Τα παράδοξα του αντισυστημισμού

Πώς ένα ρεύμα που εμφανίζεται ως δύναμη ρήξης και ηθικής υπεροχής τελικά εξαρτάται από το ίδιο το «σύστημα» που καταγγέλλει, συχνά ενσωματώνεται σε αυτό και λειτουργεί περισσότερο ως συμβολική αντίσταση παρά ως πραγματική θεσμική ανατροπή.

Τα παράδοξα του αντισυστημισμού
  • Τάκης Σ. Παππάς*

 

Από την εποχή των «Αγανακτισμένων» στις πλατείες της προηγούμενης δεκαετίας έως τις σημερινές εκρήξεις κοινωνικής δυσανεξίας και πολιτικής οργής, ο αντισυστημισμός παραμένει ένα από τα πιο σταθερά χαρακτηριστικά της ελληνικής δημόσιας ζωής. Αν στα χρόνια της κρίσης αναδείχθηκε σε κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα, σήμερα εκδηλώνεται ως διάχυτη στάση και νοοτροπία. Δεν περιορίζεται πλέον σε συγκεκριμένα κόμματα ή ιδεολογικές ταυτότητες, αλλά διαπερνά τον δημόσιο λόγο και επηρεάζει τη θεσμική πολιτική.

Η γοητεία του είναι εύκολα κατανοητή: προσφέρει σαφείς αντιπάλους, απλουστευτικές ερμηνείες και το αίσθημα μιας ηθικής υπεροχής. Η ισχύς του, όμως, εμπεριέχει βαθιά παράδοξα, τα οποία περιπλέκουν την πολιτική διαδικασία και υπονομεύουν τη λειτουργική σταθερότητα που έχει ανάγκη η χώρα.

Ας δούμε τα κυριότερα.

• Το παράδοξο της εξάρτησης: Ο αντισυστημισμός προβάλλεται ως πράξη ρήξης αλλά επιβιώνει χάρη σε αυτό ακριβώς που καταγγέλλει. Για να συγκροτηθεί και να διατηρηθεί, χρειάζεται έναν σταθερό και αναγνωρίσιμο αντίπαλο -ένα «σύστημα» συμπαγές και διαρκές- απέναντι στο οποίο ορίζει την ταυτότητά του. Χωρίς έναν τέτοιο στόχο, η ρήξη απογυμνώνεται από νόημα και περιεχόμενο. Το παράδειγμα του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι ενδεικτικό αυτής της δυναμικής: ενώ θεωρητικά αντιμάχεται το κοινοβουλευτικό καθεστώς και τον καπιταλισμό, στην πράξη λειτουργεί ως θεσμικά ενταγμένο και αναπόσπαστο μέρος τους. Χωρίς αντίπαλο δέος, η αντισυστημική ρήξη χάνει τον βασικό λόγο ύπαρξής της.

• Το παράδοξο της ενσωμάτωσης: Ο αντισυστημισμός είναι βιώσιμος μόνο στην αντιπολίτευση, όπου μπορεί να καταγγέλλει χωρίς να διαχειρίζεται, να υπόσχεται χωρίς να λογοδοτεί και να συμβολίζει χωρίς να εφαρμόζει. Αν επικρατήσει, αντιμετωπίζει ένα δίλημμα: είτε θα ενσωματωθεί στα θεσμικά παιχνίδια και θα γίνει μέρος του συστήματος που κάποτε κατήγγελλε, είτε θα προσπαθήσει να κυβερνήσει ως διαρκής εξέγερση, διατηρώντας τη ρητορική της ρήξης ακόμη και από τη θέση της εξουσίας. Στην ελληνική εμπειρία, το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80 αποτελεί παράδειγμα της πρώτης περίπτωσης, ενώ η διακυβέρνηση Τσίπρα το 2015 της δεύτερης. Συνήθως, λοιπόν, η επιτυχία του αντισυστημισμού συνεπάγεται το τέλος της καθαρότητάς του.

• Το παράδοξο της συμβολικής ρήξης: Ο αντισυστημισμός δεν είναι πάντα ριζοσπαστικός. Συχνά περιορίζεται σε μια συμβολική μόνο ρήξη -σε ύφος, τόνο ή σκηνική παρουσία- προσφέροντας στο κοινό την εμπειρία της αντίστασης χωρίς να απαιτεί πραγματική θεσμική μεταρρύθμιση. Η ένταση μεταφέρεται στα σύμβολα: η γλώσσα σκληραίνει, οι χειρονομίες οξύνονται, οι διαχωριστικές γραμμές δραματοποιούνται και οι πλατείες γεμίζουν από κόσμο με υψωμένες γροθιές. Στην περίπτωση της δημόσιας δράσης της Μαρίας Καρυστιανού, για παράδειγμα, η ρήξη βιώνεται συναισθηματικά αλλά δεν ολοκληρώνεται θεσμικά. Με αυτόν τον τρόπο, ο αντισυστημισμός λειτουργεί και ως βαλβίδα εκτόνωσης για το ίδιο το σύστημα: η ένταση υπάρχει, η ρήξη όμως παραμένει συμβολική.

«Ο αντισυστημισμός υπόσχεται ρήξεις που δεν ολοκληρώνονται και αμφίβολη ηθική ανωτερότητα. Αναζωογονεί τη δημόσια ζωή θίγοντας υπαρκτά προβλήματα, αλλά αφήνει πίσω του ασταθή ισορροπία. Ζει από την καταγγελία, ανθίζει στην αντιπολίτευση και ξεθωριάζει στην εξουσία», τονίζει ο κ. Παππάς.

• Το παράδοξο της κλιμάκωσης: Ο αντισυστημισμός τρέφεται από απογοήτευση και θυμό, αλλά δεν περιορίζεται απλώς στο να αμφισβητεί το σύστημα -το σκληραίνει. Κάθε κύμα ρητορικής ρήξης ανεβάζει τον πήχη για το επόμενο: ό,τι χθες φαινόταν ριζοσπαστικό σήμερα μοιάζει χλιαρό, και ό,τι χθες ονομαζόταν «σύστημα», αύριο γίνεται «βαθύ σύστημα». Στα χρόνια της κρίσης, η αντιμνημονιακή ρητορική δημιούργησε κύμα έντασης που σύντομα επέστρεψε στους πρώην «ήρωες» της ρήξης, γεννώντας νέα, πιο ακραία δυσπιστία. Στον αντισυστημισμό, η επιτυχία του δεν τον εξασθενεί μόνο -γεννά το επόμενο κύμα αμφισβήτησης, σε έναν φαύλο κύκλο που τροφοδοτεί τον ίδιο τον εαυτό του.

• Το παράδοξο της αοριστίας: Ο αντισυστημισμός δεν μπορεί να ορίσει με ακρίβεια το «σύστημα» χωρίς να περιορίσει τη δική του εμβέλεια. Χρειάζεται έναν αντίπαλο αρκετά ασαφή για να χωράει τα πάντα, αλλά αρκετά συγκεκριμένο για να προκαλεί οργή. Αν το ορίσει στενά, η ρήξη μετατρέπεται σε απλή αντιπολίτευση· αν αφήσει το σύστημα ασαφές, η δύναμή του παραμένει κυρίως συμβολική και η πολιτική του σοβαρότητα θυσιάζεται. Η αοριστία γίνεται έτσι το καύσιμο της αντίστασης: επιτρέπει στο κοινό να βλέπει στο σύστημα ό,τι το φοβίζει ή το εξοργίζει, χωρίς δεσμεύσεις. Η δύναμη του αντισυστημισμού έγκειται ακριβώς στην αδυναμία του να αυτοοριστεί με σαφήνεια.

• Το παράδοξο της ηθικής υπεροχής: Ο αντισυστημισμός δεν υπόσχεται μόνο αλλαγή πολιτικής -υπόσχεται καθαρή ηθική. Υποστηρίζει ότι «εμείς δεν είμαστε σαν αυτούς», ότι η ρήξη δεν είναι απλώς στρατηγική αλλά στάση ζωής. Το κοινό αποκτά αίσθημα ηθικής ανωτερότητας, ακόμη και όταν οι θεσμοί παραμένουν ανέπαφοι. Όταν όμως ο αντισυστημισμός φτάνει στην εξουσία, η ηθική υπεροχή δοκιμάζεται από τους περιορισμούς και τις υποχρεώσεις της διακυβέρνησης. Αυτό που πριν ήταν καθαρή ρήξη γίνεται εύθραυστο, καθώς οι κανόνες επιβάλλουν συμβιβασμούς και λογοδοσία. Έτσι, η ηθική υπεροχή, κάποτε πλεονέκτημα, γίνεται το πιο ευάλωτο σημείο του αντισυστημισμού.

• Ο αντισυστημισμός μοιάζει με τη σκιά του συστήματος: Υπόσχεται ρήξεις που δεν ολοκληρώνονται και αμφίβολη ηθική ανωτερότητα. Αναζωογονεί τη δημόσια ζωή θίγοντας υπαρκτά προβλήματα, αλλά αφήνει πίσω του ασταθή ισορροπία. Ζει από την καταγγελία, ανθίζει στην αντιπολίτευση και ξεθωριάζει στην εξουσία. Στην Ελλάδα, όπως και αλλού, η αλήθεια του αντισυστημισμού είναι διττή: χωρίς το σύστημα, η ρήξη χάνει νόημα, αλλά χωρίς την απειλή της ρήξης, το σύστημα ίσως να μην εξελίσσεται ποτέ.

*Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας, πιο πρόσφατα, του βιβλίου «Εξηγώντας τον Τραμπ» (εκδ. Πατάκη)

 

v
Απόρρητο