Η διεθνής τάξη που διαμορφώθηκε μετά το 1945 και αναπροσαρμόστηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου εισέρχεται σε φάση βαθιάς αποδόμησης. Το παράδοξο είναι ότι η αποδόμηση αυτή δεν προέρχεται μόνο από αναθεωρητικές δυνάμεις, αλλά ενδεχομένως από τον ίδιο τον βασικό της εγγυητή: τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Εάν πράγματι η νέα αμερικανική στρατηγική συνιστά μια ανανεωμένη εκδοχή του Δόγματος Μονρόε, τότε δεν μιλάμε απλώς για αλλαγή προτεραιοτήτων, αλλά για αναδιάταξη ολόκληρης της γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής.
Το αρχικό Δόγμα Μονρόε δεν προέβλεπε μόνο την αμερικανική κυριαρχία στο Δυτικό Ημισφαίριο, αλλά σήμαινε ταυτόχρονα και αποστασιοποίηση από τις συγκρούσεις της Ευρώπης. Η πιθανή επαναφορά αυτής της λογικής σήμερα δημιουργεί ένα παγκόσμιο κενό ισχύος, πρωτοφανές για τα μεταπολεμικά δεδομένα.
Η ενίσχυση της αμερικανικής επιρροής στη Λατινική Αμερική, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τη Βενεζουέλα, μπορεί να διαβαστεί διττά. Από τη μία, ως γεωπολιτικός μαξιμαλισμός. Δηλαδή, ως αυθαίρετη επιβολή ισχύος και απερίφραστη αξίωση περιφερειακής κυριαρχίας. Από την άλλη, όμως, μπορεί να ερμηνευτεί ως στρατηγική συμπύκνωση. Δηλαδή, ως ενίσχυση του ελέγχου των ΗΠΑ στον άμεσο περίγυρο, με αντάλλαγμα τη μερική αποφόρτιση δεσμεύσεων σε άλλα θέατρα.
Μια τέτοια επιλογή δεν συνιστά κατ’ ανάγκην ένδειξη αδυναμίας. Αντιθέτως, ενδέχεται να αποτελεί εφαρμογή μιας κλασικής αγγλοσαξονικής γεωπολιτικής λογικής, όπως διαμορφώθηκε από τους Mackinder, Spykman και Mahan. Και εδώ πρέπει να θυμηθούμε ότι υπέρτατη προτεραιότητα των ΗΠΑ είναι να αποτραπεί η ανάδυση μιας ηγεμονικής δύναμης στην Ευρασία.
Την τελευταία δεκαετία, και ιδιαίτερα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η πολιτική της «πολλαπλής ανάσχεσης» (multiple containment) απέναντι σε Ρωσία, Κίνα και Ιράν λειτούργησε συσπειρωτικά για τις ευρασιατικές δυνάμεις. Παράλληλα, το οικονομικό και τεχνολογικό κέντρο βάρους του πλανήτη μετακινείται σταθερά προς την Ανατολή. Αν λοιπόν η Ουάσιγκτον επιθυμεί να διασπάσει αυτή τη σύζευξη, οφείλει να αφαιρέσει τον κοινό παρονομαστή που την τροφοδοτεί: την αντίληψη μιας ασφυκτικής αμερικανικής ηγεμονίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, μια προσωρινή «επιστροφή στο οχυρό» του Δυτικού Ημισφαιρίου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως στρατηγική παύση. Η Ευρασία θα αφεθεί να επανέλθει σε μια πιο «φυσική» κατάσταση ανταγωνισμών, όπου οι περιφερειακές και μεγάλες δυνάμεις θα αναμετρηθούν μεταξύ τους χωρίς τον ενωτικό παράγοντα της αμερικανικής πίεσης.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ θα αποσυρθούν ολοκληρωτικά. Αντιθέτως, πρέπει να υπενθυμίζουν διαρκώς την ισχύ τους και τις δυνατότητές της. Στο πλαίσιο αυτό, «υπερκαταδρομικές» ενέργειες σαν αυτή που διεξάγεται εναντίον του Ιράν παίζουν έναν σημαντικό ρόλο. Μικροί πόλεμοι, χωρίς δεσμεύσεις που θα προκύπτουν από την εμπλοκή χερσαίων και με δυνατότητες γρήγορης και εύκολης απόσυρσης.

«Από «μποξέρ» που αγωνίζεται εντός συγκεκριμένων κανόνων, η υπερδύναμη εμφανίζεται ως μαχητής του Muay Thai που χρησιμοποιεί κάθε μέσο, ακόμη και βρώμικο», λέει ο Κωνσταντίνος Γρίβας.
Επίσης, η ταυτόχρονη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων και στρατιωτικών ενεργειών, η στοχοποίηση ηγεσιών εν μέσω διπλωματικών διεργασιών και η αποδόμηση άγραφων κανόνων, που είδαμε στην επίθεση στο Ιράν, δημιουργούν την εικόνα μιας δύναμης που δεν αυτοπεριορίζεται. Από «μποξέρ» που αγωνίζεται εντός συγκεκριμένων κανόνων, η υπερδύναμη εμφανίζεται ως μαχητής του Muay Thai ή street fighter που χρησιμοποιεί κάθε μέσο, ακόμη και βρώμικο.
Εδώ προκύπτει ένας τολμηρός παραλληλισμός: μια μορφή «σοβιετοποίησης» της αμερικανικής στρατηγικής. Μια ανανεωμένη αμερικανική εκδοχή του Δόγματος Μονρόε θα μπορούσε να νομιμοποιεί αποφασιστικές παρεμβάσεις στο «εγγύς εξωτερικό» των ΗΠΑ αλλά και «λελογισμένες» δράσεις στην ευρασιατική περιφέρεια.
Η διαφορά είναι ότι, σε αντίθεση με τη Σοβιετική Ένωση, οι ΗΠΑ ενδέχεται να χρησιμοποιούν αυτή τη στρατηγική ως ενδιάμεσο στάδιο και όχι ως τελικό προορισμό. Στόχος θα ήταν να αναδυθούν εκ νέου οι αντιθέσεις μεταξύ Ρωσίας, Κίνας, Ινδίας, Τουρκίας και άλλων αναδυόμενων πόλων, μετατρέποντας την παγκόσμια «σκακιέρα» σε πεδίο πολλαπλών ανταγωνισμών. Και αυτό φαίνεται πως ήδη το έχουν επιτύχει με την επίθεση στο Ιράν. Η στρατηγική της «εξαγωγής του χάους» που εφαρμόζει η Τεχεράνη πιθανώς λειτουργεί υπέρ των μακρόπνοων σχεδιασμών των ΗΠΑ.
Το πιθανό αποτέλεσμα είναι ένα υβριδικό διεθνές σύστημα το οποίο θα είναι πολυπολικό μεν αλλά ταυτοχρόνως κατακερματισμένο σε περιφέρειες που θα βρίσκονται σε αναβρασμό και θα σπαράσσονται από συγκρούσεις. Αυτό το σύστημα θα είναι ρευστό, άναρχο και διαπερατό από φιλοδοξίες «νέων αυτοκρατορικών» δυνάμεων, με την Τουρκία να συγκαταλέγεται στις πιο δραστήριες και φιλόδοξες.
Η γεωπολιτική αυτή μετάβαση συμπίπτει με μια παράλληλη στρατιωτική επανάσταση. Ρομποτικά συστήματα, τεχνητή νοημοσύνη, υπερ-υπερηχητικά (hypersonic) όπλα, κυβερνοπόλεμος, Διάστημα κ.λπ. συνθέτουν μια νέα γεωστρατηγική πραγματικότητα. Ο δε συνδυασμός δομικής ρευστότητας και τεχνολογικής επιτάχυνσης αυξάνει τον κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών.
Οι συνέπειες για την Ευρώπη είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Ακόμη και αν δεν υπάρξει δραματική κίνηση των ΗΠΑ στη Γροιλανδία ή αλλού, η συζήτηση και μόνο περί μονομερών αμερικανικών επιλογών έχει ήδη διαβρώσει την εμπιστοσύνη στο εσωτερικό του ευρωατλαντικού χώρου. Η αξιοπιστία της εκτεταμένης αποτροπής -και ειδικά της πυρηνικής εκτεταμένης αποτροπής- τίθεται υπό σιωπηρή αμφισβήτηση. Η κατάσταση μπορεί να γίνει ακόμη πιο πολύπλοκη μετά την επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν και πιθανές αναταράξεις που αυτή θα φέρει στην ενεργειακή τροφοδοσία της Ευρώπης.
Επίσης, εάν η Ευρώπη πάψει να θεωρεί δεδομένη την αμερικανική ομπρέλα, τότε η Ρωσία αποκτά ευρύτερο πεδίο για στρατηγικές πυρηνικού εκβιασμού. Η ενότητα της Δύσης, ήδη εύθραυστη, κινδυνεύει να μετατραπεί σε ιστορική παρένθεση.
Ενδέχεται, λοιπόν, να βρισκόμαστε μπροστά σε μια Νέα Γεωπολιτική Επανάσταση. Όχι απλώς σε μεταβολή ισορροπιών αλλά σε αλλαγή κανόνων. Σε μια «Νέα Άγρια Δύση» του διεθνούς συστήματος, όπου η ισχύς επανέρχεται ως πρωταρχικό νόμισμα και οι συμμαχίες παύουν να είναι αυτονόητες.
*Ο Δρ Κωνσταντίνος Γρίβας είναι καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών και Διευθυντής του Τομέα Θεωρίας και Ανάλυσης Πολέμου στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών