Η ελληνική οικονομία, παρά τα σημαντικά βήματα ανάκαμψης και τη δημοσιονομική σταθερότητα που επετεύχθη τα τελευταία έτη, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια από τις πιο σύνθετες προκλήσεις της μεταπανδημικής εποχής, την κρίση του κόστους διαβίωσης ή αλλιώς το affordability crisis. Το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί απλώς μια παροδική πληθωριστική έξαρση, αλλά μια βαθιά δομική ανισορροπία που υπονομεύει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και την κοινωνική συνοχή.
Στο πλαίσιο των διεθνών αναταράξεων και των γεωπολιτικών ρηγμάτων που διαμορφώνουν το παγκόσμιο στερέωμα, η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί τις εγχώριες ιδιαιτερότητες μιας αγοράς που συχνά εμφανίζει ακαμψίες στις τιμές και υστέρηση στους πραγματικούς μισθούς. Η δυσκολία πρόσβασης σε βασικά αγαθά, η εκτόξευση του κόστους στέγασης και η επιβάρυνση από το ενεργειακό κόστος συνθέτουν ένα σκηνικό όπου η ανάπτυξη κινδυνεύει να μη διαχυθεί ισόρροπα σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.
Η ρίζα του προβλήματος στην ελληνική περίπτωση συνδέεται άρρηκτα με το έλλειμμα προσφοράς σε κρίσιμους τομείς όπως η στέγαση, όπου η ζήτηση υπερβαίνει κατά πολύ τη διαθεσιμότητα σύγχρονων και προσιτών ακινήτων. Η άνοδος των τιμών των ακινήτων και των ενοικίων, τροφοδοτούμενη από την τουριστική αξιοποίηση και την έλλειψη νέων κατασκευών για μεγάλο διάστημα, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα που πλήττει κυρίως τη νέα γενιά και τα μεσαία εισοδήματα.
Η αντιμετώπιση αυτής της πτυχής απαιτεί τολμηρές παρεμβάσεις, όπως η παροχή κινήτρων για την ανακαίνιση κλειστών διαμερισμάτων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας μέσω προγραμμάτων κοινωνικής κατοικίας. Μόνο μέσα από τη διεύρυνση της προσφοράς μπορεί να επέλθει μια ορθολογική αποκλιμάκωση των τιμών, που θα επιτρέψει στους πολίτες να προγραμματίσουν το μέλλον τους με μεγαλύτερη ασφάλεια.
Ταυτόχρονα, ο τομέας της ενέργειας παραμένει ένας βασικός τροφοδότης της ακρίβειας, παρά την πρόοδο στις ανανεώσιμες πηγές. Η εξάρτηση από τις διεθνείς τιμές των ορυκτών καυσίμων και οι στρεβλώσεις στην εγχώρια αγορά καθιστούν αναγκαία την επιτάχυνση των επενδύσεων σε δίκτυα και αποθήκευση, ώστε το χαμηλό κόστος της πράσινης ενέργειας να φτάσει τελικά στον τελικό καταναλωτή και στη βιομηχανία. Η ενεργειακή δημοκρατία και η ενίσχυση των ενεργειακών κοινοτήτων μπορούν να αποτελέσουν εργαλεία για τη μείωση της ενεργειακής φτώχειας, δίνοντας στους πολίτες τη δυνατότητα να παράγουν οι ίδιοι την ενέργεια που καταναλώνουν, θωρακίζοντας έτσι το εισόδημά τους από εξωγενείς κρίσεις.
Σε αυτή την προσπάθεια, η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας δεν αποτελεί εμπόδιο, αλλά απαρέγκλιτη προϋπόθεση για τη βιώσιμη αντιμετώπιση της ακρίβειας. Η διοχέτευση υπερβολικής ρευστότητας μέσω οριζόντιων παροχών ενέχει τον κίνδυνο τροφοδότησης του πληθωρισμού, ακυρώνοντας στην πράξη το όφελος για τον πολίτη.
Αντίθετα, η συνετή δημοσιονομική διαχείριση επιτρέπει τη στόχευση των πόρων σε εκείνους που έχουν πραγματική ανάγκη, ενώ παράλληλα διασφαλίζει τη χαμηλή πίεση στο κόστος δανεισμού της χώρας. Η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής είναι αυτή που προσελκύει μακροπρόθεσμα κεφάλαια, τα οποία με τη σειρά τους ενισχύουν την παραγωγική βάση και μειώνουν το κόστος παραγωγής, προσφέροντας μια δομική λύση στο affordability crisis.
Περαιτέρω, η ενίσχυση του ανταγωνισμού στην εγχώρια αγορά αποτελεί το «κλειδί» για τη μακροχρόνια σταθερότητα των τιμών. Οι χρόνιες παθογένειες και οι ολιγοπωλιακές δομές σε συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας λειτουργούν ως τροχοπέδη στην αποτελεσματική λειτουργία των τιμών. Η πολιτεία οφείλει να ενδυναμώσει τις ελεγκτικές αρχές και να απλουστεύσει το κανονιστικό πλαίσιο, ώστε να διευκολυνθεί η είσοδος νέων παικτών στην αγορά. Μια πιο ανταγωνιστική οικονομία είναι μια πιο δίκαιη οικονομία, καθώς διασφαλίζει ότι η αποτελεσματικότητα και η καινοτομία μεταφράζονται σε καλύτερες υπηρεσίες και χαμηλότερο κόστος για τον καταναλωτή.
Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτής της κρίσης συνολικά, απαιτείται μια ολιστική προσέγγιση που θα ξεπερνά τα προσωρινά μέτρα ανακούφισης και τα επιδόματα, εστιάζοντας σε μόνιμες παρεμβάσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα. Η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος πρέπει να προέλθει μέσα από τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους και την προσέλκυση επενδύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας, που δημιουργούν καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Παράλληλα, η θωράκιση των θεσμών είναι απαραίτητο στοιχείο για να διασφαλιστεί ότι οι διεθνείς μειώσεις στις τιμές των πρώτων υλών θα μετακυλίονται εγκαίρως στον τελικό καταναλωτή.
Στην αυγή του 2026, η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Οι ρήξεις και τα ρήγματα του σύγχρονου κόσμου δεν πρέπει να μας οδηγήσουν σε στασιμότητα, αλλά να γίνουν το έναυσμα για τις απαραίτητες ανατροπές που θα διαμορφώσουν ένα πιο δίκαιο μέλλον. Η μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό πρότυπο, λιγότερο ευάλωτο σε εξωγενείς κραδασμούς και περισσότερο εστιασμένο στην κοινωνική ανταποδοτικότητα, αποτελεί τη μοναδική βιώσιμη απάντηση στις προκλήσεις.
Η ευημερία των αριθμών πρέπει να συμβαδίζει με την ευημερία των ανθρώπων, διασφαλίζοντας ότι η οικονομική μεγέθυνση θα μεταφράζεται σε πραγματική βελτίωση του επιπέδου ζωής για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.
*Ο κ. Παναγιώτης Λιαργκόβας είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου