του είχε ολοκληρωθεί: το iPhone έβαλε το διαδίκτυο στις τσέπες μας, μεταμορφώνοντας σχεδόν κάθε πτυχή της καθημερινής μας ζωής: από την πλοήγηση και τις αγορές, μέχρι το κουτσομπολιό και τις σχέσεις.
Όμως αυτές οι συσκευές, μαζί με τις εθιστικές εφαρμογές των social media που υποστηρίζουν, άλλαξαν την παιδική ηλικία και επηρέασαν αρνητικά τη γνωστική ανάπτυξη, τις κοινωνικές σχέσεις και την ψυχική υγεία των εφήβων. Οι νέοι έχουν μείνει αβοήθητοι απέναντι στις τεχνολογικές εταιρείες δισεκατομμυρίων, οι οποίες εκμεταλλεύονται την ανάγκη των εφήβων για κοινωνική αποδοχή.
Το 2020, η Covid-19 τούς ώθησε να αφιερώνουν ακόμη μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους στις οθόνες. Καθώς οι περιορισμοί της πανδημίας άρχισαν να χαλαρώνουν, γονείς στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε ολόκληρο τον κόσμο άρχισαν να μοιράζονται ένα αίσθημα φόβου και αδυναμίας για τις επιπτώσεις των smartphones και των social media στα παιδιά τους.
Σε αυτό το πλαίσιο εκδόθηκε το βιβλίο μου «Η Γενιά του Άγχους», το 2024. Το βιβλίο βοήθησε να ενισχυθεί το κίνημα για την ανάκτηση της παιδικής ηλικίας από τις τεχνολογικές εταιρείες -ένα κίνημα που έκτοτε εξαπλώθηκε εν μέρει χάρη στην έντονη προστατευτικότητα των γονέων. Και ενώ η αντίδραση ξεκίνησε το 2024, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει το 2025.
Ας ξεκινήσουμε με τη νομοθεσία για την απαγόρευση των κινητών στα σχολεία. Ήδη, η πλειονότητα των πολιτειών έχει θεσπίσει νόμους που περιορίζουν τη χρήση κινητών μέσα στις σχολικές αίθουσες. Δεκαοκτώ πολιτείες, μεταξύ των οποίων και η Washington, D.C., το πήγαν ένα βήμα παραπέρα εφαρμόζοντας πολιτικές οι οποίες απαγορεύουν τα κινητά καθ’ όλη τη διάρκεια της σχολικής ημέρας. Ένα μέτρο που βοηθά τους μαθητές να μην αποσπάται η προσοχή τους όσο βρίσκονται στο σχολείο. Εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα κινητά έχουν απαγορευτεί στο σχολείο και στη Βραζιλία, ενώ αντίστοιχες πολιτικές έχουν υιοθετήσει και άλλες χώρες όπως η Ολλανδία, η Φινλανδία και η Νότια Κορέα.

Μαθητές χρησιμοποιούν τα smartphones τους στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας. Η χώρα ψήφισε νόμο τον Νοέμβριο του 2024 που απαιτεί από τις εταιρείες κοινωνικών δικτύων να εμποδίζουν χρήστες κάτω των 16 ετών να ανοίγουν λογαριασμό. Matthew Abbott/The New York Times
Τα αποτελέσματα αυτών των πολιτικών έχουν αρχίσει ήδη να φαίνονται: τα παιδιά είναι πιο συγκεντρωμένα στην τάξη και διαβάζουν περισσότερα βιβλία. Οι δάσκαλοι μου λένε ότι ακούν περισσότερα γέλια στους διαδρόμους και κατά τη διάρκεια του διαλείμματος.
Φέτος παρατηρήθηκε και μια αυξανόμενη παγκόσμια συνειδητοποίηση για τις βλαβερές επιπτώσεις των social media στους νέους. Τα παιδιά έρχονται σε επαφή με αγνώστους, εκτίθενται σε εκατοντάδες σύντομα βίντεο που περιέχουν σεξ, βία ή θάνατο και ενθαρρύνονται να μοιράζονται φωτογραφίες και βίντεο του εαυτού τους για λίγα likes και κοινοποιήσεις.
Όλες αυτές οι δραστηριότητες, όμως, είναι καθαρά για ενήλικες. Επίσης, πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι η εκτεταμένη χρήση των social media διπλασιάζει τον κίνδυνο κατάθλιψης στους εφήβους.
Όπως έχουμε ηλικιακούς περιορισμούς στον πραγματικό κόσμο για πορνό, τζόγο, αλκοόλ, καπνό και πολλά άλλα προϊόντα, έτσι διάφορες χώρες έχουν αρχίσει να θεσπίζουν πολιτικές που επιβάλλουν ηλικιακά όρια και για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η Αυστραλία έγινε η πρώτη χώρα που απαγόρευσε τα social media σε παιδιά 16 ετών και κάτω, αυξάνοντας το όριο ηλικίας, απαιτώντας ταυτόχρονα από τις ίδιες τις εταιρείες να εφαρμόζουν τον συγκεκριμένο περιορισμό. Παρόμοιους νόμους ετοιμάζουν και άλλες χώρες όπως η Βραζιλία, η Δανία και η Μαλαισία. Με τέτοιες πολιτικές, η ευθύνη δεν πέφτει πια αποκλειστικά στους γονείς, οι οποίοι έπαψαν να είναι η πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι σε εθιστικά προϊόντα που έχουν στόχο τα παιδιά τους. Καθώς όλο και περισσότερες χώρες ακολουθούν αυτό το παράδειγμα, οι εταιρείες κοινωνικών δικτύων ίσως αναγκαστούν τελικά να αλλάξουν τον τρόπο που λειτουργούν.

Το Λύκειο Timber Creek στο Ορλάντο της Φλόριντα έχει απαγορεύσει τα κινητά τηλέφωνα κατά τη διάρκεια της σχολικής ημέρας. Πολλά σχολεία στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε όλο τον κόσμο έχουν υιοθετήσει παρόμοιες πολιτικές. Zack Wittman/The New York Times
Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα από το παιχνίδι, ιδιαίτερα μέσα από παιχνίδι χωρίς επίβλεψη, σε ομάδες μικτών ηλικιών. Πρόκειται για μία από τις πιο υγιείς μορφές παιχνιδιού, όπου τα παιδιά μαθαίνουν να διαπραγματεύονται, να παίρνουν ρίσκα, να λύνουν συγκρούσεις και να χτίζουν φιλίες.
Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1980 και μετά, οι γονείς άρχισαν να φοβούνται ολοένα και περισσότερο ότι ο χρόνος χωρίς επίβλεψη θα εξέθετε τα παιδιά τους σε σωματικούς ή συναισθηματικούς κινδύνους. Αυτός ο φόβος συνέβαλε στο να τεθούν τα θεμέλια μιας παιδικής ηλικίας βασισμένης στο κινητό τηλέφωνο. Εδώ και δύο δεκαετίες, υπερπροστατεύουμε τα παιδιά στον πραγματικό κόσμο, εκεί όπου το ελεύθερο παιχνίδι και η αυτονομία τα βοηθούν να εξελιχθούν σε προσαρμοστικούς ενήλικες, ενώ ταυτόχρονα τα αφήνουμε απροστάτευτα στο διαδίκτυο.
Και όμως, οι γονείς αρχίζουν σιγά σιγά να χαλαρώνουν τον έλεγχο. Δημιουργούνται ομάδες οικογενειών που οργανώνουν τις λεγόμενες «playborhoods», γειτονιές παιχνιδιού όπου τα παιδιά μπορούν να κινούνται ελεύθερα από σπίτι σε σπίτι ανάμεσα στις οικογένειες που συμμετέχουν.
Στο Piedmont της Καλιφόρνιας, ένα δίκτυο γονέων ξεκίνησε να αφήνει τα παιδιά του κάθε Παρασκευή σε ένα πάρκο, ώστε να παίζουν χωρίς επίβλεψη. Περισσότερα από 1.000 σχολεία σε όλη τη χώρα έχουν υιοθετήσει το πρόγραμμα Let Grow Experience, το οποίο αναθέτει στα παιδιά μια απλή αλλά ουσιαστική αποστολή: να δοκιμάσουν κάτι καινούργιο μόνα τους, με την άδεια των γονιών τους, αλλά χωρίς τη βοήθειά τους. Στην πόλη Newburyport της Μασαχουσέτης, δίνονταν κάθε εβδομάδα βραβεία σε παιδιά που το καλοκαίρι δοκίμαζαν κάτι καινούργιο χωρίς συνοδεία ενηλίκου. Και, παράλληλα, τα σταθερά τηλέφωνα επιστρέφουν δυναμικά.
Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται μικρά και ασήμαντα. Όμως, για την ανάπτυξη των παιδιών και ως ένδειξη μιας βαθύτερης πολιτισμικής μετατόπισης, είναι τεράστια. Γονείς μού γράφουν καθημερινά και μοιράζονται απλές αλλά βαθιά συγκινητικές ιστορίες. Ιστορίες για παιδιά που κάνουν ποδήλατο στις γειτονιές τους, για παιδιά που μπαίνουν μόνα τους σε ένα κατάστημα ενώ η μητέρα περιμένει στο αυτοκίνητο, για καβγάδες που έλυσαν χωρίς παρέμβαση, για φιλίες που γεννήθηκαν, για γδαρμένα γόνατα και μικρές περιπέτειες που έγιναν μεγάλες αναμνήσεις. Όλα αυτά κατέστησαν δυνατά επειδή τα παιδιά έχουν πλέον περισσότερο χρόνο, περισσότερη προσοχή και περισσότερη ελευθερία στον πραγματικό κόσμο.
Αυτές οι ιστορίες μού γεννούν μια βαθιά, ουσιαστική ελπίδα για το μέλλον και τη νέα γενιά.
Ωστόσο, ένας ακόμη άμεσος κίνδυνος για την παιδική ηλικία διαγράφεται μπροστά μας. Chatbots που λειτουργούν με Τεχνητή Νοημοσύνη συνομιλούν ήδη με παιδιά για ζητήματα όπως το σεξ και η αυτοκτονία, την ώρα που οι τεχνολογικές εταιρείες σπεύδουν να ενσωματώσουν την ΑΙ σε κάθε πιθανό προϊόν, ακόμη και σε λούτρινα παιχνίδια, χωρίς ουσιαστικές δικλίδες ασφαλείας. Αν δεν βάλουμε όρια σε αυτό το πείραμα, κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε την καταστροφή που βίωσε η Gen Z όταν τα κοινωνικά δίκτυα κατέλαβαν την εφηβεία. Τα θύματα αυτή τη φορά θα είναι η Gen Alpha και η Gen Beta, των οποίων η παιδική ηλικία μπορεί να περάσει μέσα από κενές φιλίες και σχέσεις με μη ανθρώπινες οντότητες.
Η επιλογή είναι δική μας: Είτε καταδικάζουμε μια ακόμη γενιά να μεγαλώσει υπό την επίβλεψη της Silicon Valley είτε επιλέγουμε ένα νέο μονοπάτι, πίσω στον πραγματικό κόσμο, στις ανθρώπινες σχέσεις και σε μια παιδική ηλικία πλουσιότερη, ελεύθερη και γεμάτη χαρά.
*Ο κ. Jonathan Haidt είναι κοινωνικός ψυχολόγος στη Σχολή Επιχειρήσεων Stern του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, συγγραφέας του βιβλίου «Η Γενιά του Άγχους»
© 2025 The New York Times Company and Jonathan Haidt